Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26.6.20

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα - (Κεφάλαιο 16 - Η εκπλήρωση του όρκου)

Τον Νοέμβρη του αυτού έτους 970, προετοιμαζόμενος ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής για την εκστρατεία του κατά των Ρώσων, αποφάσισε να νυμφευτεί τη Θεοδώρα, την έγκλειστη στο μοναστήρι δευτερότοκη κόρη του Κωνσταντίνου και αδελφή του Ρωμανού. Του το υπαγόρευσε η Σύγκλητος και ο πρόεδρός της και παρακοιμώμενός του Βασίλειος Λεκαπηνός, για να νομιμοποιήσει τη σχέση του με τη δυναστεία, καθότι η άνοδός του στον θρόνο συνοδεύτηκε από μια τόσο στυγερή δολοφονία, και να ικανοποιήσει περαιτέρω και το αίσθημα του λαού του.

«Λάβε γυναίκα σου, δέσποτα, την εκ πατρός τους θεία των συμβασιλέων, ήτις ήτο γνωστή για την αρετή της, κι ας μην έχει βέβαια τώρα πια τη νεότητα και το κάλλος, και λίαν συντόμως μάλιστα» του είπανε. «Σε συμφέρει απολύτως, θα το διαπιστώσεις και μόνος σου, εάν το σκεφτείς ολίγον…»

Όπως και στην εκδίωξη της Θεοφανούς, έτσι κι εδώ, στο ζήτημα του γάμου του με τη Θεοδώρα που του πρότειναν οι σύμβουλοί του, δεν το συλλογίστηκε επί μακρόν ο Ιωάννης, κι ας μην έτρεφε κανένα συναίσθημα για την τριαντατετράχρονη πια πριγκίπισσα, τη γεροντοκόρη και καλόγρια, και μια και δυο έστειλε ανθρώπους του στα Πριγκιπόννησα, στο μοναστήρι όπου πληροφορήθηκε ότι μόναζε μαζί με τις αδελφές της, να της αναγγείλουνε το νέο. Δεν πίστευε στα μάτια της και στα αυτιά της εκείνη, βλέποντας τους απεσταλμένους να έρχονται και να διαβάζουν την απόφασή του· νόμισε η καψερή ότι της χαριζόταν ο Παράδεισος, που ο άντρας τον οποίο πόθησε κρυφά και την περιφρόνησε και έκλαψε για χάρη του στα πρώτα νιάτα της, βουλόταν τώρα ως βασιλιάς πλέον να την κάνει συνευνή του, ανέθαλε ξάφνου η καρδιά της η μαραζωμένη και έγινε θαρρείς ολόκληρη ξανά κοπέλα είκοσι χρονώ… Στιγμή δεν της πέρασε απ’ το νου ότι όλο αυτό γινόταν για την πολιτική ανάγκη και το συμφέρον του ίδιου του εαυτού του, εκείνοι ήξερε μόνο ότι ο πόθος της ο τρανός, που τόσα χρόνια και τόσα βάσανα τον είχανε κοιμίσει και αποσβέσει σχεδόν από μέσα της, εκπληρωνότανε τώρα με τον πιο απροσδόκητο τρόπο, κι η ύπαρξή της όλη γροικούσε χαρά και αγαλλίαση λυσιμελή, που της τρέμιζε τα γόνατα και τη λίγωνε, σαν να ήταν αγνό παρθένο κοριτσόπουλο, κι ας είχε αποκλειστικά και μόνο την παρθενία από αυτόν τον συνδυασμό η δόλια η Θεοδώρα, μόλο που δεν την είχε μαράνει ολωσδιόλου η ζωή στο μοναστικό κελί, για καλή της τύχη. Δίπλα της εξίσου έκπληκτες έστεκαν η Άννα κι η Αγάθη, με τα στόματα μισάνοιχτα και άλαλα, και τα μάτια βουρκωμένα από δάκρυα χαράς, είκοσι οκτώ ετών η μία, είκοσι έξι η άλλη, ακούγοντας ότι ο Τσιμισκής ανακαλούσε κι εκείνες τους στο Παλάτι, και συγκινημένες διπλά που η αδελφή τους θα γινότανε αυγούστα.

«Θα φροντίσω και για σας, ψυχίτζες μου!» τους έλεγε με λαχτάρα, μόλις βρέθηκαν ξανά στα πατρικά τα δώματα, στο σπίτι τους. «Θα πω στον Ιωάννη να σας βρει γαμπρούς, αφότου παντρευτούμε, να αποκατασταθείτε και να ζήσετε καλά τα υπόλοιπα τα χρόνια σας!»

«Καλή μας Θεοδώρα, μόνο και μόνο που θα γίνεις εσύ βασίλισσα στο πλάι του, μας φτάνει!» της απάντησε η Άννα, σμίγοντας τρυφερά τα χέρια τους. «Εμάς τι να μας κάνουν πλέον να μας πάρουν άνδρες; Πέρασε η ώρα μας, σαπίσαμε… Αρκεί που θα ’μαστε μαζί σου, στον οίκο μας τον αγαπημένο, και θα σε βλέπουμε να κυβερνάς με σωφροσύνη κι αξιότητα, γιατί ήσουν η πιο κατάλληλη από τις τρεις μας που απομείναμε για να τη διαλέξει ο Ιωάννης ως γυναίκα του!»

«Έτσι είναι, όπως τα λέει η Άννα» επηύξησε η Αγάθη, χαμογελώντας πικρά. «Άσε μας, αδελφή, να αντικρίζουμε τη λατρευτή μορφή σου, να είμαστε συνεργάτιδες στις αγαθοεργίες σου ως βασίλισσα, που θα γίνεις οσονούπω, προς τους υπηκόους και παιδιά σου, να προσκυνούμε με πίστη τον Νυμφίο Χριστό με τον οποίο ενώθηκε η αδελφή μας η Ζωή, και αυτά ας γεμίζουν τις ψυχές μας και ας αναπληρώνουν την έλλειψη συζύγου και φυσικών μας τέκνων…»

Τέλεσε λοιπόν τους γάμους του ο Ιωάννης με τη Θεοδώρα, και με αφορμή το ευτυχές γεγονός εύφρανε τους αυλικούς του με μια πλουσιοπάροχη συνεστίαση, και τον λαό του, που τον μακάριζε για αυτή την επιλογή, τον αντάμειψε επίσης με αδιάκοπα λαμπρά και πολυποίκιλα θεάματα στα οποία αρέσκονταν οι Ρωμαίοι και δη οι Κωνσταντινουπολίτες[1]. Και χαροκοπούμενος ο λαός, και έχοντας μάθει πάνω – κάτω και για το πάθημα της Θεοφανούς, σκάρωσε και διέδωσε από στόμα σε στόμα τούτο το σκωπτικό αλληγορικό ποιημάτιο – τραγούδι:

«Ο χαλκεύς βαρεί το αμόνι και βαρεί τους γείτονας

Ο σινάπτης κι ο πριψίδης εις την θύραν στήκουσι

Η Θεοφανού επόθει πίτταν κι η Καλή την έφαγεν

Απού εφόρει το διβίκιν τώρα δέρμαν έβαλεν

Και αν τονε φθάσει εδώ ο χειμών, φέρει και την γούναν του»

Στις 28 Μαρτίου 971, ο δημοφιλής αυτοκράτορας εκκίνησε πανηγυρικά για την προσχεδιασμένη στρατιωτική του εξόρμηση, την πρώτη της βασιλείας του. Και η αυτοκράτειρα πλέον Θεοδώρα, που είχε ξανανιώσει με την κατάκλιση στο νυφικό κρεβάτι, ήλπιζε και προσευχόταν κρυφά να μην είχε στερηθεί τελείως τη θηλυκή της δυνατότητα, να μπορούσε ακόμη και τώρα να χαρεί ένα παιδί κρεμασμένο στα στήθη της, δικό της, γέννημά της, καμωμένο από τον άντρα που ερωτεύτηκε και λαχτάρησε και τόσο ανέλπιστα εγίνηκε στεφάνι της…

Μέχρι τον Ιούλιο, ο Ιωάννης είχε καταπολεμήσει ολοκληρωτικά τους Ρώσους και υποτάξει τη Βουλγαρία. Πολιόρκησε και κατέλαβε την Μεγάλη Πέμπτη την Πρεσλάβα, όπου του παραδόθηκε και ο Βούλγαρος τσάρος Βόρις και κατόπιν του έστειλε πίσω τις κόρες του τη Βελίκα και τη Ράικα, ακυρώνοντας το προξενιό με τον Βασίλειο και τον Κωνσταντίνο, κι αφού γιόρτασε εκεί την Ανάσταση ξεκουράζοντας τα φουσάτα του, κινήθηκε προς το Δορύστολο, όπου μετά την επίπονη άλωσή του συνδιαλλάχθηκε με τον Σβιατοσλάβ σε μια ιστορική συνάντηση. Γυρίζοντας στη Βασιλεύουσα, ασχολήθηκε για το υπόλοιπο 971 και σχεδόν ολόκληρο το 972 με το να τακτοποιεί τις εσωτερικές υποθέσεις του κράτους, αλλά και τις σχέσεις του με τους γείτονες, στέλνοντας στη Γερμανία τη δωδεκάχρονη μόλις ανιψιά του, και βαφτισιμιά της γυναίκας που πρόδωσε, την αρχοντόπουλα Θεοφανώ τη Σκλήραινα, να νυμφευτεί στις 14 Απριλίου τον νεαρό πρίγκιπα Όθωνα, γιο του συνονόματου βασιλιά πατέρα του, Όθωνος Α΄, με τον οποίο είχε έρθει σε ρήξη ο θείος του ο Νικηφόρος. Και παρότι το κορίτσι δεν ήταν μια πορφυρογέννητη, ο πανέξυπνος Τσιμισκής ξεγέλασε την κατάσταση με ένα όντως οδυσσειακό τέχνασμα, εκμεταλλευόμενος τη διττή σημασία της λέξης neptis στα λατινικά: ανιψιά αλλά και εγγονή, συνεπώς θα ήταν πολύ εύκολο οι Γερμανοί να πιστέψουν ότι τους έστελνε μια ακραιφνή πριγκίπισσα, παιδί του Ρωμανού και εγγόνι του Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου…

Την ίδια εποχή, πραγματοποιήθηκε και η επιθυμία της Θεοδώρας να γίνει μητέρα. Άνοιξη ήταν, όταν συνειδητοποίησε την εγκυμοσύνη της και ανέπεμψε δοξολογίες στον Θεό, και στις αρχές του Οκτώβρη, ούσα τριάντα έξι χρόνων, έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι. Ίσα που καταδέχτηκε να μπει ο Ιωάννης στην κάμαρή της να δει το νεογέννητο, και δε μπορούσε να αποκρύψει τελείως τη δυσαρέσκειά του.

«Άντρα μου, σου έτεκα θυγατέρα, ένα άστρο της αυγής! Δε χαίρεσαι;» τον ρώτησε η Θεοδώρα, με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, και έκανε να του δώσει το φασκιωμένο στα σηρικά σπάργανα βρέφος να το κρατήσει, μα ο Τσιμισκής το απέρριψε, ρίχνοντάς του μόνο μια περίεργη δύσθυμη ματιά. Όχι, δε χαιρόταν… Πώς να χαρεί; Είχε φτάσει πια σαράντα επτά ετών, τα περιθώρια λιγόστευαν, κι αυτό που επιθυμούσε διακαώς ήταν να αποκτήσει έναν γιο, έναν διάδοχο που θα αμφισβητούσε τα δικαιώματα των μούλικων της ανόητης Θεοφανώς στον θρόνο, και η γυναίκα που πήρε για τούτον τον σκοπό τού αράδιαζε μια κόρη! Άχρηστη κι αυτή, όπως κι η πρώτη, συλλογίστηκε απογοητευμένος, κι ούτε θα την άγγιζε πλέον τη Θεοδώρα, ούτε θα ενδιαφερότανε για κείνη…

Ξενίστηκε η Θεοδώρα από τη συμπεριφορά του συζύγου της προς το μωρό τους, και για πρώτη φορά κρύωσε η καρδιά της απέναντί του. Και άμα διαπίστωσε με το ένστικτό της ότι αυτό συνέβη διότι περίμενε από κείνη αρσενικό, ταράχτηκε, σκεφτόμενη τους ανιψιούς της και τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο για λόγου τους:

«Χίλιες φορές που μου ’δωσε ο Θεός κορίτσι! Αυτός ξέρει κι όλα τα ρυθμίζει σωστά… Σε τι κίνδυνο θα τα εξέθετα τα δόλια, άμα γεννούσα γιο;» μονολογούσε, τηρώντας νοιαστικά τα δυο αγόρια αλλά και τη μικρή της ανιψιά. «Είναι βέβαια παιδιά αυτής της αμαρτωλής της Λάκαινας, που μας έδιωξε στο μοναστήρι και εύχομαι να περνάει το ίδιο άσχημα τώρα, μα είναι και τέκνα του Ρωμανού, του βασιλιά αδελφού μας του αδικοχαμένου, και δεν πρέπει να στερηθούν τη θέση τους ο Βασίλειος κι ο Κωνσταντίνος, ούτε κι η Άννα η στερνή να κακοπέσει…»

Αυτά λογάριασε, και σύντομα τα τρία ανήλικα έγιναν η μοναδική της μέριμνα και έγνοια, μαζί με την κορούλα της την οποία ζήτησε από τον Ιωάννη να ονομάσουν Θεοφανώ εις μνήμην της αδελφής της που πέθανε απόπληκτη, μιας και εκείνος την είχε παραμελήσει. Βάλθηκε να έρθει πιο κοντά τους, να προσεγγίσει τις ψυχούλες τους, να τα κάνει να τη δουν σαν μάνα τους εκτός από θεία τους εξ αίματος. Κι όσον αφορά τον Κωνσταντίνο, που μόλις τότε έμπαινε στην εφηβεία και είχαν αρχίσει να ριζώνουν στο μυαλό του οι επιτήδειες συκοφαντίες του μεγαλοθείου τους του Λεκαπηνού για τη βιολογική μητέρα τους, το πέτυχε, όμως ο κανακάρης της Θεοφανούς και η υστερότοκή της δεν το έστεργαν.

«Καλή είναι η θεία μας η Θεοδώρα, Βασίλη μου, και μας προσέχει» έλεγε η δεκάχρονη Άννα στον μεγαλύτερο αδελφό της, όσες στιγμές κατάφερναν να βρίσκονται αντάμα, και προσέθετε με παράπονο: «Μα μου λείπει πολύ η μάνα μας, η μανούλα μας η γλυκιά… Δε θα την ξαναδούμε, αυτός ο κακός άνθρωπος ο Ιωάννης μας την έκλεψε για πάντα!»

Και δακρυσμένη έγερνε στον ώμο του Βασίλειου, ο οποίος, δεκαπεντάχρονο παλικαράκι πια, την έσφιγγε απάνω του με θέρμη, τη φιλούσε στο μετωπάκι της και της έκρενε:

«Μη στεναχωριέσαι, Αννιώ μου, και μη μου απελπίζεσαι… Σ’ το είπα, όταν γίνω αυτοκράτορας, θα τηνε φέρω πίσω! Το ορκίστηκα σε κείνη, όταν μας την έπαιρνε ο Τσιμισκής, το ορκίζομαι και σε σένα και ενώπιον του Θεού! Η μάνα μας, η αυγούστα Θεοφανώ, δε θα γεράσει φυλακισμένη στη Μονή της Δαμιδίας, αλλά μες το Παλάτι και δίπλα σε εμάς τα παιδιά της, όπως της πρέπει! Τ’ ακούς, αδελφούλα; Και βουνά πελώρια τα μετακινώ για χάρη της, φτάνει να γυρίσει!»

Και αγκαλιάζονταν σφιχτά τα Ρωμανόπουλα, σαν τα ανυπεράσπιστα πιτσούνια που καρτερούνε μες την παγωνιά την πουλομάνα τους, κι έσμιγαν τον πόνο και τη λαχτάρα τους. Και καρτερέσανε ακόμη σχεδόν τρία χρόνια, ώσπου, στις 10 Ιανουαρίου 976, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Κουρκούας ο Τσιμισκής, ο εξ αγχιστείας θείος τους και προδότης της μητέρας τους, εξέπνευσε στη βασιλική του κλίνη, μετά από μια ολιγοήμερη περίεργη ασθένεια που του προκάλεσε τεράστια εξάντληση και τελικά τον έφθειρε, έχοντας επιστρέψει κάπως πρόωρα από άλλη μια εκστρατεία κατά των Μωαμεθανών της Ανατολής. Λύπησε σφόδρα ο αδόκητος θάνατός του τον λαό, και πολλοί υποπτεύθηκαν συν τω χρόνω πως τον ξέκανε ύπουλα ο παρακοιμώμενός του ο Βασίλειος Λεκαπηνός, ποτίζοντάς τον δηλητήριο· διότι ο Ιωάννης, λένε, διαβαίνοντας από την Ανάβαρζο και την Ποδανδό και άλλα μέρη πρόσφατα ελευθερωμένα, από τον Νικηφόρο ή άλλους στρατηγούς, και πληροφορούμενος ότι όσες εύφορες εκτάσεις ατένιζε είχαν δωρηθεί στον Λεκαπηνό, αγανάκτησε και καταφέρθηκε εναντίον του, και ότι, μαθαίνοντάς το αυτό ο πανούργος γερός δεν έχασε καιρό, και φρόντισε μέσω ενός δούλου του να ρίξει το φαρμάκι στο πιοτό του βασιλέα, όσο αυτός κατέλυε στην έπαυλη του πατρικίου και σεβαστοφόρου Ρωμανού κοντά στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Είτε αυτή η εκδοχή της πλεκτάνης ίσχυε όντως, είτε η άλλη που διατυπώθηκε μετριοπαθέστερα κατόπιν, ότι δηλαδή ο Τσιμισκής προσβλήθηκε και κατέληξε από τυφοειδή πυρετό, μοιάζει πολύ ειρωνικό που τέλειωσε η ζωή του στα πενήντα ένα του χρόνια, ακριβώς την ηλικία που είχε ο θείος του όταν στέφθηκε αυτοκράτορας, τον οποίο δολοφόνησε για να σφετεριστεί τη βασιλική εξουσία…



«Θα διατάξω να φέρουν πίσω τη μητέρα μου από την εξορία της, τώρα που ανέβηκα στον θρόνο εγώ κι ο αδελφός μου» δήλωσε ο Βασίλειος στον συνονόματο μεγαλοθείο του, λίγες μόλις εβδομάδες αφότου ο Ιωάννης μετέστη, κι ο ηλικιωμένος ευνούχος στραβομουτσούνιασε.

«Δε θα το επιτρέψω αυτό, ανιψιέ. Ξέρεις τι λογής άνθρωπος ήταν η μάνα σου, που αμετανόητα λατρεύεις και θες να την επαναφέρεις;»

«Πάντως όχι αυτής της λογής που επέμενες να την παρουσιάζεις εσύ, θείε μου» σχολίασε επικριτικά ο δεκαοκτάχρονος φρέσκος βασιλιάς, με θάρρος. «Την έζησα δώδεκα έτη ολάκερα σχεδόν τη μάνα μου, και ξέρω πολύ καλά ότι όσα αράδιαζες για κείνη είναι ψέματα και αποτρόπαιες λοιδορίες, με τις οποίες θα έχεις μολύνει ίσως και την ψυχή του Κωνσταντίνου, ενώ τον αφήνεις να πίνει και να διασκεδάζει άσωτα… Θα το επιτρέψω, λοιπόν, εγώ και όχι εσύ, και απαιτώ κι από σένα να με υπακούσεις και να συναινέσεις! Εγώ είμαι πια ο κύριός σου, γέρο - Λεκαπηνέ, και δεν είμαι Ιωάννης ούτε Νικηφόρος για να σου φερθώ επιεικώς και να σε αφήσω να με καταδυναστεύεις…»

Ήταν υψηλός ο τόνος του Βασίλειου, και ο γέρος την κοίταξε με μισό μάτι. «Πώς μου αποθρασύνθηκε έτσι αυτό το παιδαρέλι και μου τη λέει; Πρέπει να ’χω τον νου μου» σκέφτηκε, έκανε μια ψεύτικη υπόκλιση μπροστά του και με ακόμα πιο προσποιητό ύφος αποκρίθηκε ότι θα έπραττε κατά τη βούλησή του. Και δεν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, ώσπου, μιαν ημέρα, στάθμευσε στα πρόθυρα του Παλατιού μια κλειστή χρυσή άμαξα, και από μέσα βγήκε μια γυναικεία φιγούρα, που ατένισε με δακρυσμένα μάτια το τοπίο γύρω της…

Ναι, ήταν η Θεοφανώ, η Λάκαινα αυγούστα, η βασιλομήτωρ και πρώην αυτοκράτειρα στο πλάι δύο αυτοκρατόρων. Τριάντα πέντε χρόνων, με το ωραίο της πρόσωπο σκαμμένο κιόλας και σημαδεμένο από την κακουχία, αλλά χωρίς να έχει πάψει εντελώς να φαίνεται η πρότερη απερίγραπτη ομορφιά της, που φώλιαζε ακόμα μες στα μαυράδια των ματιών της, τα οποία γύρευαν τώρα με λαχτάρα να αντικρίσουν μια οικεία ανθρώπινη μορφή στο οπτικό πεδίο τους. Και να που ένα μαυρόμαλλο νεαρό κορίτσι, με μάτια κάρβουνα και φρύδια τοξωτά, σαν αντανάκλασή της, ντυμένο σε μακριά μεταξωτή εσθήτα και με μια βαριά χλαμύδα ριγμένη στο λυγερό κορμάκι του για πανωφόρι, πρόβαλε τρέχοντας, και κοντοστάθηκε μερικά μέτρα αλάργα της.

«Μητέρα;!» έκραξε, κι η φωνή που βγήκε απ’ το λαρύγγι του και η θωριά της όλη μπηχτήκανε στα ώτα και στους οφθαλμούς της Θεοφανώς, και σκίρτησε η καρδιά της και αναρρίγησε.

«Άννα μου… Αννιώ μου, εσύ είσαι;» τραύλισε, προσεγγίζοντας το κορίτσι, κι άπλωσε το χέρι της να τ’ αγγίξει. «Κόρη μου, πριγκιπέσα μου…»

«Ναι! Ναι, εγώ είμαι, μάνα μου, η Αννιώ σου, η θυγατέρα σου!» ψέλλισε κομπιαστά και η μικρή αδελφή των βασιλέων, ενώ την καταλάμβαναν λυγμοί, και εκτείνοντας τα δικά της χέρια έπιασε τρυφερά τους βραχίονες της μεγαλύτερης γυναίκας.

«Κ – κόρη μου… Λιογέννητή μου…» έκανε ξέπνοη η Θεοφανώ, πνιγμένη πια στα δάκρυα, κι έψαυε τρέμοντας τις μαλακές παλάμες της Άννας.

«Μανούλα μου! Μανούλα μου γλυκιά!» ανταπέδωσε σπαρακτικά η δεκατριάχρονη πορφυρογέννητη πριγκίπισσα, και πρώτη χώθηκε στην αγκαλιά εκείνης που τη γέννησε, λευτερώνοντας τις κρήνες των ματιών της, κι η ίδια έσφιξε απάνω της το στερνοπαίδι της γερά, το καταφίλησε, κι έτσι αγκαλιασμένες κατέβρεξαν ώρα πολλή με δάκρυα καυτά, της απολύτρωσης, η μια της αλληνής τα μάγουλα και τον λαιμό και τον τράχηλο του στήθους.

«Μάνα μου! Πόσα χρόνια!» είπε η Άννα, όταν πια χόρτασαν το κλάμα. «Πώς έγινε έτσι η όψη σου, πώς σε κατάντησε το απόβρασμα ο Τσιμισκής…»

«Μην τον υβρίζεις, Άννα μου, δεν έχει κανένα νόημα… Κι εσύ όμως μεγάλωσες, σε άφησα κοριτσάκι έξι χρονώ και σε βρίσκω ολόκληρη κοπέλα!»

«Τον μισώ… Τον μισώ τον Ιωάννη, μάνα, ακόμα και νεκρό! Μακάρι να πέθαινε την ίδια ώρα που σε πήρε από κοντά μας…»

«Κι εγώ θα τον μισώ πάντοτε, άστρο μου, μα ο τι έγινε, έγινε, και πλέον δεν αλλάζει… Ας μην αφήσουμε λοιπόν τις κακές αναμνήσεις να μας μαυρίσουν την ψυχή τώρα που ξανανταμώσαμε, έτσι, ηλιογέννητή μου;»

«Έτσι, μάνα μου, σωστά τα λες!» χαμογέλασε αμυδρά η Άννα, σκουπίζοντας τα μάτια της, και την επόμενη στιγμή φάνηκε ο Βασίλειος.

«Καλώς μας ήλθες, μάνα!» τη χαιρέτησε, κι η Θεοφανώ ένιωσε να της λύνονται τα γόνατα από τη συγκίνηση στη θέα του.

«Βασίλη μου… Υγιέ μου!» τον προσφώνησε με χείλη τρεμάμενα με τη σειρά της, καθώς κινούταν προς το μέρος του με την Άννα βαστηγμένη στο πλευρό της, και μόλις τον έφτασε άπλωσε τα δάχτυλά της στην αρρενωπή μορφή του, στο πρόσωπό του το στιβαρό με τις έντονες γωνίες. Είχε φτάσει σε μέτριο ανάστημα ο κανακάρης της και παρέμενε εύσωμος, αλλά το παράστημά του είχε ήδη την αίγλη του στρατιωτικού, κι αυτό του χάριζε ύψος και κάποια ιδιαίτερη γοητεία, ομορφότερη έκδοση του Νικηφόρου του Φωκά θα τον έλεγες, του νονού του που του ’βαλε στην κεφαλή το λάδι, και που έμελλε να αποδειχτεί ότι του επιδαψίλευσε περίσσιες αρετές με αυτή την υλικοπνευματική έκχυση.

«Μητέρα!» άρθρωσε ξανά κι ο νέος αυτοκράτορας, και πνιγόταν η λαλιά του στο λαρύγγι από τον κόμπο των παγιδευμένων δακρύων που τον έφραζε, πήρε το χέρι της ευλαβικά στη χούφτα του και το ασπάστηκε, νιώθοντας ήδη τους λυγμούς να του πλακώνουνε το στήθος.

«Άνδρα σωστό σε βλέπουνε τα μάτια μου, παιδάκι μου, να σε χαρώ, και τον εκπλήρωσες τον όρκο σου, πως θα μ’ ελευθερώσεις όταν γίνεις βασιλιάς… Άσε με να σ’ αγκαλιάσω, να σου φιλήσω τα χέρια, την κεφαλή και τα ποδάρια σου ακόμα, αγόρι μου ευλογημένο, που με την υπόσχεσή σου γλύκαινες την καρδιά μου τόσους χρόνους, κανακάρη μου!»

«Να μ’ αγκαλιάσεις, μάνα μου, σφιχτά, να χωθώ μες την αγκαλιά σου σαν βρέφος και να λιώσω σαν κεράκι, και να ασπαστώ κι εγώ παντού το τυραννισμένο σώμα σου, ωσάν εικόνισμα ιερό, που μ’ έφερε στη ζωή και μ’ ανέθρεψε, κι εμένα και τα αδέλφια μου!» απάντησε ο Βασίλειος, σ’ ένα κύμα συναισθηματικού παροξυσμού, εξέτεινε κι αυτός τα μπράτσα του και μάνα και γιος πρωτότοκος φώλιασαν σ’ ένα γερό ιμερτό περιλάμπασμα, που το συνόδευαν ποταμοί τα δάκρυα και χάδια και φιλιά στις παρειές τους. Έσμιξε μαζί τους και η Άννα, κλαίγοντας κι αυτή συνέχεια από χαρά, και το σύμπλεγμά τους ήταν έτοιμο να βάλει φωτιά στη γη, να πεταχτεί η σπίθα ως τον ουρανό και να αγγίξει τον θρόνο του Θεού σε ευχαριστήρια υμνολογία, ο οποίος ευδόκησε να ξαναβρεθούν η αυγούστα και τα λατρεμένα τέκνα της...

«Από δω και μπρος δε θα με χωρίσει ποτέ κανείς από εσάς, παιδιά μου!» αναφώνησε η Θεοφανώ, με κόκκινα ακόμα τα ασπράδια των οφθαλμών από το κλάμα, όταν χωρίστηκαν οι τρεις τους κάπως από το σύμπλεγμά τους, τηρώντας διαδοχικά τον Βασίλειο και την Άννα της. «Κανείς, ούτε ο Θεός ο ίδιος, μ’ ακούτε; Κι είμαι έτοιμη να σας δώσω την αγάπη μου που στερηθήκατε τόσα χρόνια, και πιο πολύ εσύ, Αννίτζα μου, η πιο μικρή και πιο αδικημένη, που δε σε πήρε ο πατέρας σου ο Ρωμανός στα χέρια του, μιας κι ήσουν δύο ημερών μωρό, όταν εκείνος πέθανε…»

Είπε, και χάιδεψε μελαγχολική με τα ακροδάχτυλα το λεπτό σαγονάκι της θυγατέρας της. «Κι εμείς! Κι εμείς είμαστε έτοιμοι να τη δεχτούμε, μάνα, την αγάπη σου, να τη ρουφήξουμε όπως το ξερό το χώμα τη βροχούλα, γιατί διψάμε, πώς διψάμε!» έκανε το κορίτσι, κι ο αδελφός της συμφώνησε με ένα βλέμμα του ζεστό προς τη μητέρα τους, που έλεγε πολλά.

«Ας προχωρήσουμε, σεβαστή μου μάνα, έσω του Παλατίου» την παρότρυνε έπειτα, υιοθετώντας τόνο επίσημο, και έβαλε το αριστερό του χέρι στην πλάτη της και το δεξί του στον δεξιό της ώμο. «Από της ώρας ταύτης, εγώ, ο υιός σου και αυτοκράτωρ, σε αποκαθιστώ πλέον ως βασιλομήτορα και Αυγούστα εις τον οίκο μας, και θα φροντίσω να απολαύσεις πάλι κάθε βασιλικής τιμής, ην είχες ως σύζυγος του πατρός μου του φυσικού και κατόπιν του πνευματικού και δέσποινα!»

«Την ευχή μου και την ευλογία του Θεού να έχεις, Βασίλη μου» ψιθύρισε η Θεοφανώ, φέρνοντας το ζερβό της χέρι να ψηλαφήσει τρυφερά τα δάχτυλα του δικού του χεριού που είχε στον ώμο της. «Πολύχρονη και ένδοξη να είναι η βασιλεία σου, να νικάς πάντοτε στα πεδία των μαχών και να στέφεσαι, αλλά και να μεριμνάς με σωφροσύνη για τους υπηκόους σου, και εγώ ως μάνα σου θα νιώθω τιμημένη, και θα σταθώ στο πλάι σου σε ο τι κι αν με χρειαστείς, όπως προσπάθησα να κάνω και με τον μακαρίτη τον πατέρα σου, και ελπίζω να το έπραξα σωστά…»



«Να παραγγείλεις να γεμίσουν τα σεντούκια μας μεταξωτά φορέματα, μητέρα, και κοσμήματα» της έλεγε η Άννα λίγο αργότερα, ενώ κάθονταν μαζί στα παλιά της δώματα στον γυναικωνίτη. «Να τα φορείς και να χαίρεσαι, και να αναλάμψει ξανά το σώμα κι η μορφή σου…»

«Αφού το θες εσύ, θα το κάνω, κοριτσάκι μου» συναίνεσε η Θεοφανώ, χαμογελώντας, και της φίλησε το μέτωπο. «Κι εγώ τα αποθύμησα πολύ τα σηρικά ενδύματα, μα όχι για το υλικό τους πια, παρά μονάχα γιατί τα φόραγα κοντά σας, ούσα η μάνα σας…»

«Σου πρέπουνε, μανούλα μου, ήσουν και θα ’σαι πάντα μια βασίλισσα! Και θα φροντίσω να ξεχάσεις μια για πάντα το μαύρο ράσο το άραχλο, που σου φορέσανε με το στανιό και σε σύρανε μακριά μας…»

Είπε η έφηβη πριγκίπισσα, και αγκάλιασε τη μέση της μητέρας της, γέρνοντας το κεφαλάκι της το εβένινο στον κόρφο της που το ’χε αφήσει ξέσκεπο, κι εκείνη της το χάιδεψε οσφραινόμενη με συγκίνηση πολλή τη μοσχομυρωδιά του. Πόσο της θύμιζε τον εαυτό της η Αννούλα της, με την τεράστια διαφορά ότι τη γέννησε στην Πορφύρα την ίδια και όχι σ’ ένα χαμόσπιτο, με πατέρα βασιλιά, και ποτέ της δε χόρεψε για μεθυσμένους άντρες ούτε σπιλώθηκε έστω και ανέπαφα η αγνότητά της από πρόστυχα λάγνα βλέμματα και λόγια βρόμικα και πονηρά…

«Δέσποινα Άννα, τι…» ακούστηκε τότε ξάφνου μια φωνή, και μια νεαρή γυναίκα ως είκοσι δύο χρόνων, απαλά μελαχρινή, με αμφίεση υπηρέτριας, μπήκε στο κουβούκλι. Και με το που την είδε η ώριμη πλέον Θεοφανώ, οι θύμησες τη βάρεσαν κατακούτελα…

«Αναστασία;…» πρόφερε, και στάθηκε ορθή. «Μη με γελούν τα μάτια μου; Εσύ είσαι;..»

Η νέα είχε μείνει να ατενίζει κι αυτή τη Θεοφανώ με σάστισμα τρανό, αποσβολωμένη. Και σαν αγροίκησε τη μιλιά της, και επεξεργάστηκε ο νους της την εικόνα της και πήρε μπρος, τρεμούλιασαν τα πόδια και τα χέρια της, και μια κραυγή ξεστόμισαν τα χείλη της:

«Κυρά μου! Μάνα μου αυγούστα! Εσύ είσαι, δεν ήταν ψέματα λοιπόν ότι σε φέραν’ πίσω!»

«Εγώ είμαι, Αναστασία μου, καλή μου ψυχοκόρη! Γύρισα, ναι, ο γιος μου ο Βασίλειος με ανακάλεσε από τη μονή της Δαμιδίας, και στέκω εδώ μπροστά σου!» αποκρίθηκε η ψυχομάνα της, και μ’ έναν διασκελισμό τη σίμωσε και την έπιασε τρυφερά από τα μπράτσα.

«Μάνα μου… Μάνα μου Θεοφανώ, μητέρα μου αυγούστα…» παραληρούσε η Αναστασία η Δριζιώτισσα, με μάτια να καίνε από τα δάκρυα και τα αναφιλητά να της δονούν το σαγόνι, έχοντας γαντζωθεί σφιχτά από τους αγκώνες της Θεοφανούς, και τέλος έγειρε απάνω της και ξέσπασε σε κλάματα. Κι η βασιλομήτωρ κατανόησε πληρέστερα τη σφοδρότητα του ξεσπάσματός της και πόνεσε η καρδιά της, όταν ύστερα η Αναστασία τής αφηγήθηκε τι συνέβη στην ίδια, αφότου ο Ιωάννης την εξόρισε. Την είδε υποταγμένη τη μικρή κοπέλα ο Τσιμισκής, μουδιασμένη από τον φόβο της εναντίον του, και άμα νυμφεύτηκε τη Θεοδώρα την υποχρέωσε να γίνει αποκλειστική θεραπαινίδα της, μα ορέχτηκε καθώς φαίνεται και την ομορφάδα της, και με το ζόρι πάλι την έκανε κρυφή του περιστασιακή παλλακίδα, για να της δώσει να καταλάβει ακόμα πιο καλά ότι ήταν κάτω από την επικυριαρχία του…

«Τον άνανδρο! Τον αχρείο!» μουρμούρισε η Θεοφανώ, κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι της με θυμό. «Έχε χάρη που δε ζει πλέον, αλλιώς θα τον εκδικούμουν κατάλληλα… Μη θλίβεσαι άλλο, Αναστασία μου, τώρα έχεις εμένα για λιμάνι και καταφυγή σου, και δε θα σε εκμεταλλευτεί κανένας Ιωάννης! Θα σου βρω έναν καλό σύζυγο να σε θέλει και να μπορεί να σε αγαπήσει, και θα ζήσεις τίμια μ’ εκείνον και τα παιδιά που εύχομαι να δώσει ο Θεός να αποκτήσεις…»

«Ποιος να με θέλει πια εμέ, κυρά μου, την ατιμασμένη;» έκανε μια γκριμάτσα πίκρας η ψυχοκόρη της. «Κάλλιο να πήγαινα να κλειστώ σε κάνα μοναστήρι…»

«Όχι! Όχι, ποτέ σε μοναστήρι, Αναστασώ μου! Δε θα σ’ αφήσω να μαράνεις τα νιάτα σου!» τη διέκοψε ορμητική. «Παντρεμένη ή ανύπαντρη, στο πλάι μου θα μείνεις και θα με διακονείς με αγάπη όπως έκανες και πριν με διώξει ο Ιωάννης, και εγώ θα σ’ αγαπώ και θα σε φροντίζω κι ας είσαι πια ολόκληρη γυναίκα! Είσαι παιδί μου, Αναστασία, από την πρώτη στιγμή που σε παρέδωσε σε μένα η μητέρα σου η Ευμολπία στο Δρίζιον, και θέλω το καλό σου και την ευτυχία σου…»

«Ούτε της μάνας μου το όνομα δε λησμόνησες, κυρά μου…» ψέλλισε συγκινημένη η κοπέλα, και η Θεοφανώ πρόσθεσε:

«Δε λησμονιούνται αυτά, θυγατέρα… Τα γράφει ο Θεός μες την καρδιά με ανεξίτηλο μελάνι, και μένουν εκεί πέρα τυπωμένα… Πώς να ξεχάσω το όνομα της γυναίκας εκείνης που έτσι θυσιάστηκε, δίνοντας στα χέρια μου και θέτοντας υπό τη σκέπη μου την πρωτότοκή της, με αφοσίωση τέτοια ως να το αφιέρωνε στη Θεοτόκο και την Εκκλησία; Κι ούτε μπορώ να ξεγράψω πάλι το κοράσι που σφίχτηκε απάνω μου, λέγοντας ότι του λείπει κιόλας η μάνα του, κι εγώ το ημέρευα, εσένα, Αναστασία μου, εσένα…»

«Μητέρα, είναι στρωμένη η τράπεζα που διέταξα να ετοιμάσουνε για χάρη σου» διέκοψε την τρυφερή συνομιλία των δύο γυναικών ο Βασίλειος, προβάλλοντας στη θύρα. «Απόψε θα δειπνήσουμε και οι τρεις μαζί, για να εορτάσουμε την επάνοδό σου…»

«Τι όμορφη πρωτοβουλία, Βασίλη μου!» επιδοκίμασε η Άννα. «Άκουσες, μανούλα; Θα φάμε μαζί ξανά, ύστερα από τόσα χρόνια! Θα γευτείς την τέχνη των μαγείρων μας, και θα χρησιμοποιήσεις περόνια και πιάτα χρυσά και γυαλωμένα…»

«Δε βλέπω την ώρα, κόρη μου… Να τρώγω βλέποντας τα πρόσωπα των παιδιών μου, και να μιλάμε, σε τράπεζα πολύτιμη, όχι στις ξυλένιες τάβλες του μοναστηριού χωρίς να βγάζω τσιμουδιά!»

«Ας μην καθυστερούμε, λοιπόν» χαμογέλασε ο Βασίλειος. «Ελάτε, μάνα και αδελφή μου, να καθίσουμε γύρω από την τράπεζα αυτή την ευφρόσυνη, και να γευτούμε ως οικογένεια όσα πρέπουνε στη θέση μας!»

Κατέβηκαν στο αριστήριο η Θεοφανώ με τα παιδιά της, κάθισαν στη μαρμαρένια τράπεζα με το βαρύ πορφυρό μεσάλι, και με το νεύμα του Βασιλείου άρχισαν να πηγαινοέρχονται ο επί της τραπέζης και οι υπηρέτες και να τους σερβίρουν τα εκλεκτά εδέσματα που παρασκεύασαν για το ξεχωριστό τούτο δείπνο, το πρώτο της αυγούστας στο Παλάτι μετά από έξι χρόνια. Ανατρίχιασε ευχάριστα η γλώσσα της με όλους της τους κάλυκες κι ο ουρανίσκος της, σαν γεύτηκε ξανά το κρέας και τα καρυκεύματα που νοστίμιζαν τα φαγητά, μα πιο πολύ αναγάλλιαζε η καρδιά της, που έβλεπε αντίκρυ της τα σπλάχνα της να τιτιβίζουν χαρωπά και να τη ρωτούν συνέχεια αν της αρέσει το ένα ή το άλλο.

«Να ζούσε ο πατέρας σας να σας καμαρώσει!» είπε κάποτε. «Κι αν είχε ζήσει, τίποτα απ’ όλα αυτά μπορεί να μην είχε συμβεί, μήτε ν’ αναγκαζόμουν να πάρω τον Νικηφόρο για άντρα, αλλά και μήτε να έπεφτα στα δίχτυα αυτού του τρισάθλιου του Ιωάννη που σχεδίασε τον χαμό του…»

«Μην τα σκέφτεσαι πια καθόλου αυτά, μητέρα, και οδυνάσαι… Ο, τι γράφει, δεν ξεγράφει» την παρηγόρησε η Άννα, σκεπάζοντας το χέρι της με το δικό της. «Είμαι σίγουρη πως ο πατέρας μας, ο βασιλέας Ρωμανός, από κει ψηλά που βρίσκεται η ψυχή του, μας βλέπει τούτη τη στιγμή και χαίρεται. Και παρότι δεν τον γνώρισα ποτέ μου, θαρρώ κι εγώ πως ήταν πολύ όμορφος και καλός και ευγενικός, και πως σε είχε αγαπήσει βαθιά, μανούλα…»

«Ναι… Ναι, Άννα μου, μ’ αγάπησε βαθιά ο πατέρας σας» αναστέναξε η Θεοφανώ, επαναλαμβάνοντας βεβαιωτικά τα λόγια της. «Κι εγώ όμως τον αγάπησα, το ομολογώ ενώπιόν σας, τώρα που μεγαλώσατε και αντιλαμβάνεστε τα πάντα, μα δεν πρόλαβα να νιώσω όλο το μέγεθος της αγάπης μου όσο ζούσε και να του το δείξω έμπρακτα… Θαρρώ πως τον αδίκησα με αυτό που έκανα στις θείες σας, κι οι τύψεις με βαραίνουν… Αχ, να μπορούσα μονάχα να γυρίσω πίσω, και να δυνόμουν να αποτρέψω τη θανή του, αχ! Καταραμένος να ’ναι ο αίτιος, γιατί από θάνατο φυσικό δεν πήγε ο πατέρας σας, ήτανε νιος και δυνατός, παλικάρι ζηλευτό και πάγκαλο, και εγώ καμάρωνα και περηφανευόμουν που τον είχα, και νόμιζα η δυστυχής πως θα γεράσω αντάμα του…»

Δάκρυα ανέβηκαν στις κόγχες των ματιών της, και τις πίεσε με τους δείχτες κλείνοντας τα βλέφαρα, ενώ τα βασιλόπουλα αφουγκράζονταν αμήχανα τον μονόλογο της μάνας τους, νιώθοντας οίκτο. «Μην κλαις, μανούλα» την ικέτεψε πρώτη η Άννα, και έκανε να της δώσει ένα μαντίλι να σπογγίσει τα δάκρυά της. Η Θεοφανώ το αρνήθηκε, κι αφού τα στέγνωσε με την ανάστροφη της παλάμης της, έσπευσε να αλλάξει θέμα.

«Ο Κωνσταντίνος;» ρώτησε, μιας και της είχε κάνει εντύπωση η απουσία του μικρότερου γιου της από το δείπνο τους, κι η Άννα με τον Βασίλειο αντάλλαξαν ένα φευγαλέο νεφελώδες βλέμμα που δεν υπέπεσε στην αντίληψή της.

«Τον είχα ενημερώσει» ξερόβηξε ο Βασίλειος, νιώθοντας άβολα. «Δεν ξέρω γιατί δεν έχει κατεβεί ως τώρα…»

«Μήπως δε θέλει να με δει το παιδί μου;» συλλογίστηκε η Θεοφανώ και πήγε να πικραθεί. Το αμέσως επόμενο λεπτό, ένας πανύψηλος και γεροδεμένος έφηβος δεκάξι ετών, με σκουρόξανθα μαλλιά και μαύρα μάτια, εμφανίστηκε απρόοπτα, και τα στήθη της φτεράκισαν μόλις τον αντίκρισε. «Ο Κωνσταντής μου!» έβαλε σύνταχα με τον νου της, και το ’νιωθε πως ήταν άσφαλτη, γιατί ετούτο το μειράκιο, εξόν από το χρώμα των οφθαλμών του που ήταν ολόιδιο μ’ εκείνης, φάνταζε εικόνα πιστή του Ρωμανού…

«Κατά φωνή! Έλα, αδελφέ μου, κόπιασε να χαιρετήσεις τη μητέρα μας και να ευφρανθείς μαζί μας!» την επαλήθευσε ο κανακάρης της αμέσως, προσφωνώντας τον νέο απέναντί τους. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν έκανε μισό βήμα, μονάχα κοίταζε ανέκφραστος και παγερός τη μάνα του, σχεδόν εχθρικός.

«Κωνσταντή μου… Εγώ είμαι, αγόρι μου, η μητέρα σου, η αυγούστα Θεοφανώ, εκείνη που σε γέννησε!» του απευθύνθηκε τώρα και η ίδια. «Έλα, παλικάρι μου, έλα, ήλιε μου, ζύγωσε να σ’ αγκαλιάσω, που μου ξεπετάχτηκες σαν το καλοποτισμένο δένδρο και έγινες φτυστός ο κύρης σου ο Ρωμανός…»

Είχε σηκωθεί λέγοντάς τα αυτά από το θρονί της, και προχώρησε προς εκείνον, εκτείνοντας με προσμονή τους βραχίονές της. Ο Κωνσταντίνος, ωστόσο, της φέρθηκε τελείως αντίθετα απ’ ο τι ήλπιζε.

«Η μάνα μου!» άρθρωσε ειρωνικά. «Η φόνισσα του παππού και του νονού μας, και διόλου απίθανο και του πατέρα μας! Μάνα να σου πετύχει… Σ’ εκείνον μπορεί να έμοιασα, γυναίκα, όπως λες, αλλά σε σένα δε θα ’θελα ποτέ να μοιάσω, δε σε στέργω και δε σε αναγνωρίζω για μητέρα μου!»

«Κωνσταντίνε!» χλόμιασε έντρομη η Άννα με τα φρικτά λόγια του δεύτερου αδελφού της, ενώ ο Βασίλειος τον επέπληξε αυστηρότερα:

«Ντροπή σου, μικρέ! Ντροπή και ξανά ντροπή σου! Πώς τολμάς να μιλάς έτσι στη μητέρα μας; Ζήτα της αμέσως συγγνώμη για τις αισχρές βλαστήμιες που ξεστόμισες!»

«Όχι, δε ζητώ καμιά συγγνώμη από αυτήν» μουλάρωσε ο Κωνσταντίνος, και έριξε μια περιφρονητική ματιά στη Θεοφανώ. «Να γυρέψει πρώτα αυτή συγχώρεση απ’ όσους λένε ότι πήρε στον λαιμό της, και μετά! Η μιαρή, η φόνισσα…»

Και με αυτές τις βαριές λέξεις ως κατακλείδα, της γύρισε τα νώτα του και βάδισε μακριά τους. Σαν να τη μαχαίρωσαν πολλαπλά αισθάνθηκε η αυγούστα με τούτη τη συμπεριφορά του παιδιού της, και τρεκλίζοντας σωριάστηκε ξανά στο θρονί της, ενώ ο Βασίλειος ξεφυσούσε απογοητευμένος, σείοντας πέρα δώθε το κεφάλι του και τρίβοντας το μέτωπο και τους κροτάφους του.

«Μην τον συνερίζεσαι, μάνα μου, τον Κωνσταντίνο μας» μίλησε η Άννα, με λύπη και ντροπή γεμάτη για το άσχημο περιστατικό. «Του έχει γανώσει το μυαλό ο θείος μας ο Λεκαπηνός, αυτός ο παλιόγερος, που δεν έπαυε να σε συκοφαντεί…»

«Εγώ… Εγώ φταίω…» λογάριαζε η Θεοφανώ μονάχη της κατόπιν. «Δεν ήμουν καλή μάνα, τον παραγκώνισα μικρό, και βρήκε χώρο το μοχθηρό ανθρωπάριο να δηλητηριάσει την ψυχούλα του… Θα επανορθώσω, όμως, Θεέ μου, θα κάνω τα πάντα για να προσεγγίσω το παιδί μου και να το πείσω ότι δεν είμαι αυτή που του έχουν παρουσιάσει, κι Εσύ το ξέρεις καλύτερα απ’ όλους, πως μπορεί να έσφαλα, μα ούτε τον Νικηφόρο σκότωσα με τα χέρια μου, ούτε και τον Ρωμανό θα μπορούσα ποτέ μου να φονεύσω, τον άντρα μου τον παρθενικό και λατρεμένο μου, που ο χαμός του ο άδικος μου ξερίζωσε την καρδιά και μου διέτρησε τα σπλάχνα…»

Σαν να μην έφτανε η πίκρα που την κέρασε το φέρσιμό του, γρήγορα διαπίστωσε ότι ο Κωνσταντίνος της, εκτός από τη χάρη και την ομορφιά και τον αθλητικό σωματότυπο του πατέρα του, είχε κληρονομήσει και τις κακές του τις συνήθειες, διογκωμένες μάλιστα. Σύχναζε σε αμφιλεγόμενα συμπόσια και διασκεδάσεις, ξόδευε άπειρο χρόνο στο Τζυκανιστήριο, και δεν ήταν λίγες οι φορές που, έχοντας ξαγρυπνήσει επίτηδες και παραφυλάξει, τον είδε νύχτα να γυρνά στην κάμαρή του μεθυσμένος, παραπαίοντας και σιγοσφυρώντας, και έπληξε θαρρείς την ψυχή της δάγκωμα φιδιού, ότι θυμήθηκε τα ανάλογα τερτίπια του Ρωμανού που φαρμακώσανε τον γάμο τους. Ήταν πολύ μικρός ακόμα ο γιος της για να χαραμίσει τη ζωή του σε τέτοιες ασωτίες, και πάσχιζε να βρει τρόπο να τον πλησιάσει, να τον νουθετήσει, να τον συνετίσει, μα εκείνος συνεχώς τη βδελυσσόταν και την απωθούσε δύστροπα. Πέρασαν έτσι κάμποσοι μήνες, δίχως κανένα αποτέλεσμα, ωσότου την αντάμωσε και της άνοιξε συζήτηση ο πατρίκιος Αλύπιος, άνδρας όντας εκ των επιφανέστερων οικογενειών της Βασιλεύουσας και της αυτοκρατορίας εν γένει.

«Αυγούστα Θεοφανώ, θεωρώ τον κατήφορο εις ον διολισθαίνει ο νεώτερος υιός σου, και επιθυμώ να σου είπω ότι προβληματίζομαι εξίσου με εσένα, οι συγγενείς μου άλλωστε ήταν πάντοτε φίλα προσκείμενοι στη δυναστεία του Βασιλείου του Μακεδόνος, και ιδιαίτερα στον πεθερό σου τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο και τον πρώτο σου σύζυγο τον Ρωμανό… Μπορεί να έχεις πολλούς κατηγόρους και επικριτές, αλλά δι’ εμέ γνώριζε ότι το γεγονός της αντιβασιλείας των τέκνων σου και η σύζευξή σου μετά του Νικηφόρου Φωκά, ότε η περίστασις το απήτει, δι’ ης τα εξησφάλισες, αρκούν για να σε καταστήσουν εις την διάνοιά μου έντιμη γυναίκα και ικανή βασίλισσα…»

«Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, πατρίκιε Αλύπιε… Πες αυτό για το οποίο ήρθες, κι άσε τις περιστροφές, την κατηφόρα του υιού μου τη βλέπω και μόνη μου…»

«…Θεωρώντας, λοιπόν, αυγούστα, ότι πολύ ξεκάθαροι και συγκεκριμένοι είναι οι τρόποι με τους οποίους παιδαγωγείται η νεότητα, και λαμβάνοντας υπόψιν και το ρητό ότι το γοργόν και χάριν έχει, σκέφτηκα ως εξής, και θα λαλήσω με παρρησία προς εσένα» συνέχισε ο άρχοντας. «Η μονάκριβη θυγατέρα μου, η Ελένη, είναι κιόλας δεκατεσσάρων ετών, ενάρετη, σεμνή και προκομμένη, και ήδη με τη σύζυγό μου έχουμε μπει στη διαδικασία ανεύρεσης νυμφίου…»

«Εννοείς δηλαδή, πατρίκιε, ότι… αυτός ο νυμφίος μπορεί να είναι και ο Κωνσταντίνος μου; Ότι επιθυμείς να συμπεθεριάσουμε;»

«Γιατί όχι, δέσποινα, αν είναι και δικό σου θέλημα, βεβαίως; Τιμή θα ήταν για όλη μας την οικογένεια να παντρευτεί η Ελένη έναν από τους δύο πορφυρογέννητους υιούς σου και νέους βασιλείς, και κρίνω ότι ειδικά για τον Κωνσταντίνο θα ήταν συμφέρουσα η γαμήλια αυτή ένωση…»

«Μικρός είναι ακόμα για παντρειές…» μονολόγησε σκεφτική η Θεοφανώ, μα αμέσως σχεδόν πρόσθεσε: «Ίσως πάντως να έχεις δίκαιο, πατρίκιε Αλύπιε, και με τον γάμο να συμμαζευτεί και να σοβαρευτεί ο Κωνσταντίνος, τώρα που είναι νωρίς… Συγκατατίθεμαι, ως εκ τούτου, στο να μνηστευθεί και να νυμφευτεί την κόρη σου, και ας γίνει αυτό όσο το δυνατόν συντομότερα…»

Ο Κωνσταντίνος, παραδόξως, δεν έφερε καμιά ιδιαίτερη αντίρρηση για τον γάμο που του σχεδίαζαν. Με αδιαφορία άκουσε την ανακοίνωση της μητέρας του, που δίσταζε και το χιλιοκοσκίνιζε πώς να του το σερβίρει, αδιάφορος πάλι ήτανε και στον αρραβώνα του, όπου η Θεοφανώ πρωτοαντίκρισε τη μέλλουσα νυφάδα της. Ήταν η Ελένη ένα νόστιμο και καλοκάμωτο κορίτσι, ανοιχτοκάστανη με μάτια στο χρώμα του μελιού, με τρόπους ταπεινούς, αγνό τελείως και απονήρευτο, και αν την παρατηρούσες, θα έλεγες ότι είχε σαστίσει με αυτό που γινόταν, πως ήταν παντελώς ανέτοιμη να ντυθεί νύφη. Το ψυχανεμίστηκε η οσονούπω πεθερά της, και αναρωτήθηκε αν έκαναν καλά που προέβησαν κάπως βιαστικά σε αυτό το συνοικέσιο, μα η γυναίκα του Αλυπίου, η Ευδοκία, περήφανη κι αυτή που συγγένευε με τη βασιλική γενιά, τη διαβεβαίωσε πάραυτα ότι η θυγατέρα της ήταν μονάχα λίγο ντροπαλή, όπως όφειλαν να είναι όλες οι ευγενικές παρθένες, και πως τίποτα δεν της έλειπε ώστε να καταστεί σύζυγος άξια του Κωνσταντίνου, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Τελέστηκε λοιπόν ο γάμος του δευτερότοκου γιου της Θεοφανούς με την κοπέλα της αρχοντολογιάς, το φθινόπωρο του 976, και η αυγούστα μάνα προσδοκούσε και ευχόταν να απέβαινε χαλινάρι για κείνον η απόφαση αυτή που πήρε να δεχτεί να τον στεφανώσει τόσο σύντομα…


Λίνα Δώρου

[1] Βλέπε το ρητό «φιλοθεάμονες γαρ των άλλων ανθρώπων Βυζάντιοι»