Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

10.6.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 40)

Βιολέτα
Πιασμένοι χέρι με χέρι, αποφασίσαμε να πάμε περπατώντας στο πανδοχείο του Πειρατή. Θα αργούσαμε πολύ περισσότερο έτσι, αλλά θέλαμε να το κάνουμε με τον παραδοσιακό τρόπο, χωρίς αέρα για αλλαγή. Στον δρόμο συζητούσαμε για δύο πράγματα, τον γάμο και τις αλλαγές που έπρεπε να ολοκληρωθούν πριν ανοίξει το πανδοχείο. Και όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσαμε να αποφασίσουμε τίποτα για κανένα από τα δύο ζητήματα.
«Απλώς λέω πως η ταπετσαρία μπορεί να περιμένει. Τα δωμάτια θέλουν ακόμη δουλειά και δεν έχεις βρει προσωπικό».
«Δε μιλάς καλύτερα για τον γάμο σου που δεν έχεις διαλέξει καν ποια θα είναι κουμπάρα» αντιγύρισε και κοιταχτήκαμε νευριασμένα. Αμέσως μόλις τα μάτια μου συνάντησαν τα δικά του, ξέφρενα γέλια ξέσπασαν και από τους δυο μας. Ύστερα ανταλλάξαμε ένα φιλί και συνεχίσαμε.
«Αυτός ήταν ο πρώτος μας καβγάς» τόνισα και εκείνος συμφώνησε με χαμόγελο, λες και ήταν κάτι υπέροχο. Με κοίταξε γλυκά και μου έσφιξε το χέρι.
«Ωραία, τι λες για μια υποχώρηση;»
«Λέω πως αν και είσαι γλυκιά όταν θυμώνεις, θα προτιμούσα να μην τσακωνόμαστε. Οπότε ναι στον συμβιβασμό».
«Λοιπόν, τα απογεύματα θα σε βοηθάω με τις ανακαινίσεις. Ταπετσαρίες, βαψίματα, έπιπλα και τα σχετικά. Θα βρούμε προσωπικό και θα ανοίξουμε το μέρος».
«Θέλω να το κάνω πανδοχείο για ζευγάρια. Ένα μέρος να ανθίσει ο έρωτάς τους ή να αναζωπυρωθεί».
«Ακούγεται πολύ ενδιαφέρουσα η ιδέα σου».
«Σε ευχαριστώ, αλλά έχω την εντύπωση πως σε διέκοψα».
«Πράγματι. Τα πρωινά λοιπόν θα με βοηθάς με τον γάμο μαζί με την Άρτεμις και τον Αλκίνοο. Τελετή, φωτογράφος, στολισμός, καλεσμένοι, τραπέζι, φαγητό, κουμπάρα και όλα τα συναφή».
«Ακούγεται τραγικά βαρετό, μωρό μου».
«Και εγώ βαριέμαι να βάφω, αλλά θα το κάνω για εσένα» άρχισα να τον καλοπιάνω.
«Με καλοπιάνεις;»
«Λειτουργεί;»
«Λιγάκι μόνο» είπε και ήξερα πως τον είχα φέρει με το μέρος μου.
Ύστερα από λίγη ώρα, φτάσαμε στο πανδοχείο και απολαύσαμε μια μέρα γεμάτη ησυχία και γαλήνη. Φάγαμε και ασχοληθήκαμε με βαρετά θέματα για ανακαινίσεις και γάμους. Και κάπως έτσι πέρασε και ο μήνας μέχρι να λήξει η προθεσμία που είχα ορίσει. Μόνο δύο, ίσως τρία, γεγονότα μου θύμισαν ποια ήμουν και τι είχα ζήσει. Το ένα από αυτά έγινε την επομένη της επίσκεψής μας στο στέκι του Πειρατή. Ήδη από την αρχή της μέρας ήξερα πως θα έπρεπε να αντιμετωπίσω τους τέσσερεις κρατούμενους που περίμεναν στο ειδικό τμήμα των φυλακών, εκεί όπου κρατούσαν μια εκδοχή του εαυτού μου και τον νονό μου.
Οπλισμένη με τις θετικές αναμνήσεις τις προηγούμενης μέρας, βγήκα από το παλάτι χαιρετώντας μερικούς φρουρούς και πλησίασα στην πλαϊνή είσοδο που είχα χρησιμοποιήσει και την πρώτη φορά. Εκεί με περίμενε ο Αλέξανδρος ο οποίος μόλις με είδε χαμογέλασε.
«Θυμάσαι την προηγούμενη φορά που ήμασταν εδώ; Σε αυτό το σημείο;» ρώτησε χαρούμενα.
«Αν θυμάμαι λέει. Σε χτύπησα για να μπω, αλλά σε αποζημίωσα μετά, όπως υποσχέθηκα».
«Το καλύτερο χτύπημα της ζωής μου» αστειεύτηκε και άνοιξε την πόρτα αφήνοντάς με να περάσω.
«Αν χρειαστείτε οτιδήποτε, να ξέρετε πως θα περιμένω εδώ. Στείλτε μου μήνυμα με τον αέρα».
«Σε ευχαριστώ και ίσως να σε φωνάξω τελικά. Μπορούμε να κάνουμε και ένα περίπατο μετά για να σου μιλήσω για τον κήπο και κάποιες αλλαγές που θέλω».
«Όπως επιθυμείτε, μεγαλειοτάτη» απάντησε και έτσι έληξε η σύντομη συζήτησή μας. Προχώρησα προσεκτικά ακολουθώντας τη σχεδόν γνώριμη πια διαδρομή και έφτασα στα κελιά που είχαν γίνει πια τέσσερα και όχι τρία. Χαμογέλασα ευτυχισμένη και ευγνώμων για τη βοήθεια του Απόλλωνα και μπήκα στο πρώτο κελί όπου για κακή μου τύχη βρισκόταν ο Μάριος. Ανάθεμα! Πήρα μερικές ανάσες και έκλεισα πίσω την πόρτα ανάβοντας με φωτιά τους πυρσούς. Κάθισα στο σκαμπό και ξερόβηξα περιμένοντας να ανοίξει τα μάτια του.
«Μεγαλειοτάτη, τι τιμή να με επισκέπτεστε στο φτωχικό μου κελί. Κρίμα που δεν έχω τίποτα να σας κεράσω» ειρωνεύτηκε. Παρά την άσχημη κατάστασή του, η ειρωνεία που τον χαρακτήριζε ήταν η μόνη που είχε μείνει ίδια. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και είχε έντονους μαύρους κύκλους κάτω από αυτά. Ήταν χλωμός και βρώμικος.
«Εδώ που φτάσαμε η ειρωνεία δε θα σε βοηθήσει. Δείχνεις απαίσια. Να σου φέρω κάτι; Οτιδήποτε» είπα γλυκά και τον είδα να μπερδεύεται από τον τόνο μου. Λογικά περίμενε τη βασίλισσα-τιμωρό η οποία δεν ήρθε ποτέ.
«Ο τόνος σου μου θυμίζει κάτι ξέρεις. Δεν είμαι και σίγουρος, αλλά νομίζω πως η φωνή της ήταν ίδια. Μπορεί η φαντασία μου να παίζει παιχνίδια γιατί ήμουν πολύ μικρός για να θυμάμαι πραγματικά, αλλά νομίζω της έμοιαζες».
«Η μαμά σου ήταν από τη Γη και δεν την ξαναείδες από τότε που φύγατε» είπα και συμφώνησε με ένα νεύμα.
«Λυπάμαι για όσα σου συνέβησαν. Πρέπει να ήταν απαίσιο να ζεις έτσι και από την εμπειρία μου μπορώ μόνο να καταλάβω ένα μέρος από όσα πέρασες. Αλλά τα πράγματα θα αλλάξουν. Θα ιδρυθούν κοινότητες στη Γη και όλα θα πάνε καλά».
«Το ξέρω».
«Τι εννοείς;»
«Ο Αλκίνοος δε σταματούσε να μιλάει για τα σχέδια του περί αποικίας. Οπότε φαντάστηκα πως, αφού συμμαχήσατε, θα σε έπειθε αργά ή γρήγορα να τον βοηθήσεις» είπε και ήταν πλέον η σειρά μου να του μιλήσω για όσα είχαν γίνει.
«Έχεις κάνει απαίσια πράγματα που σου στέρησαν τις δυνάμεις σου και την ελευθερία σου, πράγματα που δύσκολα θα πάρεις πίσω. Αλλά η κατανόηση είναι ένα καλό πρώτο βήμα. Ένα δεύτερο καλό βήμα θα ήταν να μιλήσεις και να με βοηθήσεις να τιμωρηθούν όσοι εμπλέκονται. Αν με βοηθήσεις, τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο εύκολα για εσένα. Δε θα ήθελα να αφήσω κάποιον σαν την Αρετή να τριγυρίζει ελεύθερο» είπα τελικά και τότε ο Μάριος άρχισε να τρελαίνεται. Το πρόσωπό του κοκκίνισε και τα μάτια του γούρλωσαν. Άρχισε να χτυπιέται και να τραβάει τις αλυσίδες που τον κρατούσαν περιορισμένο μέχρι που οι καρποί του μάτωσαν από την προσπάθεια. Ουρλιαχτά πόνου έβγαιναν από το στόμα του, αλλά δε σταματούσε να χτυπιέται και να παλεύει.
Ξεπερνώντας το αρχικό σοκ, εισέβαλλα στο μυαλό του για να δω τι γινόταν, αλλά κάτι μπλόκαρε την είσοδό μου. Ήταν σαν ένα άσπρο πανί να έχει τυλιχτεί γύρω του και πότε πότε εικόνες πετάγονταν. Έβλεπε όραμα. Μόνο που δεν ήταν αυτή η δύναμη τού. Σκέψου, Βιολέτα, σκέψου. Τι πάει λάθος; Είπα κάτι που να ξεκίνησε το όραμα ή ευθυνόταν η κοπέλα από το διπλανό κελί; Παραμερίζοντας τη γη κοίταξα την κοπέλα η οποία κοιμόταν ροχαλίζοντας. Δε θα μπορούσε να το είχε κάνει. Τότε ποιος;
Η Αρετή!
Μόλις είπα το όνομά της ξεκίνησαν όλα. Όμως η Αρετή ήταν νεκρή. Δε θα μπορούσε να το προκαλεί απλώς και μόνο με το όνομά της, να στέλνει οράματα από τον άλλο κόσμο. Αποφασισμένη να ξεδιαλύνω το μυστήριο εισέβαλλα ξανά στο μυαλό του και έστειλα ένα δικό μου όραμα. Ήταν μια γυναίκα με όμορφα κοντά καστανά μαλλιά που κρατούσε τον Μάριο στην αγκαλιά της και του τραγουδούσε. Εκείνος ήταν μισοκοιμισμένος και της κρατούσε το δάχτυλο με τη μικροσκοπική παλάμη του. Με το νερό και τον αέρα επιτέθηκα στο άλλο όραμα και έστειλα το δικό μου. Δευτερόλεπτα αργότερα ο Μάριος σταμάτησε να παλεύει και να φωνάζει. Κάθισε κάτω και ανέπνευσε βαθιά ξαναπαίρνοντας τον έλεγχο του σώματος και του μυαλού του.
«Μπορείς να μην ξαναπείς το όνομά της; Είναι επίπονο».
«Τι σου έχει κάνει; Είναι νεκρή. Πώς γίνεται να σε ελέγχει ακόμη;»
«Εκείνη, για να σου λύσω την απορία, με είχε πλησιάσει. Μου φανέρωσε τα οράματα αποδεικνύοντάς μου πως οι υπόλοιποι θα έχαναν τη θέση τους και τις δυνάμεις τους, όμως εσύ ήσουν νεκρή. Εκείνη θα κέρδιζε και θα είχε εμένα άρα και την ομάδα μου, στο πλευρό της. Ήμουν η ασφαλιστική δικλείδα της κατά κάποιο τρόπο. Εκείνη τη μέρα άργησα. Δεν την έσωσα και τώρα ήρθε η στιγμή να τιμωρηθώ» είπε και έδειξε ένα μαύρο τριαντάφυλλο στο χέρι του.
«Λυπάμαι πολύ».
«Μη λυπάσαι. Έκανα την επιλογή μου, ήταν λάθος μου και τώρα το πληρώνω. Όπως το πλήρωσε και ο Απόλλωνας».
«Τι εννοείς;»
«Δε θυμάσαι τα πάντα τώρα πια;»
«Σχεδόν. Κάποια κομμάτια με δυσκολεύουν. Πονάνε πολύ» απάντησα με ειλικρίνεια. Μου έβγαινε αβίαστα, μολονότι δεν τον ήξερα και μου είχε ήδη προκαλέσει πάμπολλα προβλήματα.
«Ο Απόλλωνας είχε και εκείνος έναν όρκο τον οποίο αθέτησε. Έναν παρόμοιο με τον δικό μου, αλλά εκείνος έφυγε πολύ πριν ξυπνήσω εγώ. Βρήκε εσένα, σε διάλεξε και εσύ του πήρες τις συνέπειες και του έδωσες νέα ζωή. Εγώ άργησα να ξυπνήσω και τώρα είστε δεμένοι».
«Θες να πεις πως μπορώ να επουλώσω και τον δικό σου πόνο;»
«Αυτό ακριβώς θέλω να πω. Μόνο που δε θέλω να το κάνεις. Μου αξίζει να ζω με τις συνέπειες. Και στους άλλους αξίζει που έχασαν τις δυνάμεις τους. Έτσι ήταν πάντα οι άρχοντες, ένας κυριαρχεί και οι άλλοι υπακούν. Το λάθος μου και η υπακοή τους μας στέρησε σε όλους από κάτι και εγώ, σαν κυρίαρχος, πληρώνω παραπάνω».
«Δεν αξίζει σε κανέναν να πληρώνει λάθη που έκανε επειδή τον εξαπάτησαν. Θέλω να πάρω τις συνέπειες και να σε βοηθήσω να ζήσεις μια κανονική ζωή. Να βρεις τους γονείς σου και να προσφέρεις. Έχεις αλλάξει τώρα που σου πήρα τις δυνάμεις και είναι στο χέρι σου να γίνεις καλύτερος. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους».
«Ξέρεις τι έκανε πριν πεθάνει;» ρώτησε αγνοώντας όσα είπα.
«Όχι» απάντησα.
«Έδεσε τις δυνάμεις μου, εμένα και της Κυριακής. Ήταν δύσκολο να τις πάρεις έτσι;»
«Αρκετά μπορώ να πω».
«Τις έδεσε με οράματα και τις εξουσίαζε. Όσο ζούσε ήταν καλά τα πράγματα. Δε βλέπαμε διαφορά. Όμως όταν πέθανε, έγιναν ανυπόφορες. Δεν μπορούσα να τις ελέγχω πάντα. Μερικές φορές ένιωθα πως έχανα τον εαυτό μου. Μέχρι που τελικά τον έχασα. Εκείνη μας ανάγκασε να έρθουμε στο παλάτι, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να επανακτήσει τη δύναμή της. Ήθελε να μας κάνει να την αναστήσουμε. Αν δεν είχαν αποστρατήσει ο Μάριος και η Άρτεμις αποδυναμώνοντας το σύνολο, θα τα είχε καταφέρει».
«Ήταν το πιο απαίσιο άτομο που έχω γνωρίσει, όμως τώρα πέθανε και είσαι καλά. Η μοίρα σου είναι πια στα χέρια σου, ίσως για πρώτη φορά».
«Πιστεύεις πως μπορώ να έχω μια δεύτερη ευκαιρία;»
«Δεν το πιστεύω απλώς, στο εγγυώμαι, διότι εγώ θα σου εξασφαλίσω την ευκαιρία για νέα αρχή. Σε όλους σας. Θα υπάρχουν κάποιοι όροι και περιορισμοί στην αρχή, αλλά νομίζω πως θα μπορέσεις να βρεις τον δρόμο σου».
«Σε ευχαριστώ».
«Με αγαπάς» είπα πριν προλάβω να ελέγξω τον εαυτό μου, ή μάλλον την κόρη μου.
«Το χάρισμά της είναι απίστευτο. Και ναι σε αγαπάω. Δεν ξέρω πώς ή πότε ξεκίνησα να το κάνω. Δεν ξέρω καν αν είναι αλήθεια πλέον. Εκείνη η γυναίκα με εκμεταλλεύτηκε, παραποίησε τις σκέψεις μου με τα οράματα και τα λόγια της. Θέλω να πιστεύω πως είναι αλήθεια, κάτι που μπορώ να κρατηθώ, κάτι που είναι μόνο δικό μου, αλλά φοβάμαι πως είναι ψέμα. Φοβάμαι πως δε θυμάμαι πια ποιος ήμουν. Και τώρα που δε με ελέγχει πια, δεν μπορώ να βρω τι είναι αληθινό και τι όχι, δεν μπορώ να καταλάβω ποιος είμαι».
«Δεν μπορώ να σου ανταποδώσω την αγάπη, αν τελικά είναι αληθινή, όχι παραπάνω από όσο αγαπά κανείς ένα φίλο. Πιστεύω όμως πως η αληθινή φιλία μπορεί να αποτελέσει για εσένα ισχυρότερο κίνητρο».
«Δε διαλέγεις ποιον αγαπάς» είπε περισσότερο στον εαυτό του και εγώ δεν μπόρεσα να απαντήσω κάτι.
«Μπορείς να δουλέψεις στο πανδοχείο του Απόλλωνα για αρχή. Έτσι θα είσαι κοντά και θα μπορώ να σε ελέγχω» είπα αλλάζοντας θέμα.
«Θα το κάνω, ό,τι και αν ζητήσεις».
«Σήκω όρθιος τότε να ξαπλώσω, γιατί είναι απαίσιο να παίρνεις τις συνέπειες για το σπάσιμο του όρκου».
«Μην το κάνεις. Μου αξίζει να πληρώσω. Ελευθέρωσε τους άλλους και στείλε τους στη Γη, στην αποικία. Εγώ θα μείνω εδώ και όταν γίνω άξιος για συγχώρεση, οι συνέπειες θα εξασθενήσουν. Μόνο μη λες συχνά το όνομά της».
«Έχει και άλλος μαύρο τριαντάφυλλο;»
«Μόνο εγώ ορκίστηκα».
«Θα τους ελευθερώσω όλους, όμως θα σας παρακολουθώ. Όσο για εσένα, θα δουλέψεις και ελπίζω να κάνοντάς το, να ανοίξουν τα μάτια σου και η καρδιά σου». Αυτό ήταν το πρώτο γεγονός που διατάραξε τη ρουτίνα μου, όμως ήταν προς το καλύτερο.
Και όσα είπαμε, έγιναν. Γύρισαν στη Γη και έζησαν ευτυχισμένοι, παρόλο που κόπιασαν για μια αποικία στην οποία πάντα υστερούσαν χωρίς δυνάμεις. Στην αρχή όλοι τους κοιτούσαν με καχυποψία. Όλοι απορούσαν τι είχαν κάνει για να στερηθούν τις δυνάμεις τους και έτσι εμφανίστηκαν οι μύθοι. Και μετά τους μύθους ήταν πιο εύκολο να ταιριάξουν έχοντας μια φήμη να τους ακολουθεί. Άλλοι έμειναν στην πρώτη αποικία και άλλοι μετακινήθηκαν όταν ιδρύθηκαν οι επόμενες. Όμως μια φορά τον χρόνο βρισκόντουσαν για να θυμηθούν τα παλιά.
 Και ο Μάριος έμεινε και δούλεψε στο πανδοχείο του Απόλλωνα. Ίδρωσε, κουράστηκε, αλλά ανταμείφθηκε όταν έφτιαξε και ένα δικό του, μαζί με τη γυναίκα του, την Άρτεμις. Όπως του είχα πει, είχε ανοίξει την καρδιά του και ήταν τόσο δυνατή η αγάπη τους που ο Μάριος δεν ήταν ποτέ πια ίδιος. Χρειαζόταν μονάχα μια αλλαγή και ο όρκος του ξεθώριασε και έζησε μια ευτυχισμένη ζωή. Το όνομά της έπαψε σχεδόν να τον επηρεάζει και το μόνο που έμεινε να του θυμίζει τα λάθη του παρελθόντος ήταν ένα τριαντάφυλλο στο χέρι, κενό πια από χρώμα. Ούτε κόκκινο, ούτε μαύρο. Απλώς κενό.
 Και εγώ δεν τον ξέχασα ποτέ. Μείναμε φίλοι μέχρι το τέλος. Ποιος να το πίστευε μετά το ξεκίνημά μας, όμως η πραγματική φιλία μπορεί να κρύβεται στα πιο απίθανα μέρη. Το μόνο που χρειάζεται είναι να είμαστε ανοιχτοί και να πιστεύουμε στη δύναμή της. Και τότε ο κόσμος γίνεται καλύτερος.


Έλενα Παπαδοπούλου