Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18.6.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 42)


Βιολέτα
Η μέρα του γάμου είχε φτάσει και ακόμη δεν είχα απάντηση από την Ηλέκτρα. Κάθε φορά που το σκεφτόμουν, το στομάχι μου σφιγγόταν. Βέβαια η Άρτεμις ήταν έτοιμη να αναλάβει τον ρόλο αν τελικά η Ηλέκτρα δεν εμφανιζόταν. Όμως δεν ήταν το ίδιο. Την είχα δει σε όραμα πράγμα που με έκανε σχετικά αισιόδοξη για την απόφασή της. Το μέλλον όμως ήταν πολύ ασταθές.

Το ξυπνητήρι χτυπούσε σαν τρελό και εγώ το αγνοούσα, βυθισμένη σε σκέψεις και τυλιγμένη ακόμη με το πάπλωμα. Ο Απόλλωνας, αφού με είχε φιλήσει και αγκαλιάσει το προηγούμενο βράδυ, είχε πάει σε δικό του δωμάτιο. Ο γαμπρός δεν πρέπει να δει τη νύφη πριν από το γάμο είχαν πει και μολονότι δε μου άρεσε η ιδέα να φύγει, η άπλα στο κρεβάτι ήταν υπέροχη, οπότε είχα σκοπό να την απολαύσω όσο περισσότερο γινόταν. Ακόμη και αν αυτό σήμαινε πως θα έπρεπε να ανεχτώ τον ενοχλητικό ήχο για μερικά λεπτά ακόμη. Γιατί φυσικά, η μαμά μου και η Ανθή που ήταν υπεύθυνες να με ετοιμάσουν, με ήξεραν αρκετά καλά ώστε να βάλουν το ξυπνητήρι κάτω από το κρεβάτι, ώστε να πρέπει να σηκωθώ για να το κλείσω. Μπήκα στον πειρασμό βέβαια να το κάψω, αλλά δεν έπρεπε να το κάνω, όχι πάλι τουλάχιστον.
Τα λεπτά περνούσαν και το μυαλό μου ταξίδευε κλείνοντας έξω τον επαναλαμβανόμενο ήχο. Η ηρεμία μου όμως δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ μιας και λίγο αργότερα μπήκαν μέσα πέντε γυναίκες φουριόζες και άρχισαν να ανοίγουν τα παντζούρια. Η Ανθή έκλεισε το ξυπνητήρι και η μαμά μου με ξεσκέπασε. Τι άκαρδη! Με τόσο φως και θόρυβο αναγκάστηκα να σηκωθώ και τις κοίταξα ενοχλημένα.
«Σηκώθηκα εντάξει; Δεν κλείνετε τις κουρτίνες τουλάχιστον; Με ενοχλεί το φως» είπα και εκείνες απλώς με αγνόησαν. Καμία συμπόνια για μια εγκυμονούσα γυναίκα.
«Κορίτσια, εσείς θα φτιάξετε το κρεβάτι και θα καθαρίσετε. Θέλω κεριά και ροδοπέταλα. Ρομαντική ατμόσφαιρα, χαμηλός φωτισμός, ίσως και καμία μουσική. Ξέρετε εσείς. Τα αφήνω στα ικανά σας χέρια» είπε η μαμά και άρχισε να με σπρώχνει προς το μπάνιο ακολουθούμενη από την Ανθή κα την Άρτεμις.
«Τι κάνετε; Είναι σχεδόν δώδεκα. Έχουμε επτά ώρες μέχρι τον γάμο».
«Πρέπει να βεβαιωθούμε πως θα είσαι ακαταμάχητη άρα ίσα που μας φτάνουν» είπε και ανατρίχιασα. Αυτό προμηνυόταν επώδυνο και χρονοβόρο.
«Λέω να ξεκινήσουμε με την αποτρίχωση» πρότεινε η Ανθή και την κοίταξα με μίσος, ενώ εκείνη γέλασε και σήκωσε τους ώμους της. Και έτσι πέρασαν οι δύο πρώτες ώρες. Η μαμά μου και η Ανθή συνεργάζονταν. Η μια άπλωνε το κερί και η άλλη το κάλυπτε και τράβαγε. Οι γάμπες ήταν μια χαρά όμως τα υπόλοιπα πόνεσαν τραγικά πολύ. Οι τσιρίδες μου πρέπει να είχαν ακουστεί σε όλο το παλάτι και σίγουρα είχαν προκαλέσει ανησυχία, ίσως και ενόχληση. Αν βρω όποιον εφηύρε την αποτρίχωση, θα τον πατήσω κάτω, και αυτόν, και όλους τους απογόνους του, σκέφτηκα. Αφού βεβαιώθηκαν πως ήμουν εντελώς άτριχη σε όλο το σώμα, άπλωσαν ενυδατική κρέμα και ξεκίνησαν να φτιάχνουν τα φρύδια μου, ενώ είχαν ήδη βάλει μια ειδική μάσκα στα μαλλιά μου για να είναι λαμπερά και ευωδιαστά.
Έπειτα έπρεπε να κάνω μπάνιο και τέλος να αλείψω όλο το σώμα με μια περίεργη κρέμα για να είναι μαλακό το δέρμα. Αφού έγιναν όλα αυτά, μπορούσα επιτέλους να βυθιστώ στη γεμάτη ζεστό νερό μπανιέρα, που μύριζε λεβάντα και να απολαύσω λίγα λεπτά ησυχίας. Βυθίστηκα αργά στο νερό με ευγνωμοσύνη, αφού το νερό ανακούφισε το πονεμένο μου δέρμα. Η Ανθή άπλωσε άλλη μια κρέμα στο πρόσωπό μου, μου έδωσε ένα ποτήρι νερό και με άφησε μόνη μου στο μπάνιο. Ευχαριστημένη για το μικρό έστω διάλειμμα, έβαλα το κεφάλι μου σε μια φούσκα και βυθίστηκα απολαμβάνοντας τον μοναδικό ήχο της ησυχίας.
Όμως η ησυχία είχε δυστυχώς ημερομηνία λήξης και έπρεπε να βγω, να ξεβγάλω τη σαπουνάδα και έπειτα να μου φτιάξουν τα μαλλιά και να με βάψουν. Έπειτα έπρεπε να βάλω το φόρεμά μου και ήμουν έτοιμη. Η Ανθή με βοήθησε να σηκωθώ και μαζί πήγαμε στο δωμάτιο για να με ετοιμάσει. Τότε, οι άλλες δύο κοπέλες πήγαν να καθαρίσουν το μπάνιο όπου επικρατούσε το χάος. Οι καημένες οι κοπέλες, σκέφτηκα. Το υπόλοιπο δωμάτιο όμως ήταν πραγματικά υπέροχο. Το κρεβάτι ήταν στρωμένο με μπεζ πάπλωμα, ενώ τα σεντόνια ήταν στο χρώμα του σάπιου μήλου. Εκατοντάδες ροδοπέταλα ήταν απλωμένα στην επιφάνειά του και από τον ουρανό του κρεβατιού κρεμόντουσαν μπεζ πανιά που έκαναν το κρεβάτι σαν φωλιά. Όλα ήταν πεντακάθαρα και τακτοποιημένα και κεριά ξεπηδούσαν από κάθε γωνία χωρίς να είναι αναμμένα ακόμη.
Κάθισα και υπομονετικά άφησα την Ανθή να κάνει τη δουλειά της, φτιάχνοντας έναν ακόμη από τους περίτεχνους κότσους της και στερεώνοντας με κάποιο τρόπο την κορώνα και το πέπλο χωρίς να φαίνονται υπερβολικά. Τα νύχια μου ήταν βαμμένα σε ανοιχτό χρώμα, ενώ δύο νύχια είχαν όμορφα σχέδια, ζωγραφισμένα με λεπτεπίλεπτες κινήσεις. Τώρα έμενε μόνο το μακιγιάζ. Η Ανθή, της οποίας τα ταλέντα μου φαινόταν πως δεν τελείωναν ποτέ, χρησιμοποίησε κυρίως γήινους τόνους εκτός από τη βιολετί σκιά που ταίριαζε με τα μάτια μου που σχεδόν έλαμπαν σήμερα. Μου έβαλε το αγαπημένο μου κραγιόν και συνέχισε με διάφορα άλλα προϊόντα τα οποία δεν πρόσεχα ιδιαίτερα, γιατί σκεφτόμουν πάλι την Ηλέκτρα και το πόσο άσχημα θα αισθανόμουν, αν δεν ερχόταν τελικά.
Μέχρι να τελειώσει και να φορέσω το νυφικό η ώρα είχε φτάσει έξι που σήμαινε πως είχα άλλη μια ώρα στη διάθεσή μου. Η Ανθή αποχώρησε τελευταία από τις γυναίκες ώστε να ετοιμαστεί και εγώ έμεινα μόνη μου. Προσεκτικά κάθισα στην κουνιστή καρέκλα μου με μια κουβέρτα στα πόδια μου και άρπαξα ένα βιβλίο. Χαμένη στις σελίδες του πέρασα μια ολόκληρη ώρα μέχρι που τα κορίτσια ξαναήρθαν, έτοιμες και ντυμένες για να με οδηγήσουν στον μπαμπά.
«Είσαι πανέμορφη» είπε εκείνος μόλις με είδε και άρχισε να κλαίει. Αδιαφορώντας για όλα τον αγκάλιασα σφιχτά και του χάιδεψα τα μαλλιά.
«Το κοριτσάκι μου παντρεύεται τόσο νωρίς. Μόλις πριν από λίγες μέρες έγινες δεκαοχτώ. Απλώς πίστευα πως θα σε κρατούσα κοντά μου λίγο ακόμη» μονολογούσε και εγώ ταξίδευα στα γενέθλιά μου που πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα λόγω της δωροδοσίας.
Η μέρα των γενεθλίων μου ξεκίνησε σαν οποιαδήποτε άλλη μέρα και ούτε ένας δε μου είχε ευχηθεί για αυτά. Ωστόσο, κοντά στο βράδυ, ο Αλέξανδρος με είχε τραβήξει έξω από το παλάτι για να μου δείξει τις αλλαγές στον κήπο και καθώς επιστρέφαμε, όλοι με περίμεναν στην αίθουσα χορού που είχε στηθεί ολόκληρο πάρτι κάτω από τη μύτη μου. Είχαν έρθει οι γονείς μου και ο νονός μου, αλλά και η Άρτεμις, ο Αλκίνοος και ο Μάριος. Όλοι φορούσαν τα καλά τους και εκείνα τα γελοία καπελάκια. Η τούρτα ήταν φανταστική και οι χοροί είχαν κρατήσει ώρες.
Το καλύτερο κομμάτι της βραδιάς ήταν το δώρο που είχα πάρει από τον Απόλλωνα, αφού επιστρέψαμε στο δωμάτιο μας. Από τη συσκευασία έμοιαζε με βιβλίο όμως δεν ήταν συνηθισμένο. Οι σελίδες του ήταν γεμάτες κολάζ που απεικόνιζαν κάθε μας περιπέτεια. Περιείχε πολλές φωτογραφίες και σχόλια. Μου είχε πει να το διαβάζω όταν δεν αισθανόμουν καλά. Έτσι θα θυμόμουν ποια ήμουν, τι είχα κάνει. Μια σπίθα αισιοδοξίας στριμωγμένη σε ένα βιβλίο. Και εγώ αυτό έκανα. Το διάβαζα όταν είχα άγχος, όταν ένιωθα πως πνίγομαι. Το διάβαζα ακόμη και μια ώρα πριν από τον γάμο μου.
Απρόθυμα εγκατέλειψα τη χαρούμενη ανάμνηση και επέστρεψα στο παρόν που ο μπαμπάς είχε σταματήσει επιτέλους να κλαίει και με κοιτούσε με περηφάνια.
«Έτοιμη, κούκλα;»
«Πανέτοιμη, απάντησα μολονότι δεν αισθανόμουν και πολύ έτοιμη. Αμέσως, το πιάνο άρχισε να παίζει.
Στην αρχή, ο πιανίστας που έπαιζε πατούσε τα πλήκτρα απαλά και αργά, μα σαν πλησίασα, αύξανε ολοένα την ένταση. Η τελετή θα γινόταν στον κήπο και εγώ κατέβαινα τις σκάλες αργά ώστε να φτάσω εκεί, ενώ τα μάτια όλων ήταν κολλημένα πάνω μου. Το νυφικό που φορούσα ήταν πολύ μακρύ, σαν στενός κορσές μέχρι τη μέση μου και μετά άνοιγε ακριβώς στο σημείο που η κοιλιά είχε αρχίσει να φουσκώνει κρύβοντάς τη. Είχε μακριά ουρά και χρυσόσκονη λαμπύριζε κάνοντάς με να αστράφτω έστω και κάτω από το τελευταίο φως της ημέρας. Το νυφικό, αν και βαρύ, δεν έδειχνε καθόλου υπερβολικό μπροστά στο μεγαλείο του παλατιού. Τα μάτια μου ήταν ελαφρώς διεσταλμένα από τον φόβο κι οι παλάμες μου ίδρωναν από το σφιχτό άγγιγμα του μπαμπά, αλλά τίποτε άλλο δε μαρτυρούσε τη θύελλα συναισθημάτων μέσα μου.
Από παντού ξεφύτρωναν βιολέτες και γαρδένιες και ένα σωρό άλλα άσπρα λουλούδια, κάνοντας έντονη αντίθεση με το μωβ, και λαμπιόνια. Ο διάδρομος στον οποίο περπάτησα ήταν στρωμένος με πέταλα. Δεξιά και αριστερά υπήρχαν καρέκλες, μα κανείς δεν καθόταν, γιατί όλοι ήταν όρθιοι και με κοιτούσαν να τους πλησιάζω. Έφτασα μέχρι το τέλος του διαδρόμου και εκεί ο μπαμπάς με άφησε. Με φίλησε στο μέτωπο και εγώ του έσφιξα το χέρι. Ύστερα απομακρύνθηκε και πήγε δίπλα στη μαμά. Ένα δάκρυ κύλησε ξανά και η μαμά του χάρισε μια καθησυχαστική αγκαλιά.
Τότε μόνο πρόσεξα ένα ζευγάρι πράσινων ματιών και έναν ωκεανό καστανών μαλλιών που στεκόταν δίπλα τους. Είχε έρθει. Ήταν όπως πάντα εκεί για εμένα. Η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη που καθώς ανέβαινα τα τρία σκαλιά της εξέδρας, σκόνταψα, αλλά πρόλαβε και με έπιασε ο Απόλλωνας. Τα παπούτσια, αν και έπιαναν στον αστράγαλο, τα ένιωθα ασταθή. Δεν ήμουν συνηθισμένη σε ψηλά παπούτσια και δεν ήξερα καν για ποιο λόγο συμφώνησα να τα φορέσω. Βασικά ήξερα. Άρεσαν στον μέλλοντα σύζυγό μου.
«Θα είμαι πάντα εδώ για να σε προστατεύω» μου ψιθύρισε.
Σήκωσα το βλέμμα και τον κοίταξα καλύτερα. Ήταν πανέμορφος στο μαύρο του κοστούμι. Φορούσε άσπρο πουκάμισο και μπλε γραβάτα που τόνιζε ακόμη περισσότερο τα καταγάλανα μάτια του. Αν και τα παπούτσια μου χάριζαν αρκετούς πόντους, εξακολουθούσε να με περνάει και να φαντάζει τεράστιος δίπλα μου. Μου άρεσε που μπορούσα να χαθώ στην αγκαλιά του. Το καθησυχαστικό ήταν πως όσα κιλά και αν έπαιρνα, πάντα θα φαινόμουν πολύ μικρή και αδύνατη δίπλα του. Μου έδωσε την ανθοδέσμη μου, που ήταν ίδια με τον υπόλοιπο στολισμό και μου χάρισε ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. Ήταν πολύ άνετος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, ενώ εγώ πάλευα με τον εαυτό μου για να μη φάω τα νύχια μου, κυρίως λόγω της δουλειάς που είχε ρίξει σε αυτά η Ανθή.
Το μυστήριο τελέστηκε με κάθε επισημότητα. Η Ηλέκτρα μας βοήθησε με τα δαχτυλίδια και, ενώ μου έδινε του Απόλλωνα, της ψιθύρισα: «Σε αγαπάω». Έπειτα ανταλλάξαμε τους γαμήλιους όρκους μας. Ήταν πολύ ρομαντικοί και ομολογώ πως με έκαναν να δακρύσω ελαφρά. Δεν τους είχαμε πει ο ένας στον άλλο μόνο είχαμε συμφωνήσει πως θα τους λέγαμε κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια εναλλάξ.
«Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα φανταστεί ότι θα μπορούσα να αγαπήσω τόσο πολύ έναν άνθρωπο. Δεν ήταν η πρώτη ματιά, αλλά ένα εκατομμύριο μικρές λεπτομέρειες που έκαναν το κάθε δευτερόλεπτο μαζί σου μοναδικό» ξεκίνησε ο Απόλλωνας και ύστερα μίλησα εγώ με τρεμάμενη φωνή.
«Έτσι μια φορά και έναν καιρό ξεκίνησε το παραμύθι μου μαζί σου. Ένα παραμύθι που οι σελίδες του είναι γεμάτες μαγεία, σαν αυτή που δημιουργούν οι καλές νεράιδες με το ραβδί τους».
«Περάσαμε τόσες στιγμές μαζί, όμορφες και άσχημες. Στιγμές που όταν τις σκέφτομαι είναι ικανές να ζωγραφίσουν ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό μου, στιγμές που μπορούν να γεμίσουν ασφάλεια την ψυχή μου γιατί τα καταφέραμε».
«Αφού έχω εσένα δίπλα μου, μπορώ να πω με βεβαιότητα πως κανένας δράκος δε θα μπορέσει να μου χαλάσει το παραμύθι μου. Όταν μαυρίζει ο ουρανός, όταν παγώνει το δάκρυ, μόνο η θέρμη του κορμιού σου μπορεί να με ζεστάνει και να κάνει τον ουρανό ξάστερο ή καταγάλανο και πάλι» είπα και τώρα έπρεπε να ολοκληρώσουμε μαζί τους όρκους μας.
«Υπόσχομαι να σε αγαπώ και να σε φροντίζω μέχρι την τελευταία μου στιγμή. Σε λατρεύω» είπαμε και άγρια χειροκροτήματα ξέσπασαν.
 Η φωνή του ιερέα ακούστηκε μια τελευταία φορά και έδωσε στον γαμπρό την άδεια να φιλήσει τη νύφη του. Ο Απόλλωνας δίχως να χάσει λεπτό σήκωσε το πέπλο γεμάτος χαρά. Είχε μια έκφραση λες και ξετύλιγε χριστουγεννιάτικο δώρο. Φιληθήκαμε κάτω από το φως του φεγγαριού και των εκατοντάδων μικροσκοπικών λαμπιονιών και ξαφνικά ήταν σαν όλα να χάθηκαν: κάθε θόρυβος, κάθε παρουσία εκτός από εμάς τους δύο. Απομακρυνθήκαμε απότομα ο ένας από τον άλλο. Καταραμένο οξυγόνο, σκέφτηκα. Χειροκροτήματα ακούστηκαν και πάλι από όλους τους παρευρισκόμενους και τους αντάμειψα με ένα αυθεντικό χαμόγελο.
Πρώτοι για να μας συγχαρούν ήρθαν οι γονείς μου και μετά ο νονός μου φανερά συγκινημένος. Ανάμεσα στους εκατοντάδες καλεσμένους ξεφύτρωσε η Ηλέκτρα η οποία μου έδωσε ένα δυνατό χαστούκι και μετά με αγκάλιασε και έκλαψε από ανακούφιση που ήμουν καλά και από χαρά που βρισκόμουν παντρεμένη με τον άντρα που αγαπούσα.
«Θα σου τα εξηγήσω όλα. Συγγνώμη» της είπα. Ειλικρινά αυτά τα λόγια δεν έφταναν στο ελάχιστο για να εξηγήσω όσα είχαν γίνει, μα η Ηλέκτρα δεν έδειχνε να την πειράζει. Ήξερε πως ποτέ δεν ήμουν καλή στα λόγια.
«Απλώς πέτα μου την ανθοδέσμη, εντάξει;»
«Σύμφωνοι» απάντησα με ένα χαμόγελο. Ήταν τεράστια ανακούφιση που με συγχώρεσε τόσο εύκολα. Ήμουν περιτριγυρισμένη από τόσους ανθρώπους που κανείς δε θα με πίστευε αν του έλεγα πως η Ηλέκτρα ήταν η μοναδική μου φίλη. Η μοναδική μου φίλη από τη Γη για την ακρίβεια.
Ακολούθησαν πολλές ακόμη χειραψίες και φιλιά. Συγχαρητήρια και οι θερμότερες ευχές για το μέλλον. Ένα μέλλον γεμάτο χαρά, ευτυχία και πολλούς απογόνους. Γέλασα στη σκέψη των παιδιών. Ο χώρος σταδιακά άδειασε και όλοι μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό όπου θα γινόταν το τραπέζι. Μέχρι να κλείσει η πλαϊνή πόρτα αφήνοντάς μας μόνους, ακούγαμε τις μουσικές που προέρχονταν από την ορχήστρα.
Εμείς μείναμε έξω μερικά ακόμη λεπτά χαμένοι στο παραμύθι. Σύντομα θα έπρεπε να μπούμε, να χορέψουμε τον πρώτο μας χορό ως παντρεμένοι, να κόψουμε την τούρτα και να κάνουμε ένα σωρό άλλα. Μα για τώρα, ήμασταν οι δυο μας σε έναν άδειο κήπο στολισμένο με φωτάκια και λουλούδια. Μετά από το άγχος των τελευταίων ημερών, αυτά τα λίγα λεπτά μέσα στην απόλυτη ησυχία στο πιο ειδυλλιακό τοπίο ήταν ότι χρειαζόμασταν. Έκλεισε το πρόσωπό μου στις χούφτες του και με φίλησε στα χείλη.
«Είσαι καλά; Ήσουν ιδιαίτερα τρομοκρατημένη πριν» είπε με περιπαικτική διάθεση.
«Εσύ από την άλλη δε φάνηκες καθόλου φοβισμένος. Δεν είναι δίκαιο».
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος για φόβο».
«Υπάρχει αν φοράς πανύψηλα παπούτσια και κινδυνεύεις να γκρεμοτσακιστείς και να ρεζιλευτείς μπροστά σε όλους».
«Γιατί τα φόρεσες τότε;» ρώτησε γελώντας.
«Επειδή σου άρεσαν».
«Σε αγαπάω τόσο πολύ. Μην το ξεχάσεις ποτέ».
«Εγώ σε αγαπάω περισσότερο. Και για να στο αποδείξω, σου έχω ένα δώρο».
«Το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να πάρω ποτέ είσαι εσύ» είπε με απόλυτα σοβαρό ύφος.
«Μην το ακούσει αυτό η κόρη σου θα γίνει πυρ και μανία» απάντησα. Εκείνος κόμπλαρε. Ένα σωρό συναισθήματα πέρασαν από το πρόσωπό του. Απορία, έκπληξη, δυσπιστία και τέλος χαρά.
 «Μου λες αλήθεια;»
«Ναι». Το πρόσωπό του φωτίστηκε και με σήκωσε στην αγκαλιά του. Με στριφογύρισε και ξεφώνισε γεμάτος ενθουσιασμό. Οι εκφράσεις του θύμισαν έντονα αγόρι όχι πάνω από πέντε χρονών που επιτέλους πήρε ένα παιχνίδι που αποζητούσε καιρό. Ήταν πολύ ανακουφιστικό το γεγονός ότι αντέδρασε έτσι μετά από όσα περάσαμε μαζί. Καλοδέχτηκε το παιδί που ήρθε τόσο απρόσμενα και μάλιστα με τόση χαρά.
«Το χάρισμά της είναι η αγάπη, όμως λέω να την πούμε Μαργαρίτα. Τι λες;»
«Λέω πως συμφωνώ και ήρθε η ώρα να συνοδεύσω την υπέροχη γυναίκα μου μέσα. Η περιπέτεια τώρα αρχίζει, μωρό μου, και θα είναι για όλη μας τη ζωή. Είσαι έτοιμη;»
«Είμαι έτοιμη γιατί θα τη ζήσω μαζί σου» είπα και τα χείλη μου ακούμπησαν στα δικά του.

Τέλος


Έλενα Παπαδοπούλου