Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14.10.20

Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 1) Revised


Η παλιά μεσαιωνική πόλη του Εδιμβούργου δε θα έλεγες πως φημιζόταν για την ησυχία της, όμως σήμερα η κατάσταση δεν ήταν εύκολα διαχειρίσιμη. Το κατάστημα με τα είδη ευκαιρίας που βρισκόταν ακριβώς στην είσοδο της πολυκατοικίας μου είχε ανακοινώσει τρανταχτές εκπτώσεις, με αποτέλεσμα ο κόσμος να φτάνει κατά συρροή από παντού, για να ψωνίσει ρολόγια, παιχνίδια, «φανταχτερά καλούδια» και ηλεκτρικά είδη, όπως αναγραφόταν στην τεράστια πινακίδα που κάλυπτε το κτίριο οριζόντια από τη μία άκρη στην άλλη.

Και μπορεί εγώ να είχα τα νεύρα μου εκείνο το πρωινό, όμως η δυσανασχέτηση κάθε οδηγού που κινδύνευε να πατήσει τους απερίσκεπτους καταναλωτές που περνούσαν τον δρόμο σε ανύποπτα χρονικά διαστήματα, φαινόταν να μου δίνει δίκιο.

Ο σχηματισμός της ουράς έξω από το κατάστημα, σε συνδυασμό με τον κόσμο που μπαινόβγαινε, ενοχλούσαν τη διέλευσή μου με το ποδήλατο. Μετά από πολλά «με συγχωρείτε» και «μπορώ να περάσω» κατάφερα να ακουμπήσω τη ρόδα του στην άσφαλτο. Έσφιξα το λουράκι του κράνους, ανέβηκα γρήγορα πάνω του και με μια θυμωμένη πεταλιά έφυγα από τον πανζουρλισμό, που απειλούσε να χαλάσει την εύθραυστη διάθεσή μου.

Κατευθύνθηκα βόρεια επί της οδού Σεντ Πάτρικ και σε λιγότερο από δέκα λεπτά έφτασα στην είσοδο του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οριακά μη αργοπορημένη για το ραντεβού μου με τον καθηγητή Κόλιν Μπάρκλεϊ. Άφησα το ποδήλατό μου στην ειδική θέση που βρισκόταν λίγο πριν από την κύρια είσοδο του κτιρίου και συνέχισα με τα πόδια, ρίχνοντας κλεφτές ματιές από τα παράθυρα στους σπουδαστές που μελετούσαν στη βιβλιοθήκη.

Αφού χαιρέτησα φευγαλέα μερικά γνωστά πρόσωπα, έφτασα στο γραφείο του και χτύπησα διακριτικά την πόρτα. Η ευγενική φωνή του πενηντάχρονου καθηγητή με προέτρεψε να την ανοίξω.

«Δεσποινίς Βιλνέβ. Καλωσήρθες, κάθισε» με χαιρέτισε, υποδεικνύοντας τη μία από τις δύο πολυθρόνες απέναντι από εκείνον.

Αποκρίθηκα με τη σειρά μου επίσημα, αποκαλώντας τον με το επίθετό του, και ακολούθησα την υπόδειξή του.

«Διάβασα, όπως είπαμε, τη δημοσιευμένη μελέτη σου σχετικά με την εργασιακή ψυχολογία και ομολογώ πως με εξέπληξε ιδιαίτερα» είπε και η ειλικρίνεια ήταν ευδιάκριτη στο βλέμμα του. «Όχι πως περίμενα κάτι διαφορετικό από εσένα. Θα βρεις κάποια σχόλιά μου σε μερικά σημεία, όμως θεωρώ πως στο σύνολό της ήταν άρτια».

Έτεινε ένα αντίγραφο της μελέτης προς το μέρος μου, και με μια φευγαλέα ματιά διέκρινα κάποια κομμάτια σημειωμένα χειρόγραφα με στιλό.

Ένιωσα τρομερή ικανοποίηση από τα σχόλιά του, με αποτέλεσμα τα μάγουλά μου να βαφτούν κόκκινα. Συνέφερα τον εαυτό μου με ένα καθάρισμα του λαιμού και απάντησα:

«Χαίρομαι δεόντως, κύριε Μπάρκλει, όμως, για να είμαστε σωστοί, είχα πολλή βοήθεια από τον κύριο Φρέιζερ».

«Δώσε και μία φορά τα εύσημα στον εαυτό σου, κορίτσι μου. Έχω δουλέψει μαζί σου, γνωρίζω τις δυνατότητές σου και σίγουρα έχεις στο τσεπάκι σου την υποτροφία. Πώς πάει η τελική εργασία σου;» ρώτησε γεμάτος ενδιαφέρον, αναφερόμενος στην πτυχιακή που έπρεπε να παραδώσω περίπου σε έναν μήνα, η οποία θα έκρινε αν θα συνέχιζα στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου.

«Προχωράει» είπα δειλά και ήδη γεμάτη άγχος και μόνο στη σκέψη της.

«Θα τα καταφέρεις. Δε σε φοβάμαι. Είμαι σίγουρος πως σε περιμένει μία λαμπρή καριέρα».

Αφού τον ευχαρίστησα, προσπαθώντας να επαναφέρω το πρόσωπό μου σε μπεζ αποχρώσεις, αποχαιρετηθήκαμε και με έστειλε στο μάθημά μου.

Έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, ώστε να προλάβω να βρίσκομαι στην ώρα μου στο δεύτερο κτίριο του πανεπιστημίου στην Τζωρτζ Σκουέαρ. Ανέβηκα σε ένα από τα αμφιθέατρα του δευτέρου ορόφου και ευτυχώς η Κρις μού είχε κρατήσει θέση δίπλα της.

«Πώς γίνεται, ένας τόσο ψυχαναγκαστικός άνθρωπος όπως εσύ να φτάνει πάντα καθυστερημένος;» γκρίνιαξε εύθυμα.

Ανασήκωσα τους ώμους μου προς απάντηση και έβγαλα το σημειωματάριο και ένα στιλό από την τσάντα. Δεν προλάβαμε να πούμε πολλά, καθώς ο κομψός και όπως πάντα καλοντυμένος καθηγητής Φρέιζερ ξεκίνησε να μιλά, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει στην ψηφιακή του παρουσίαση. Τρεις ώρες και πολλές σημειωμένες σελίδες αργότερα βγαίναμε ζαλισμένες από το αμφιθέατρο. Λάτρευα την επιστήμη μου, την ψυχολογία, αλλά κάποιες φορές τα μαθήματα ήταν τόσο απαιτητικά που ένιωθα πως χρειαζόμουν δέκα ώρες ύπνου για να επανέλθω στο φυσιολογικό.

«Θα έρθεις σήμερα στο στέκι; Μου είπε ο Ντάνιελ να πάμε τα δυο μας και, φυσικά, έχουν ήδη αυτοπροσκληθεί όλοι» πρότεινε η Κρις καθώς προχωρούσαμε στον διάδρομο.

«Πρέπει να αφήσω κάποια συγγράμματα στη βιβλιοθήκη. Θα έρθω να σας βρω μετά».

Η Κρις με κοίταξε ανασηκώνοντας επιδεικτικά το ένα της φρύδι.

«Θα είναι και ο Τόμας» αναφέρθηκε στην κατά δύο χρόνια σχέση μου, προσπαθώντας να με πείσει. «Κρίμα να τον στήσεις πάλι».

«Το υπόσχομαι» τη διαβεβαίωσα, προσφέροντάς της το μικρό δάχτυλο του χεριού μου ως διαβεβαίωση. Εκείνη έμπλεξε το δικό της με αυτό και χωριστήκαμε, δίνοντας ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο της καθεμίας.

Τα βιβλία που έπρεπε να παραδώσω βρίσκονταν πλέον στη θέση τους, ενώ είχαν αντικατασταθεί ήδη από τα επόμενα που χρειαζόταν να μελετήσω για την εργασία μου και εγώ προχωρούσα, τσουλώντας το ποδήλατό μου με τα χέρια, καθώς το μικρό καφέ βρισκόταν μόνο δύο δρόμους μακρύτερα από το κτίριο που είχαμε μάθημα.

Το άδειο στομάχι μου ήδη λιγουρευόταν τον καταπληκτικό καφέ και τα πιο λαχταριστά μπισκότα της πόλης, ενώ ήλπιζα πως οι φίλοι μου θα είχαν καθίσει στο κλασικό μας τραπέζι στη γωνία του μαγαζιού. Δεν παρατήρησαν κατευθείαν την άφιξή μου, εξαιτίας του κόσμου που πηγαινοερχόταν αγοράζοντας πράγματα για έξω, οπότε για λίγα δευτερόλεπτα παρακολούθησα τον Τόμας και τον Ντάνιελ να τσακώνονται για την τελευταία ταινία με υπερήρωες, φέρνοντας επιχειρήματα που θα μπορούσαν να πείσουν και τον πιο σχετικό πως ο καθένας τους έχει δίκιο, και την Κρις με την Αϊλίν, αδερφή του δεύτερου, να είναι σκυμμένες πάνω από το κινητό της πρώτης και να γελούν, πιθανότατα με γάτες στο ίντερνετ.

Όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία μου, σταμάτησαν ό,τι έκαναν και έστρεψαν την προσοχή τους πάνω μου. Ο Τόμας σηκώθηκε από τη θέση του και, αφού με φίλησε πεταχτά, με μάλωσε πως άργησα, έχοντας το χέρι του περασμένο γύρω από τη μέση μου. Η μικρή μας διαφορά ύψους της τάξεως των δεκαπέντε πόντων, με το δικό του ένα και ογδόντα τρία να υπερέχει του δικού μου, του επέτρεπε να το κάνει και είχε αποδειχθεί πως ανήκε στη ρουτίνα μας.

«Ξεχάστηκα στη βιβλιοθήκη» δικαιολογήθηκα, για να πάρω ως απάντηση το στριφογύρισμα των ματιών της Κρις.

«Λες και δε σε ξέρουμε» με πείραξε εκείνη. «Ένα μάφιν με σοκολάτα και καφέ φίλτρου» παρήγγειλε για εμένα, πριν καν μιλήσω.

Της έβγαλα τη γλώσσα και κάθισα στην άδεια θέση δίπλα της, με τον Τόμας να με αντιγράφει, ανυπομονώντας να γευτώ το θεσπέσιο κέικ.

«Ο Εντ πού είναι;» απευθύνθηκα στην Αϊλίν.

«Εμ, δεν ένιωθε πολύ καλά» μου απάντησε διστακτικά. Πράγμα που σήμαινε πως:

«Μας τελείωσε και αυτός» σχολίασε ο Ντάνιελ πειρακτικά. «Κανείς δεν είναι αρκετός για να κρατήσει το ενδιαφέρον της μικρής μου αδερφής».

«Ω κρίμα. Ήταν καλό παιδί» συμπλήρωσα, όμως η προσοχή μου αποσπάστηκε από το μάφιν με τη λιωμένη σοκολάτα που προσγειώθηκε μπροστά μου.

«Βαρετός ήταν» απάντησε εκείνη.

«Ε ναι. Ήταν λίγο» κατέληξε ο Τόμας, τραβώντας τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου, για να μη λερωθούν.

Η συζήτηση με τους φίλους μου κυλούσε με γρήγορους ρυθμούς, όπως πάντα, όμως μέσα μου υπήρχε μια απόσταση, λες και δεν ήμουν εκατό τοις εκατό παρούσα. Όταν το αντιλήφθηκα, αποφάσισα να συνεφέρω τον εαυτό μου και η αλλαγή παράστασης ήταν μια καλή ιδέα.

«Επιστρέφω» ανακοίνωσα, και άφησα τη θέση μου, οδεύοντας προς την τουαλέτα.

Όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου, εκείνη ξανάνοιξε, και το ανήσυχο πρόσωπο της φίλης μου ξεπρόβαλε.

«Τι έχεις εσύ;» με ρώτησε, ενώ έμπαινε μέσα στον κοινόχρηστο χώρο της τουαλέτας. «Δε σε νιώθω καλά».

Αν κάποιος με γνώριζε καλύτερα από τον εαυτό μου, ήταν εκείνη. Δε θα μπορούσα με τίποτα να της κρυφτώ, οπότε το να πω ψέματα δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα.

«Είμαι απλώς λίγο κακόκεφη» είπα ανασηκώνοντας τους ώμους μου. «Τίποτα ανησυχητικό!» τόνισα.

Η φίλη μου στένεψε τα μάτια της καχύποπτη.

«Να σε πιστέψω;»

«Φυσικά!» υπερασπίστηκα τη θέση μου.

«Δεν πιστεύω να άρχισες πάλι να…»

«Όχι!» τη διέκοψα. «Δεν έχει καμία σχέση με αυτό. Ίσως οι ορμόνες μου δεν είναι τόσο καλά τελευταία. Νιώθω μια έντονη κυκλοθυμία, αυτό είναι όλο. Πιέζομαι και από τη σχολή».

«Μου έχεις υποσχεθεί…» κούνησε το δάχτυλό της προς το μέρος μου.

«Και δεν πρόκειται να αθετήσω την υπόσχεσή μου» δήλωσα και μπήκα στη μία τουαλέτα.

Μόλις κάθισα, όμως, άκουσα τη φωνή της πνιχτή μέσα από την πόρτα:

«Έγινε κάτι με τον Τόμας; Μιλήσατε;»

Στριφογύρισα τα μάτια μου από απόγνωση.

«Όχι ακόμα».

Τα επόμενα λεγόμενά της χάθηκαν στον θόρυβο του τρεχούμενου νερού.

«Αλήθεια. Καλά είμαι» τη διαβεβαίωσα, αφού βγήκα, και εκείνη ξεφύσηξε ηττημένη.

Όταν επιστρέψαμε στο τραπέζι, η διάθεσή μου είχε ανέβει εμφανώς, ίσως από τη συζήτησή μας ή απλώς από το ενδιαφέρον της Κρις.

Εκείνη ήταν το μοναδικό άτομο που έμαθε εξαρχής για την κατάστασή μου και με στήριζε όλα αυτά τα χρόνια. Δεν είχα μιλήσει ούτε στη μητέρα μου, παρά την καλή σχέση που είχαμε πάντα, γιατί φοβόμουν πως θα την ανησυχούσα ή πως θα την απογοήτευα. Και δε μου άρεσε να απογοητεύω τους ανθρώπους που αγαπούσα και μόνο στη σκέψη του να με θεωρούσε τρελή αναστατωνόμουν.

Και η Κρις ανησυχούσε πολύ, όμως μου είχε υποσχεθεί πως δε θα μιλούσε σε κανέναν. Ποιος θα την πίστευε εξάλλου; Δίχως να καταλαβαίνει σχεδόν τι ακριβώς μου συνέβαινε, μου είχε υποσχεθεί πως θα ήταν πάντα δίπλα μου και θα με πρόσεχε.

 

Είχαμε χτίσει φρούριο, με υλικά τα μαξιλάρια του καναπέ, μία καρέκλα και ένα μεγάλο σεντόνι, κρυμμένες από κάτω με φακούς, ενώ τα φώτα ήταν σβηστά στο σαλόνι.

«Σιγά το τρομακτικό» σχολίασε η Κρις, όταν τελείωσα την αφήγηση της ιστορίας που είχα κατασκευάσει για τη διασκέδασή μας. Εκείνη με τρόμαζε πολύ ευκολότερα. Τι κι αν φώτιζα το πρόσωπό μου με τον φακό, προσπαθώντας να ενισχύσω την ατμόσφαιρα… Εκείνη βράχος.

«Εντάξει» είπα με πείσμα. «Είσαι έτοιμη να τρομάξεις;»

Εκείνη ένευσε καταφατικά με προσμονή να ακούσει την επόμενη ιστορία που είχε σκαρφιστεί το παιδικό μυαλό μου. Όμως εκείνην τη φορά θα της έλεγα κάτι αληθινό.

 

«Δηλαδή είσαι μάγισσα;» αναφώνησε με ενθουσιασμό στο τέλος. Δεν είχα καταφέρει και πάλι να την τρομάξω.

«Δε νομίζω. Όμως είναι πολύ ωραία. Μπορώ να πετάξω, να βγω έξω το βράδυ, να έρθω στο σπίτι σου. Αλλά ποτέ δε με βλέπεις» συμπλήρωσα παραπονεμένα. «Λες να μπορείς να το μάθεις και εσύ;» ο ενθουσιασμός άστραψε στο πρόσωπό μου.

 

Φυσικά, ποτέ δεν κατάφερα να εκπαιδεύσω την Κρις να γίνει συνοδοιπόρος μου στα αστρικά ταξίδια. Λίγα χρόνια αργότερα, με τη βοήθεια του ίντερνετ είχα μάθει τι ακριβώς ήταν οι περίεργες εμπειρίες που είχα, κυρίως το βράδυ, όταν κοιμόμουν. Και αυτή η περίεργη ασάφεια ως προς το τι ακριβώς ήταν η αστρική προβολή, με οδήγησε να αγαπήσω την επιστήμη της ψυχολογίας και να την επιλέξω για μελλοντικό μου επάγγελμα. Ίσως έτσι να μπορούσα να κατανοήσω περισσότερο τις δυνατότητες του μυαλού και να καταλάβω περισσότερο τον εαυτό μου. Να διαπιστώσω από πρώτο χέρι πως δεν ήμουν τρελή.

Σαν αστρικός ταξιδευτής είχα την ικανότητα να αποσπώ την ψυχή μου από το σώμα μου και να μεταφέρομαι από το δικό μας πεδίο, το «κοσμικό», σε ένα παράλληλο, το «αστρικό», όπως τα βάφτιζαν οι μελέτες που διάβασα κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου. Στο αστρικό πεδίο, αν εξαιρούσαμε το γεγονός πως έβλεπα τα πράγματα λίγο πιο θολά, σαν σε όνειρο, όλα τα υπόλοιπα ήταν φυσιολογικά.

Πριν από δύο μήνες, όμως, άφησα το σώμα μου, δίχως να το καταλάβω, για σχεδόν μία ολόκληρη ημέρα. Αυτό, εκτός από το ότι κόντεψε να στείλει τη μητέρα μου στο νοσοκομείο, όταν προσπαθούσε να με ξυπνήσει και δεν μπορούσε –η Κρις αναγκάστηκε να της πει πως το προηγούμενο βράδυ είχα μεθύσει, πράγμα που δυσκολεύτηκε πολύ να πιστέψει, καθώς δε συνήθιζα να πίνω καθόλου–, μας είχε τρομάξει και τις δύο. Από τότε, με έβαλε να της υποσχεθώ πως δε θα ξαναέκανα προβολή.

Δεν την κατηγορούσα, αντιθέτως συμφωνούσα μαζί της, όμως μου έλειπε. Ήταν πάντα το καταφύγιό μου. Η υπόσχεσή μου ήταν αυτή που με κρατούσε στον αγώνα μου για απεξάρτηση. Ήταν επικίνδυνο. Κυρίως γιατί δε γνωρίζαμε τις δυνατότητές του. Σύμφωνα ακόμα και με τη θρησκεία –με την οποία δε θα έλεγε κανείς πως είχα ιδιαίτερη επαφή–, όταν το σώμα δε φυλάσσεται από την ψυχή, είναι ευάλωτο να καταληφθεί από το σκότος… Και αυτή ήταν μια προοπτική που δε μου άρεσε καθόλου. 

Αγγελίνα Παπαδημητρίου