Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9.10.20

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 1)

Αρκετά χρόνια μετά

Η άρπα τραγουδούσε κάτω από το γεμάτο χάρη χάδι των δακτύλων της, καθώς εκείνη μουρμούριζε στον ρυθμό ένα τραγούδι χωρίς λόγια, γιατί αυτή ήταν η μόνη διαφυγή της. Η μουσική ήταν το μοναδικό κομμάτι της ημέρας της που μπορούσε να σβήσει κάθε μνήμη και να τη βοηθήσει να βρει τον εαυτό της για μερικές στιγμές, να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη.

Τουλάχιστον αυτό συνέβαινε συνήθως, γιατί εκείνο το βράδυ ήταν διαφορετικό. Καθώς η μουσική πλημύριζε τα αυτιά της, δεν μπορούσε να σταματήσει τον εαυτό της από το να σκέφτεται τα πράγματα που θα άλλαζε στη ζωή της αν μπορούσε. Από την μία υπήρχε η μητέρα της και εκείνος ο ηλίθιος άνδρας που πήγε και παντρεύτηκε. Αυτοί οι δύο είχαν ταλέντο στο να της σπάνε τα νεύρα, η πρώτη με το να ζει στη ροζ γκλίτερ φούσκα της, ειλικρινά θα ορκιζόταν πως το μυαλό της, αν όντως υπήρχε, ήταν φτιαγμένο από μαλλί της γριάς, και ο άλλος που προσπαθούσε τόσο πολύ να γίνει ο… «πατέρας» της. Και φυσικά, έπρεπε να κάνουν και παιδί μαζί.  Εκείνος ο κλαψιάρης, σκατιάρης, μικρός δαίμονας ήταν σκέτος πονοκέφαλος, δυο φορές πιο εκνευριστικός από τον άλλον.

Μαζί με όλα αυτά, σκεφτόταν και εκείνον που είχε δώσει τα μισά χρωμοσώματα κατά τη δημιουργία της. Είχε μάθει την πραγματική του ταυτότητα μερικά χρόνια πριν και δεν είχε εντυπωσιαστεί καθόλου. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν δειλό, ένα τέρας που όλα αυτά τα χρόνια δεν έδινε δεκάρα για εκείνη και τη ζωή της. Δεν του άξιζε να λέγεται πατέρας, δεν του άξιζε κανένας σεβασμός και εκείνη δεν ήταν διατεθειμένη να υποκριθεί πως έτρεφε οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα για εκείνον πέρα από θυμό. Ποτέ.

Μια φάλτση νότα έκανε τα χέρια της να κοκαλώσουν στη θέση τους. Η χορδή είχε σπάσει, αποσυντονίζοντας έτσι τη ροή των σκέψεών της. Πήρε μια κοφτή ανάσα, κλείνοντας τα μάτια και μουρμούρισε κάτι ακατανόητο ακόμα και για την ίδια. Σηκώθηκε από το σκαμπό και πλησίασε το παράθυρο. Στάθηκε να κοιτάζει ψηλά στον νυχτερινό ουρανό. Το φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα, όμως η μεγαλειότητά του του επέτρεπε να λάμπει μίλια μακριά. Σύντομα τα σύννεφα μετακινήθηκαν και το φεγγάρι φάνηκε να της χαμογελάει, σχεδόν σαν να είχε κάτι να της πει.

«Μη μου γελάς εμένα έτσι, εντάξει; Μια μέρα, σύντομα, τ’ ορκίζομαι, θα μου ανήκει ο κόσμος όλος» είπε με πικρία. Όταν θα είχε αρκετή δύναμη, τότε θα έδειχνε σε όλους τι μπορούσε να κάνει το φρικιό, όπως την αποκαλούσαν.

«Εγώ λέω να χαλαρώσεις λίγο, δεσποινίς μου» ακούγοντάς τον συνειδητοποίησε πως ο γέρος άνδρας δεν της είχε μιλήσει όλη τη μέρα.

«Πάλι εσύ;» ξεφύσησε. «Και εγώ που νόμιζα ότι σε ξεφορτώθηκα επιτέλους». Αυτό το φάντασμα είχε αποκτήσει με τα χρόνια την, πολύ κακή κατά την γνώμη της, συνήθεια να εμφανίζεται από το πουθενά και να την πειράζει. Έπιασε τη λίμα της και άρχισε να ασχολείται με τα νύχια της, γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τη διάθεσή της εκείνο το βράδυ. Ο άνδρας γέλασε προτού της απαντήσει.

«Έλα τώρα, ξέρουμε και οι δύο πως απολαμβάνεις την παρέα μου. Σε τελική ανάλυση είμαι ο μόνος που έχεις»

«Ω, σκάσε» είπε με έναν μορφασμό καθώς έφερε στη μνήμη της όλες εκείνες τις φορές που ήταν κάπου έξω και είχε εμφανιστεί. Κάθε άνθρωπος κοντά της την κοίταζε σαν να ήταν τρελή, όταν αναπηδούσε ξαφνιασμένη χωρίς λόγο.

«Η μητέρα σου έχει ένα παιδί να μεγαλώσει…»

«Σκάσε» τραγούδησε, ενώ ένιωθε ελάχιστα μακριά από την έκρηξη.

«Και ο πατέρας σου… Λοιπόν, εκείνος έχει ολόκληρο τον κάτω κόσμο να διοικήσει, για να μπορέσει να σκεφτεί, έστω, την ύπαρξή σου».

«Σκάσε επιτέλους» ξέσπασε ουρλιάζοντας και, για μια στιγμή, στις άκρες των μαλλιών της έλαμψαν κρύες μοβ φλόγες. «Μην τολμήσεις να πεις ούτε μία γαμημένη λέξη ακόμα αλλιώς θα-»

«Θα; Τι θα μπορούσες να μου κάνεις; Είμαι νεκρός, δεσποινίς μου»  της υπενθύμισε. Με ένα χαμόγελο, η φιγούρα του μετατράπηκε σε ομίχλη. Ένας απαλός άνεμος εισέβαλε στο δωμάτιο και παρέσυρε την ομίχλη έξω από το παράθυρο, όπου ενώθηκε με τα σύννεφα. Μισούσε αυτόν τον άνδρα, μα για κάποιον άγνωστο λόγο, την ίδια στιγμή ένιωθε πως ήταν ο μόνος που νοιαζόταν πραγματικά για εκείνη.

«Ροξάν, είσαι καλά;» άκουσε τον άνδρα της μητέρας της να τη ρωτάει πίσω από την πόρτα.

«Ναι, μια χαρά, κόλλησε το κινητό» του απάντησε απότομα για να του κόψει τη φόρα. Άκουσε τα βήματά του να απομακρύνονται και ανακουφίστηκε που δε συνέχισε τις ερωτήσεις.

Έκλεισε τα μάτια της, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξάπλωσε δίπλα από το ανοιχτό παράθυρο. Εκείνο το φάντασμα είχε δίκιο σε αυτό που της είχε πει και το μισούσε τόσο πολύ. Όταν είχε μάθει πως ήταν παιδί του Άδη, όλη της η ζωή διαλύθηκε. Όμως παράλληλα, τα κομμάτια της μπήκαν στη θέση τους και μπορούσε να δώσει απάντηση σε πολλά από τα ερωτηματικά που της είχαν δημιουργηθεί όλα αυτά τα χρόνια. Τώρα ήξερε γιατί η μητέρα της ήταν πάντα τόσο απόμακρη, είχε κάποιον να κατηγορεί για τα προσωνύμια που είχαν συνδεθεί με το άτομό της. Και αρκετά σύντομα, θα είχε τη δύναμη να αποκτήσει όλα όσα της άξιζαν. Δεν ήξερε ακόμα το πώς, αλλά θα το έκανε.

«Σύντομα, Άδη. Όλοι θα γνωρίσουν τη δύναμή μου, ακόμα και εσύ. Δε θα είμαι πια στο περιθώριο. Ποτέ ξανά».

Καθώς την έπαιρνε ο ύπνος και αφηνόταν να ονειρευτεί τον εαυτό της στην καινούρια της ζωή που θα ξεκινούσε από την επόμενη μέρα, δεν κατάλαβε το κοράκι που στάθηκε έξω από το παράθυρό της. Κάθισε στο περβάζι παρακολουθώντας την αγαπημένη του κόρη να κοιμάται, όπως έκανε κάθε βράδυ εδώ και χρόνια.

***

Χτυπούσε το κενό μπροστά του, μία με το δεξί χέρι, μια με το αριστερό. Χτυπούσε και μετά απέφευγε τα χτυπήματα του αόρατου εχθρού του. Κούνησε το κεφάλι, ακουμπώντας εναλλάξ τους ώμους του, καθώς επικεντρωνόταν στην καθημερινή του ρουτίνα. Μια σκιά κάλυπτε το μισό του πρόσωπο, ενώ αλμυρές χάντρες ιδρώτα είχαν πιαστεί ανάμεσα στα πυκνά, μακριά μαλλιά του. Ο άντρας, λαχανιασμένος, σταμάτησε για να επαναφέρει την αναπνοή του, ενώ πέρασε τον καρπό του πάνω από τα φρύδια. Έπειτα επέστρεψε στην πυγμαχία με τους αόρατους εχθρούς του. Αόρατοι για τους άλλους δηλαδή, γιατί η φαντασία του τους έδινε υπόσταση καλύτερη και από οθόνη υψηλής ανάλυσης.

Όλοι οι Ολύμπιοι, που τον είχαν κλειδώσει  σε εκείνο το γαμημένο κελί όταν ήταν δεκαεπτά, η σκύλα η μάνα του, που βασικά ήταν ο λόγος για τον οποίο ήταν φυλακισμένος, η γυναίκα που τον είχε μεγαλώσει και τον είχε κάνει τον «άνθρωπο» που ήταν σήμερα. Η λίστα συνεχιζόταν και συνεχιζόταν˙ τελειωμό δεν είχε. Ο μόνος που δεν μπορούσε να φανταστεί, καθώς χτυπούσε τον αέρα, ήταν αυτός ο δειλός που είχε για πατέρα. Και αυτό γιατί ποτέ δεν έμαθε ποιος ήταν, και εδώ που τα λέμε καλύτερα να μη μάθαινε ποτέ.

«Έι, φρικιό» μια φωνή τον ξάφνιασε καθώς ολοκλήρωνε έναν ελιγμό. Παραπάτησε και σχεδόν έπεσε, και ευχαρίστησε τα αντανακλαστικά του που δεν επέτρεψαν να γίνει αυτό μπροστά στον φρουρό του. Μέχρι, φυσικά, να θυμηθεί ότι και γι’ αυτό η μάνα του ευθυνόταν. Μαζί με την τρέχουσα φυλάκισή του και όλα τα προβλήματα που είχε στην ζωή του, μην τα ξαναλέμε.   

Το βαθύ, ιδιόμορφο βλέμμα του υποσχόταν έναν αργό και οδυνηρό θάνατο για την προσβολή. Τον ευχαρίστησε που είδε το άλλο αρσενικό να οπισθοχωρεί με δυσφορία. Αν δεν τους χώριζαν τα κάγκελα, σφυρηλατημένα από τον ίδιο τον Ήφαιστο, τίποτα δε θα τον σταματούσε από το να επιτεθεί.

«Κάιλ Φέρελ με λένε. Μάθε να το χρησιμοποιείς, μαλάκα. Παρά το χαμηλό επίπεδο IQ σου, νομίζω ότι αυτό είναι ένα αρκετά απλό αίτημα, το οποίο ακόμη και οι γελοίοι σαν εσένα μπορούν να ικανοποιήσουν».

Ο φύλακας καμπύλωσε τα χείλη του με αηδία. 

«Είσαι ένα φρικιό και έτσι θα συνεχίσω να σε φωνάζω, όσο και αν διαμαρτύρεσαι. Είναι μια κατάσταση, μπάσταρδε. Μια κατάσταση που καλά θα κάνεις να συνηθίσεις. Μπορείς να ευχαριστήσεις το τέρας που σε γέννησε για αυτό».

Έσφιξε τις γροθιές του και ανέπνευσε από τη μύτη για να προσπαθήσει να κρατήσει την ψυχραιμία του. Δε θα έχανε την υπομονή του ξανά. Είχε ήδη υποστεί το ξύλο της εβδομάδας και χωρίς νερό κοντά του η ίαση ήταν δύσκολη. Δεν ήταν δικό του λάθος που γεννήθηκε έτσι. Ποτέ δεν το ζήτησε και αν ήταν στο χέρι του να επιλέξει τη φύση του, θα προτιμούσε να ζει μια αξιολύπητη ανθρώπινη ζωή από αυτή. Ακόμα και το ενδεχόμενο να μην είχε έρθει ποτέ σε αυτόν τον κόσμο του φαινόταν κατά πολύ προτιμότερο από το να είναι ο γιος της Κητούς. Το βλέμμα του δε μαλάκωσε καθώς έκανε την ερώτηση που τον έκαιγε.

«Γιατί είσαι εδώ;»

«Βασικά, με συνοδεύει» μια άλλη φωνή τον έκανε να γυρίσει προς την πλευρά του φρουρού. Τα μάτια του στένεψαν ακόμη περισσότερο, αν αυτό ήταν δυνατό.

«Ποσειδώνα» μουρμούρισε χαμηλά μα ξαφνιασμένος. Έπειτα, σαν από μαγικό, αλλοίωσε την στάση του με έναν επαναστατικό τρόπο και μόρφασε στο Θεό της Θάλασσας.

«Βρε, βρε, βρε. Ο άρχοντας όλης της ψαροπαρέας. Εδώ, για να ευλογήσεις εμένα, το κακόμοιρο μικρό τερατάκι, με τη θεϊκή σου παρουσία; Συγκινήθηκα» έκανε θεατρικά, φέρνοντας το χέρι στο σημείο της καρδιάς, αλλοιώνοντας τα χαρακτηριστικά του σε μια κωμική έκφραση θλίψης.

«Μάζεψε τη γλώσσα σου, θαλάσσιο τέρας!» Ο φρουρός ήταν έτοιμος να του επιτεθεί, αλλά ο Θεός σήκωσε το χέρι του και ο πρώτος παρέμεινε ακίνητος στη θέση του.  Η θεότητα ένεψε σιωπηλά για να τους αφήσει, με τα γαλάζια μάτια της να κοιτάζουν ακόμα τον νέο πίσω από τα κάγκελα και, απρόθυμα, ο υπηρέτης του υπάκουσε και άρχισε να περπατά μακριά. Αλλά όχι χωρίς μια τελευταία ματιά καμουφλαρισμένου μίσους προς τον Κάιλ.

Ο τελευταίος έγλυψε τα χείλη του σκεπτικός. Έστρεψε το βλέμμα του στον Ποσειδώνα, με τη στάση του να δηλώνει ασέβεια χωρίς να ντρέπεται. 

«Ήρθες να με σκοτώσεις; Να λυτρώσεις αυτόν τον κόσμο από τη δυστυχία του βάζοντας τέλος στη μίζερη ζωή μου;» συνέχισε να μιλά θεατρικά, μα ψύχραιμα. Κάτι τρεμόπαιξε στα γαλάζια βάθη των ματιών του Θεού. «Όχι» ήταν η μόνη απάντηση που πήρε.

«Γιατί όχι;» ξέσπασε και καλά απογοητευμένος. «Είμαι ένα βδέλυγμα της φύσης. Με βάση κάθε γνωστό κανόνα, δε θα έπρεπε καν να υπάρχω, πόσο μάλλον να έχω ανθρώπινη μορφή. Όσο ζω, περπατάω και αναπνέω, εσύ και η μικρή, λέμε τώρα, Ολύμπια οικογένειά σου κινδυνεύετε. Τι σε σταματάει λοιπόν;»

Σιωπή ακολούθησε τα λόγια του, και ο Κάιλ δεν ήταν σίγουρος ότι του άρεσε αυτό. Αλλά θα κρατούσε την αξιοπρέπειά του, δεν υπήρχε καμία περίπτωση σε ολάκερα τα Τάρταρα να ικέτευε για έλεος. Είχε χάσει σχεδόν τα πάντα, αλλά η υπερηφάνεια του θα πέθαινε μαζί του, αν δεν τον ακολουθούσε στον κάτω κόσμο.

«Κάιλ Φέρελ, γιε της Κητούς» είπε τελικά ο Θεός. «Σε χρειάζομαι».

Ένα πικρό γέλιο δραπέτευσε από τα σκασμένα χείλη του, σε μια προσπάθεια να πνίξει το ανεπαίσθητο τρέμουλο. Το άκουσμα του ονόματος του τέρατος που τον είχε γεννήσει έκανε πάντα τον θυμό να βράζει μέσα του. 

«Λυπάμαι, φίλε. Δεν είσαι αρκετά… ναζιάρης, και αυτά τα…» έδειξε τον γυμνασμένο κορμό του Θεού, δίνοντας έμφαση στο στήθος με τρόπο χιουμοριστικό «…δεν είναι του γούστου μου». Η θεότητα αναστέναξε. 

«Η προσπάθειά σου για χιούμορ είναι αξιοθρήνητη όπως πάντα, Φέρελ. Μιλούσα για τις ικανότητές σου. Θέλω να βοηθήσεις τον Χείρωνα στην εκπαίδευση των παιδιών. Σε αντάλλαγμα, οι Θεοί συμφωνήσαμε να σου επιτρέψουμε να περιπλανιέσαι ελεύθερα από τώρα και στο εξής, μόνο εάν αναλάβεις τη δουλειά».

«Εγώ, δάσκαλος» γέλασε ο Κάιλ. «Θες να...  να διδάξω τα νιάνιαρα;» Ήταν γνωστό πως ο Χείρων εκπαίδευε όλους τους ημίθεους, παλαιότερα ακόμα και κοινούς θνητούς που προορίζονταν να γίνουν ήρωες. Και ο Κάιλ ήξερε πόσο απολάμβαναν οι Θεοί το ζευγάρωμα. Δεν είχε ιδέα πόσα από τα παιδιά τους θα έπρεπε να υποστεί.

«Ημίθεοι, για να είμαστε ακριβείς». Ο Ποσειδώνας χαμογέλασε. «Σκέψου το. Θα είσαι ελεύθερος, δε θα φοβάσαι για τη ζωή σου και θα αφήσεις όλα αυτά πίσω σου». Ο νεαρός ημίαιμος ξεφούσκωσε και κοίταξε το Θεό. 

«Εννοείς ότι θα με βγάλεις από τη μία φυλακή και θα με κλείσεις σε μια άλλη, πιο φανταχτερή». Ανεξάρτητα από το πόσο το σκεφτόταν, κάτι δεν του κολλούσε με αυτή την προσφορά.

«Ξέρεις ότι είναι μια συμφωνία που θα σε ωφελήσει, Φέρελ»

«Ω, είμαι βέβαιος» τον χλεύασε. Το χαμόγελο που του έστειλε ήταν σκοτεινό και δεν έπειθε κανέναν για την αθωότητα του κατόχου του. «Είσαι βέβαιος ότι με θέλεις εκεί έξω, ω Μέγα Κύριε της Θάλασσας; Μια απειλή που θα μπορούσε να μετατραπεί σε ανθρωποφάγο θηρίο αν μεταχειριστεί με τον λάθος τρόπο; Ένας μπάσταρδος που δε θα αισθανθεί την παραμικρή ενοχή αν πάρει την αγνότητα μερικών από των θυγατέρων των Θεών; Ένα τέρας έτοιμο να επιτεθεί και να καταστρέψει το βασίλειό σας σε οποιαδήποτε ευκαιρία, ή ακόμα καλύτερα» έκανε μια μικρή παύση «να το κάνω δικό μου;» Τα μάτια του έδωσαν μια απόκοσμη, υδάτινη λάμψη, καθώς κοίταζε τον Θεό μπροστά του με ψευδή ηρεμία, σαν παιδί που έκρυβε την καταιγίδα στη σιωπή του. «Είσαι πρόθυμος να το ρισκάρεις;» ρώτησε αντί για αυτό που επαναλάμβανε στο κεφάλι του Γιατί;

Ο Ποσειδώνας δεν απάντησε αμέσως. Παρατηρούσε μόνο τον νέο προσεκτικά, ψάχνοντας για κάτι γνώριμο. Τέλος, σαν να το βρήκε, χαλάρωσε και του έστειλε ένα πατρικό χαμόγελο. «Κάτι κακό έρχεται. Κάτι που θα τους κάνει να τρομοκρατηθούν. Ετοίμασέ τους. Και, Κάιλ; Μην ξεπουλάς τόσο απλά τον εαυτό σου. Η αξία σου δεν έχει καθοριστεί ακόμα».

Ο γιος της Κητούς, της θαλάσσιας θεότητας και μητέρας των θαλάσσιων τεράτων, έμεινε να κοιτάζει την πλάτη του Θεού της θάλασσας, καθώς έφευγε. Ένα αιμοδιψές χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του.

Κάτι κακό, ε; Ενδιαφέρον. Πάρα πολύ ενδιαφέρον.

 Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν