Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19.10.20

Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 2) Revised


Έκλεισα το αρχείο της εργασίας μου στον υπολογιστή, αφού το έσωσα σε τρία διαφορετικά σημεία, σε περίπτωση που κάποιο χανόταν, και έπεσα πίσω στην πλάτη της καρέκλας, ξεφυσώντας. Είχαν περάσει πολλές ώρες, πράγμα που αποδείκνυε το ρολόι κάτω δεξιά στην οθόνη.

Το χτύπημα στην πόρτα μου ήταν κάτι περισσότερο από αναμενόμενο.

«Πάλι ξέχασες να φας». Η μητέρα μου είχε αναλάβει για άλλη μια φορά τη διάσωση της υγείας μου, φέρνοντάς μου βραδινό σε έναν δίσκο.

Άνοιξα την πόρτα και η μυρωδιά του λαχταριστού χοιρινού προκάλεσε μια ευχάριστη αναταραχή στο στομάχι μου, το οποίο απαίτησε να το λάβει αμέσως. Το ύφος της πρόδιδε την αγανάκτησή της, όμως δε χρειάστηκε παραπάνω προσπάθεια, ώστε να με πείσει να το φάω.

Πήρα τον δίσκο από τα χέρια της και κάθισα στο κρεβάτι.

«Ευχαριστώ. Φαίνεται τέλειο όπως πάντα».

«Πώς πάει η εργασία;» με ρώτησε όλο ενδιαφέρον.

Ανασήκωσα τους ώμους μου.

«Με παιδεύει. Εσύ; Όλα καλά στη δουλειά;» ρώτησα μπουκωμένη με ένα κομμάτι κρέας, ενώ παράλληλα προσπαθούσα να χωρέσω και μία ψητή πατάτα.

«Δε θέλω να δω άλλους αριθμούς για δύο μήνες. Κατά τα άλλα καλά» αστειεύτηκε. «Σε αφήνω να ξεκουραστείς».

«Αύριο έχω συνάντηση με τον κύριο Φρέιζερ πριν από το μάθημα. Θέλει να μιλήσουμε για το μεταπτυχιακό μου» τη σταμάτησα, πριν φύγει από το δωμάτιο. Με κοίταξε περιμένοντας να καταπιώ και να συνεχίσω. «Λες να μου πει ότι δεν ενδιαφέρεται να με πάρει;»

Αυτός ήταν ένας από τους μεγαλύτερους φόβους μου το τελευταίο διάστημα. Δε με εμπόδισε όμως από το να συνοδεύσω την μπουκιά μου με μια δαγκωνιά ζεστού ψημένου ψωμιού.

Η μητέρα μου χαμογέλασε ενθαρρυντικά.

«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Έχεις κάνει τόσο καλή δουλειά όλον αυτό τον καιρό και θα ανταμειφθείς. Είναι να μην πεισμώσεις εσύ». Η σιγουριά με την οποία μου μίλησε με έκανε να αισθανθώ περισσότερο ασφαλής.

Καληνυχτιστήκαμε και με άφησε στην ησυχία του δωματίου μου. Ήταν νωρίς, όμως ήταν πάντα κουρασμένη και κοιμόταν πριν από τις δέκα το βράδυ. Παρ’ όλα αυτά δεν άκουσα την πόρτα του δωματίου της να ανοίγει, μετά το κλείσιμο της δικής μου, ούτε του μπάνιου. Ο θόρυβος της συρόμενης πόρτας του γραφείου του πατέρα μου ήταν χαρακτηριστικός, με αποτέλεσμα να καταλάβω ακριβώς πού είχε πάει. Επισκεπτόταν συχνά το γραφείο του, το οποίο παρά τα δεκαοκτώ περίπου χρόνια που είχαν περάσει, είχαμε αφήσει ανέπαφο.

Ομολογουμένως και εγώ περνούσα αρκετό χρόνο εκεί, ειδικά όταν ένιωθα πιεσμένη ή στεναχωρημένη. Το ρετρό στιλ διακόσμησης που είχε επιλέξει ο πατέρας μου απέπνεε την παρουσία του. Από πολύ μικρή, όταν κάτι χαλούσε τη διάθεσή μου, πήγαινα εκεί. Κοιμόμουν κουλουριασμένη στον μικρό, δερμάτινο διθέσιο καναπέ, έτρωγα, κοιτούσα φωτογραφίες με εκείνον και τη μητέρα μου σε νεότερη ηλικία… Ένιωθα κατά κάποιο τρόπο προστατευμένη παρά την ολοφάνερη απουσία του. Το γραφείο ήταν γεμάτο παλαιού τύπου βαριά έπιπλα, το χρώμα που κυριαρχούσε ήταν το σκούρο καφέ και στους τοίχους δέσποζαν διάφοροι πίνακες, τους οποίους δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να μάθω ποιος ζωγράφισε. Ξεχώριζε από τη διαρρύθμιση του υπόλοιπου σπιτιού, η οποία ακολουθούσε μοντέρνους και χρωματιστούς ρυθμούς.

Πλέον είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο θάνατός του ήταν εφαλτήριος δύναμη για το «χάρισμά» μου ως μια πράξη απόγνωσης, για να ξεφύγω από τη θλίψη μου. Ο πατέρας μου ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου παρόλο που ήμουν πολύ μικρή. Περνούσαμε ατελείωτες ώρες μαζί, παίζοντας και ακούγοντας μουσική στο γραφείο του, ενώ στα παιδικά μου μάτια οι γονείς μου ήταν οι δύο καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο και εγώ το πιο τυχερό παιδί. Η μητέρα μου δεν ξεπέρασε ποτέ πραγματικά τον χαμό του, για αυτό και δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, παρά τις παρακινήσεις μου να το κάνει. Όταν χάθηκε ο πατέρας μου, δεν είχε κλείσει καν τα τριάντα, πολύ μικρή για να παρατήσει τον ερωτικό τομέα της ζωής της και να αφοσιωθεί σε ένα παιδί. Παρότι έκανε κάποιους δεσμούς, ποτέ δεν κατέληξε σε κάτι πιο σοβαρό.

Αφού τελείωσα με το βραδινό μου, πήρα τον δίσκο και κατευθύνθηκα προς την κουζίνα. Καθώς διέσχιζα το σαλόνι, ο ήχος του παλιού πικάπ του πατέρα μου ήρθε στα αυτιά μου. Συνέχισα την πορεία μου σιγοτραγουδώντας, ενώ συμμάζεψα λίγο την κουζίνα και έπλυνα τα πιάτα.

Αν κάτι μισούσα, ήταν οι δουλειές του σπιτιού και το μαγείρεμα. Ευελπιστούσα –ή μάλλον παρηγορούσα τον εαυτό μου– πως, όταν θα έκανα μία πετυχημένη καριέρα, θα είχα την οικονομική δυνατότητα να προσλάβω κάποια βοηθό, ώστε να μην ασχοληθώ ποτέ με αυτές τις δραστηριότητες.

Αφού τελείωσα τα πάνω πάνω, ψαχούλεψα στα ντουλάπια, εκεί που φυλάσσαμε τα εφόδια, για ένα κομμάτι σοκολάτας, ώστε να επιβραβεύσω τον εαυτό μου. Το άξιζα εξάλλου. Βρήκα μία μπάρα σοκολάτας γάλακτος με αμύγδαλα και άρχισα να τη μασουλάω, γυρνώντας στο δωμάτιό μου. Υπήρξαν φευγαλέες τύψεις για το ότι οι διατροφικές μου συνήθειες κάποια στιγμή θα κατέληγαν στους γοφούς μου, όμως ακόμη είχα περιθώρια. Ποτέ δεν ήμουν από τις κοπέλες που ήταν υστερικές με το βάρος τους, αγαπούσα το σώμα και την εμφάνισή μου, με τα λίγα παραπάνω πιασίματα, και χάρη στη αυτοπεποίθησή μου είχα την επιθυμητή πέραση και στο αντίθετο φύλο. Οπότε ποιος ο λόγος να σταματήσω την –οριακά– υπέρμετρη κατανάλωση γλυκών;

Δεν την έχεις πάντα, τραγούδησε κοροϊδευτικά η εσωτερική μου φωνή, όμως επέλεξα να την αγνοήσω.

Κάθισα στο κρεβάτι μου, στοιβάζοντας κάποια σκόρπια βιβλία που ήταν πάνω του στο κομοδίνο μου. Τελευταίο τακτοποίησα έναν άκυρο ταξιδιωτικό οδηγό για τις ΗΠΑ, τον οποίο είχα αγοράσει σε μία στιγμή συναισθηματικής αδυναμίας. Το κινητό μου δονήθηκε από ένα μήνυμα της Κρις, η φωτογραφία της οποίας με πιτζάμες και ποπ κορν μού υπενθύμιζε πως πλησίαζε η ώρα για την ταυτόχρονη θέαση της τηλεοπτικής σειράς που παρακολουθούσαμε εκείνην την περίοδο. Το καινούριο επεισόδιο και η ηλεκτρονική συζήτηση μαζί της κατάφεραν να με χαλαρώσουν.

Αν τελειώσει η σεζόν με κλιφχάνγκερ, ορκίζομαι, θα βρω πού μένει ο σεναριογράφος. Το μήνυμά της ήταν εκνευρισμένο και απόλυτα σοβαρό· ήταν γραμμένο με κεφαλαία!

Ξέρουμε και οι δύο πώς θα καταλήξει αυτό. Ύπνο τώρα.

Αφού έστειλα την καθιερωμένη καληνύχτα και στον Τόμας, έβαλα το κινητό μου να φορτίζει. Η ώρα περνούσε όμως, με εμένα να στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου, δίχως σωματική αιτιολογία, μιας και η μέρα μου ήταν αρκετά κουραστική. Κάπου μέσα μου γνώριζα ξεκάθαρα τον λόγο: Μου έλειπαν τα ταξίδια μου… Τα βράδια ήταν εντονότερο, λες και η ψυχή μου πάσχιζε να φύγει από το σώμα μου και εγώ την κρατούσα αιχμάλωτη. Δε μου άρεσε η περίοδος απεξάρτησης, όμως είχα παλέψει και ακόμη πάλευα, και δε θα τα χαλούσα όλα για λίγες στιγμές αδυναμίας. Ήταν έντονη η αίσθηση της αστρικής προβολής και κάθε φορά τα επίπεδα ενέργειάς μου ανέβαιναν στα ύψη, όμως καταλάβαινα πως ήταν κάτι επικίνδυνο και έπρεπε να το σταματήσω. Έτσι και αλλιώς ένιωθα εξαρτημένη από αυτό και δε μου άρεσε καθόλου. Πάντα ήθελα να είμαι αυτόνομη, πάντα έλεγα πως δεν θα είχα κάτι να με ορίζει και να με παρασύρει. Δε θα άφηνα ούτε αυτό να το κάνει λοιπόν.

Είχα βρει ένα υποκατάστατο εξάλλου: σκεφτόμουν τις προηγούμενες φορές και αυτό με ηρεμούσε κάπως. Ήταν σαν να βάζω βάλσαμο στην ανοιχτή πληγή μου. Η αλήθεια ήταν πως δεν είχα κάνει όσα ταξίδια ήθελα, δεν είχα επισκεφτεί για παράδειγμα μακρινά μέρη, όπως διάβαζα στο ίντερνετ πως κάνουν πολλοί ταξιδευτές. Φοβόμουν να απομακρυνθώ πολύ. Περισσότερο απολάμβανα τη μοναξιά του αστρικού πεδίου. Το Εδιμβούργο και γενικότερα η Σκωτία είχε πάρα πολλά μέρη να επισκεφτείς και, όταν είχες τη δυνατότητα να περιφέρεσαι μόνος σου, ήταν σαν να έχεις δωρεάν πρόσβαση στα πάντα.

Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα πως ήμουν ξανά στο Κάλτον Χιλ, έναν από τους διάσημους λόφους του Εδιμβούργου. Πλησίασα το μνημείο Νέλσον, τον ιδιαίτερα ψηλό πύργο που σου έδινε πρόσβαση στη θέα ολόκληρης της πόλης και ξεκίνησα να ανεβαίνω τις σκάλες, προσπερνώντας την πρόχειρη ρεσεψιόν στη βάση του, στην οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες αγόραζες την είσοδό σου.

Βγήκα στο ψηλότερο σημείο και αγνάντεψα τον έναστρο ουρανό, απολαμβάνοντας την ηρεμία του τοπίου, τη μοναξιά. Δεν υπήρχαν ούτε ενοχλητικοί τουρίστες να τραβούν φωτογραφίες ούτε προσωπικό ασφαλείας όπως γινόταν συνήθως. Σκαρφάλωσα πάνω στις πολεμίστρες, έκλεισα τα μάτια μου, πήρα μια γερή ρουφηξιά φρέσκου αέρα και αφέθηκα στους νόμους της βαρύτητας. Ένιωθα τόσο ελεύθερη, σαν να πετούσα, έστω και για λίγες στιγμές μέχρι να προσγειωθώ ομαλά στο έδαφος από κάτω.

Αναδεύτηκα στο κρεβάτι μου, αλλάζοντας πλευρό και ξεφυσώντας. Προσπάθησα να βουτήξω σε άλλη μιαν ανάμνηση.

Προχωρούσα σε έναν στενό δρόμο λίγο κάτω από το σπίτι μου, απολαμβάνοντας τα τελευταία λεπτά του ταξιδιού μου. Όμως δεν ένιωθα την απόλυτη αυτή μοναξιά που υπήρχε συνήθως. Και όσο το σκεφτόμουν, παρατήρησα ότι η ίδια αίσθηση υπήρχε και τις προηγούμενες ημέρες· σαν κάποιος να με παρακολουθούσε.

«Τι μανία καταδίωξης σε έχει πιάσει, Ναντίν;» μονολόγησα μαλώνοντάς με.

Έστριβα στον έρημο κεντρικό δρόμο, όταν το μάτι μου έπιασε μια κίνηση σε μια σκοτεινή εσοχή πίσω από μια σειρά κάδων απορριμμάτων. Πάγωσα. Αυτήν τη φορά ήμουν σίγουρη για το τι είχα δει.

Γύρισα διστακτικά και με μια φωνή που μου ακούστηκε εντελώς γελοία μίλησα δυνατά και αυστηρά:

«Ποιος είναι εκεί;»

Καμία απάντηση, καμία κίνηση. Έκανα ένα βήμα πλησιάζοντας προς την εσοχή, με σκοπό να δω καλύτερα αν και τι κρυβόταν εκεί μέσα. Ένιωθα τον φόβο να κατακλύζει ολόκληρο το είναι μου, αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω. Αν γυρνούσα την πλάτη μου σε οτιδήποτε κι αν ήταν αυτό, θα ήμουν περισσότερο ευάλωτη.

«Αν μου υποσχεθείς πως δε θα τρέξεις, θα φανερωθώ» άκουσα μια σιγανή φωνή και κάθε σημείο του κορμιού μου πέτρωσε. Και να ήθελα να τρέξω, ήταν αδύνατο.

Δεν κατάφερα να απαντήσω, μόνο έμεινα να κοιτάζω το σκοτεινό σημείο περιμένοντας. Αργά και με σταθερές κινήσεις άρχισαν να εμφανίζονται δύο παρατεταμένα αντρικά χέρια σε θέση άμυνας, ακολουθούμενα από το υπόλοιπο σώμα. Ένας ανοιχτόχρωμος νεαρός, με σκούρα, σχεδόν μαύρα, μαλλιά στάθηκε απέναντί μου και μου χαμογέλασε αμυδρά. Οι κινήσεις του ήταν μετρημένες, σαν να προσέγγιζε ένα άγριο ζώο, το οποίο φοβόταν μήπως τραπεί σε φυγή ή μήπως του ορμήσει σε ανύποπτη στιγμή.

Δίχως να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του, χαλάρωσα το σώμα μου από την αμυντική στάση που είχα λάβει ασυναίσθητα και στάθηκα στο ύψος μου, ισιώνοντας τα γόνατά μου και κατεβάζοντας τα χέρια μου.

«Γεια σου, Ναντίν» πρόφερε αργά και σταθερά.

«Ποιος είσαι;» ρώτησα χωρίς να ανταποδώσω τον χαιρετισμό του. «Πώς ξέρεις πώς με λένε;»

«Ηρέμησε. Δεν υπάρχει λόγος να με φοβάσαι. Για τον ίδιο λόγο βρισκόμαστε εδώ» έδειχναν να είναι ειλικρινή τα λόγια του.

Όμως δεν υπήρχε περίπτωση να χαλαρώσω περισσότερο. Και μόνο που δεν έτρεχα πανικόβλητη φωνάζοντας για βοήθεια ήταν επίτευγμα. Και η αλήθεια ήταν πως ήξερα ότι δε θα με άκουγε κανείς, οπότε θα ήταν μάταιος κόπος. Τον κοίταξα πιο έντονα, αναμένοντας την απάντησή του.

«Μπερνάρντ Ντέβερελ. Και συνηθίζεις να μιλάς στον εαυτό σου, όπως πριν από λίγο;».

Και κάπως έτσι γνώρισα τον Μπερνάρντ. Την κατά τεσσάρων μηνών συντροφιά μου στα αστρικά ταξίδια. Είχε επισκεφθεί κάποια στιγμή τη Σκωτία και έκτοτε ήταν από τις αγαπημένες του επιλογές. Ερχόταν συχνά, μα όχι πάντα. Στην πραγματικότητα έμενε στο Μιζούρι των ΗΠΑ, όπου και εργαζόταν ως οικονομικός σύμβουλος σε μία εταιρεία και προφανώς δε συμμεριζόταν τη δική μου άποψη σχετικά με τις αποστάσεις των αστρικών ταξιδιών και την επικινδυνότητά τους.

«Χαραμίζεις το χάρισμά σου. Αν σου έλεγαν πως από αύριο θα το έχανες, δε θα μετάνιωνες για όσα δεν έχεις κάνει έως τώρα; Τι έχεις να ρισκάρεις;» ήταν τα συνήθη επιχειρήματά του, με εμένα να του απαντώ πως «Όποιος ψάχνει τα πολλά, χάνει και τα λίγα».

Ήταν ένα είδος φανταστικού φίλου, σαν κι αυτούς που επινοούν τα παιδιά σε μικρή ηλικία. Δεν μπορούσα να προσδιορίσω με σιγουριά. Στην αρχή αρνιόμουν να τον εμπιστευτώ κι εκείνος πάντα με πείραζε. Αυτό που μπορούσα πλέον να παραδεχτώ ήταν πως μου έλειπε. Από ένα σημείο και έπειτα μου είχε γίνει απαραίτητος. Αποζητούσα τις συζητήσεις μας, τον έντονο χαρακτήρα του, το ενδιαφέρον του. Και ήταν από τους πιο βασικούς λόγους, αν όχι ο κυριότερος, που ήθελα να ξανακάνω προβολή. Έστω και μία φορά…

Αγγελίνα Παπαδημητρίου