Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

23.10.20

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 3)

Ήταν ξαπλωμένη στο ράντζο και τα δάκτυλά της έπαιζαν με μια λεπτή τούφα από τα μαλλιά της, ενώ τα μάτια της κοιτούσαν επίμονα στην ξύλινη οροφή, καθώς σκεφτόταν τι είχε συμβεί κατά την άφιξή της. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που πήγαινε στην κατασκήνωση, αυτή ήταν η πρώτη φορά που έχανε την ψυχραιμία της εκτός αρένας, ειδικά για κάτι τόσο ασήμαντο. Μπορεί να ήταν μουντή και απόμακρη όλη την ώρα, όμως ποτέ δεν είχε γίνει βίαιη, εκτός αν προπονούνταν για μάχη. Μα αυτός ο άνδρας… Θέλεις να με δέσεις, γλύκα; Δεν μπορούσε να βγάλει ούτε το πρόσωπο, ούτε τη φωνή του από το μυαλό της και δεν είχε ιδέα το γιατί.

«Γαμώ τους Θεούς, τι πάει λάθος με εμένα;» είπε χτυπώντας τις μπουνιές της πάνω στο στρώμα. Γιατί τον είχε φιλήσει; Τι σκατά σκεφτόταν; Είχε χάσει τελείως το μυαλό της; Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν ήταν μπλεξίματα με τους καθηγητές. Να μου λείπει το βύσσινο. Ευχαριστώ, δε θα πάρω. Είχε ένα σωρό πράγματα στο κεφάλι της, δε θα προσέθετε ακόμα ένα και μάλιστα αυτής της φύσεως.

«Αγοροπροβλήματα, ε;» έσφιξε τα μάτια της κλειστά, καταλαβαίνοντας από πού προερχόταν η φωνή που της μίλησε. Όχι πάλι…

«Απλά φύγε. Με έκανες ήδη να χάσω τον έλεγχο μια φορά για σήμερα». Δεν έκανε τον κόπο να κοιτάξει το φάντασμα. Και στην τελική, δεν είχε καμία διάθεση για ψιλή κουβεντούλα, ειδικά εκείνη που πήγαινε να της ανοίξει.

«Ήμουν σίγουρα εγώ, ή μήπως έφταιγε εκείνο το αγόρι, που έπεσες πάνω του και τόσο ξεδιάντροπα άρχισες να φιλάς στη μέση του δρόμου;» Τα ημιδιάφανα χείλη του τραβήχτηκαν πονηρά προς τα πάνω, όπως έκαναν πάντα όταν ήθελε να παίξει με το μυαλό της.

«Μμ.. Ό,τι σε βοηθάει να κοιμάσαι τα βράδια. Όπα μισό… Δεν κοιμάσαι». Έστειλε ένα σαρκαστικό γελάκι προς το μέρος του ακολουθούμενο από το υψωμένο φρύδι της προτού σηκωθεί.

«Ξέρεις ότι το ύφος σου δεν πιάνει σε εμένα, δεσποινίς μου. Και καλύτερα να μείνεις μακριά του». Τι ήταν πάλι αυτό; Γιατί είχε εξαφανιστεί το παιχνιδιάρικο πνεύμα του και είχε σοβαρέψει έτσι ξαφνικά; Ενδιαφέρον, σκέφτηκε. Πολύ ενδιαφέρον. Τώρα θα είχε και εκείνη την ευκαιρία να παίξει με τα νεύρα του για μια φορά.

«Και αν δεν το κάνω;» ρώτησε ανοίγοντας τον σάκο της. «Δεν είσαι το αφεντικό μου και ούτε πρόκειται να γίνεις. Είσαι νε-κρός. Ενώ εγώ έχω όλη μου τη ζωή μπροστά μου». Βρήκε αυτό που έψαχνε και κίνησε προς το μπάνιο χωρίς να κοιτάξει τον άυλο φίλο της.

«Έχεις ποτέ αναρωτηθεί τον λόγο που βρίσκομαι εδώ;» τη ρώτησε, αφήνοντας μια αγανακτισμένη ανάσα.

«Μα φυσικά!» έκανε ανοίγοντας κωμικά τα χέρια της. «Για να με φέρεις στα όριά μου και να με κάνεις σαν αυτόν!» Επέστρεψε στο δωμάτιο φορώντας ένα αέρινο κόκκινο αμάνικο φόρεμα και καφέ σανδάλια, μιμούμενη την αρχαιοελληνική μόδα, και το φάντασμα σιώπησε.

«Λοιπόν, θέλω να του παραδώσεις ένα μήνυμα από εμένα. Δε θα γίνω ποτέ σαν αυτόν. Δε μου είναι τίποτα και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Ούτε τώρα, ούτε ποτέ». Σταμάτησε κρατώντας την πόρτα της καμπίνας της ανοιχτή και τον κοίταξε. «Και τώρα με συγχωρείς αλλά θα πάω όπου εγώ θέλω να πάω και απαιτώ να μείνω μόνη».

Βγαίνοντας από το ξύλινο σπιτάκι της, βρόντηξε την πόρτα. Με βήματα σχετικά γρήγορα περπάτησε μέχρι την άλλη άκρη της κατασκήνωσης, την ακτή του Παραδείσου, ή αλλιώς την παραλία. Εκείνη την ώρα δε θα ήταν κανείς εκεί και θα μπορούσε να δροσιστεί χωρίς την ενοχλητική φασαρία των υπολοίπων. Έσκυψε για να λύσει τα κορδόνια των σανδαλιών της και χαμογέλασε κοιτάζοντας το νερό. Τράβηξε τις τιράντες του φορέματός της και το άφησε να γλιστρήσει από το σώμα της. Βήμα, βήμα τα κρυστάλλινα νερά της θάλασσας έκρυψαν κάθε εκατοστό του κορμιού της και η Ροξάν άφησε το νερό να την ανακουφίσει από το στρες της ημέρας.

Γέμισε τα πνευμόνια της αέρα και βούτηξε. Ήλπιζε να μπορούσε να μείνει εκεί για πάντα. Τότε η ζωή της θα ήταν πολύ πιο χαρούμενη. Έπιασε τον εαυτό της να εύχεται ο πατέρας της να ήταν ο Ποσειδώνας. Εκείνος ήταν πάντοτε τόσο κοντά στα παιδιά του. Δεν ήταν τυχαίο που μόνο τα παιδιά του Ποσειδώνα μεγάλωναν μέσα στην κατασκήνωση από τη μέρα που γεννιούνταν. Αλλά όχι, έπρεπε να είναι κόρη αυτού του καταραμένου τέρατος. Καθώς το οξυγόνο μέσα της στέρευε, βγήκε πάλι στην επιφάνεια και κολύμπησε προς την άμμο. Αν ήταν κόρη της θάλασσας, δε θα αποχωριζόταν ποτέ την αγκαλιά της. Είχε μια γαλήνη το νερό που δεν την έβρισκε πουθενά αλλού.

«Καλώς ήλθες, Κάιλ, μου επιτρέπεις να σου μιλάω στον ενικό, έτσι;» Ο Χείρωνας, μόλις τον είδε, έσπευσε να τον καλωσορίσει δίνοντας το χέρι του. Αφού εκείνος ανταπέδωσε την κίνηση, ο Κένταυρος συνέχισε. «Είναι μεγάλη μας χαρά που θα σε έχουμε μαζί μας από εδώ και στο εξής. Έλα μαζί μου».

Ναι, το διαπίστωσα σχολίασε από μέσα του σκεπτόμενος τις διαφορετικές αντιδράσεις που είχε δει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ο Κένταυρος είχε αποφασίσει να μη σχολιάσει το ματωμένο χείλος του Κάιλ. Είχε υποθέσει πως ήταν το αποχαιρετιστήριο δώρο του φεύγοντας από τις φυλακές των Ταρτάρων και δεν είχε καμία πρόθεση να ρίξει αλάτι στις πληγές του νεαρού άνδρα που περπατούσε δίπλα του. Ο σκοπός της καινούριας του κατοικίας ήταν να κλείνει τις πληγές των κατοίκων της, και όχι το αντίθετο.

«Θα σε ενημερώσω για τους κανόνες της κατασκήνωσής μας για τυπικούς λόγους, αν και είμαι σίγουρος πως η συνεργασία μας θα είναι άψογη. Όπου να ναι θα μας επισκεφθεί και ο Διόνυσος για να κανονίσουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες του πάρτι έναρξης της σεζόν». Πάρτι; Τα ημίαιμα μπάσταρδα περνούν καλά εδώ πέρα

«Λοιπόν, αρχικά έχουμε ένα πρόγραμμα, αλλά είναι αρκετά ευέλικτο ώστε να ταιριάζει στις ανάγκες του κάθε παιδιού, όμως φροντίζουμε να παρακολουθούν όλοι τα υποχρεωτικά μαθήματα. Όλοι οι ημίθεοι διδάσκονται την πραγματική ιστορία τους, καθώς και πολεμικές τακτικές και τεχνικές. Δουλειά μας είναι να τους ετοιμάσουμε για κάθε πιθανό σενάριο, για οτιδήποτε μπορεί να βρεθεί στον δρόμο τους, να μάθουν να ελέγχουν τις δυνάμεις τους για να κατανοήσουν πλήρως τους εαυτούς τους και φυσικά τους δίνουμε σωστές βάσεις για να συνεχίσουν τη ζωή τους. Ουσιαστικά, η κατασκήνωσή μας είναι ένα σχολείο, όμως μην το μπερδεύεις με εκείνο των θνητών. Εδώ δε θα δεις κανέναν να αποστηθίζει, μόνο να μαθαίνει».

«Βαρετό» ακούστηκε μια φωνή από πίσω τους και οι δύο άνδρες γύρισαν να δουν ποιος τους είχε διακόψει. «Φίλε Χείρωνα, όσοι αιώνες και αν περάσουν, εσύ θα μου προκαλείς πάντα ύπνο».

«Διόνυσε, φίλε μου, πάντοτε τόσο ανέμελος» χαμογέλασε ο Κένταυρος και έσπευσε να αγκαλιάσει τον Θεό του κρασιού. Ο Κάιλ έμεινε να τον παρατηρεί. Ήταν σίγουρα πολύ ψηλότερος από ότι τον περίμενε και φαινόταν αρκετά νέος, σχεδόν έφηβος, όμως κατά τα άλλα δεν είχε πέσει έξω. Ο Διόνυσος ήταν κοκαλιάρης με έναν χρυσό θάμνο στο κεφάλι, στολισμένο με αμπελόφυλλα.

«Το θηρίο ηρέμησε. Γεια σου, μπαμπά».

Αυτή τη φορά ο Κάιλ δε χρειάστηκε να γυρίσει το κεφάλι για να καταλάβει ποιος είχε έρθει. Ήταν εκείνος ο φουσκωτός ξανθός ημίθεος που είχε τραβήξει εκείνη την κοπέλα από πάνω του και τώρα τον κοιτούσε λοξά, χωρίς καμία προσπάθεια να κρύψει την αποστροφή του. Ο Κάιλ δε φάνηκε να ενοχλείται από αυτό και μάλιστα η έκφραση του ημίθεου τον έκανε να γελάσει τόσο που η πληγή στο κάτω χείλος του άνοιξε πάλι.

«Ευχαριστώ. Αυτός ήταν ο πιο ακριβής χαρακτηρισμός που χρησιμοποίησε κάποιος σε αυτή την κατασκήνωση ως τώρα. Τουλάχιστον μπροστά μου. Πώς είναι το μικρό διαβολάκι; Όχι πως μου πέφτει λόγος, αλλά ίσως θα έπρεπε να σφίξεις τα λουριά της κοπέλας σου, ξανθούλη» είπε υποτιμητικά.

«Τζέισον, τι εννοεί ο Κάιλ;» ρώτησε αυστηρά ο Χείρωνας, ενώ ο Διόνυσος είχε σταυρώσει τα χέρια κάτω από το στήθος, κοιτώντας τους δύο νέους με ανυπομονησία για τη συνέχεια. Ο ημίθεος αγνόησε τον μέντορά του και στράφηκε προς τον νέο του δάσκαλο. Κάποιος έπρεπε να μάθει σε αυτόν τον κακομαθημένο να κρατάει το στόμα του κλειστό.

«Δεν είσαι το κέντρο του κόσμου, χρυσόψαρο. Αναφερόμουν στη γυναίκα που σημάδεψε το πολύτιμο προσωπάκι σου» απάντησε με ένα μειδίαμα στο πρόσωπό του και ένιωσε το εγώ του να τονώνεται.

«Ποια χτύπησε τον Κάιλ;» επέμεινε να ρωτάει ο Χείρωνας νευριασμένος που τον αγνοούσαν.

«Η Ροξάν» απάντησε ο Διόνυσος που έριξε μια ματιά στο μυαλό του γιού του, χωρίς καθόλου τύψεις και με μία κίνηση εμφάνισε από ένα μεγάλο κουτί με ποπ κορν στα χέρια των δύο τους, ξαφνιάζοντας τον Χείρωνα. «Πάρε, θα έχει σόου» είπε και άρχισε να τρώει το καλαμπόκι περιμένοντας την έκρηξη.

Ροξάν σε λένε λοιπόν, διαβολάκι, χαμογέλασε.

«Πολλά νεύρα έχεις, ξανθούλη» έκανε ο Κάιλ με ένα σκοτεινό χαμόγελο. «Πρέπει να προσέχεις με τέρατα σαν κι εμένα. Ο θείος σου φάνηκε να πιστεύει ότι έχω κάτι να σου μάθω για να μην πεθάνεις» απείλησε και ένιωσε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια του. Κοίταξε τη θάλασσα από μακριά και είδε τα κύματα να ορθώνονται σαν να τον προειδοποιούν. Δεν έπρεπε να δοκιμάσει από τώρα την υπομονή του Ποσειδώνα, αν δεν ήθελε να επιστρέψει στο κελί του.

Έστριψε να φύγει από εκεί, μα όχι προτού προσθέσει κάτι πάνω από τον ώμο του, έτσι για να τσιγκλήσει τον μικρό. «Φιλική συμβουλή. Αν ήταν δική μου γυναίκα και την έπιανα να φιλάει έτσι κάποιον άλλο, θα έριχνα κανά δυο ξυλιές στο κωλαράκι της, για να θυμηθεί σε ποιον ανήκει. Έτσι, πληροφοριακά. Όχι ότι με χάλασε βέβαια- το κορίτσι του θανάτου σίγουρα ξέρει να χρησιμοποιεί τη γλωσσίτσα του».

«Ποια; Η Ροξάν;» γέλασε ο Θεός σαν να του είχαν πει το πιο έξυπνο αστείο. «Η Ροξάν δεν ανήκει σε κανέναν» βιάστηκε να συμπληρώσει, με το στόμα μπουκωμένο, προτού ο γιος του ορμίσει στον γιο της Κητούς.

«Πουτάνας γιε!» ο Τζέισον τράβηξε το θαλάσσιο τέρας από τον ώμο κάνοντάς τον να τον κοιτάζει και έδωσε μπουνιά στο πρόσωπό του. «Δε θα γίνει ποτέ δική σου» φώναξε ετοιμάζοντας να ρίξει ακόμα μία μπουνιά.

«Αρκετά» η φωνή του Χείρωνα ακούστηκε επιβλητική καθώς έσφιξε την μπουνιά του Τζέισον μέσα στο χέρι του. «Θα έπρεπε να ντρέπεσαι, νεαρέ. Δεν πρόκειται να ανεχτώ τέτοια συμπεριφορά. Βρίσκεστε εδώ για να μάθετε να συνυπάρχετε αρμονικά με όλα τα πλάσματα του κόσμου, όχι να αλληλοσκοτώνεστε για την αγκαλιά μιας γυναίκας» επέπληξε τον ξανθό ημίθεο. «Πήγαινε να βρεις τους υπόλοιπους και σε θέλω στο γραφείο μου στο τέλος της ημέρας». Ο Τζέισον έσκυψε ηττημένος το κεφάλι και έκανε ό,τι του ζητήθηκε. Ύστερα ο Κένταυρος στράφηκε στον Κάιλ. Τα χείλη του είχαν ανοίξει όπως και το φρύδι και η μύτη του. Ανάθεμα τη δύναμη αυτών των παιδιών. «Πήγαινε στο ιατρείο, τα παιδιά του Ερμή θα περιποιηθούν το πρόσωπό σου. Και μη σε ανησυχεί ο Τζέισον, είναι λιγάκι οξύθυμος, αλλά είναι καλό παιδί κατά βάθος» του χαμογέλασε κουρασμένα και ο Κάιλ ήταν σίγουρος πως ο Κένταυρος το έλεγε αυτό για όλους τους μαθητές του.

Αφού τελείωσε με το ιατρείο, επέτρεψε στον εαυτό του να κάνει μια βόλτα στον χώρο της κατασκήνωσης για να αρχίζει να εξοικειώνεται. Το μέρος ήταν τεράστιο και είχε όλα όσα μπορεί να χρειάζονταν όσοι ζούσαν εκεί. Τα θεωρητικά μαθήματα παραδίδονταν στο αρχαίο θέατρο, όπου η θεατρική ομάδα ανέβαζε και παραστάσεις κατά καιρούς, όπως τον ενημέρωσε αργότερα ο Χείρωνας, και τα μαθήματα πολέμου γίνονταν στην αρένα, βολικά τοποθετημένη δίπλα στο ιατρείο. Κοντά στο αρχαίο θέατρο υπήρχε μια αίθουσα μουσικής και μια τέχνης, όπου οι ημίθεοι απασχολούνταν με ζωγραφική, γλυπτική σε μάρμαρο και ξύλο, κεραμική και υφαντουργία, αλλά εκείνος ήταν σίγουρος πως θα έχανε τη ροή του χρόνου στη βιβλιοθήκη. Πέρα από αυτά όμως υπήρχαν και μαγαζάκια για κάθε τι που μπορεί να χρειάζονταν, ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα, τα πάντα. Σαν μικρή υπαίθρια αγορά ήταν. Και φυσικά υπήρχε και τραπεζαρία εξωτερικού χώρου, όπου έτρωγαν όλοι μαζί.

Περνώντας τα σπιτάκια έφτασε σε ένα ανοιχτό πέλαγος, όπου είχε στηθεί μια εξέδρα για το επικείμενο πάρτι έναρξης του καλοκαιριού, ενώ παρατήρησε και ένα γήπεδο βόλεϊ στην άμμο με κερκίδες για τους οπαδούς και πάγκους για τις ομάδες. Από την αντίθετη κατεύθυνση είδε ένα δάσος να ξεκινάει λίγο πιο πάνω από την παραλία και να εκτείνεται προς το βάθος. Το μέρος ήταν ένας μικρός παράδεισος ανάμεσα στον κόσμο των Θεών και των θνητών.

Κάθισε στην άμμο και άφησε το μυαλό του να περιπλανηθεί στα γεγονότα της ημέρας και το πόσο γρήγορα είχε αλλάξει η ζωή του. Μπορεί να το έπαιζε άνετος, όμως δεν είχε ακόμα συνειδητοποιήσει πως μόλις άνοιγε τα μάτια του το επόμενο πρωί δε θα έβλεπε τους γκρίζους τοίχους και τα κάγκελα.

Μερικές ώρες πριν πέσει ο ήλιος, ο Κάιλ επέστρεψε στις καμπίνες όπου τον περίμενε ο Χείρωνας μαζί με την κοπέλα που είχε λιποθυμήσει νωρίτερα εκείνη τη μέρα, την κοπέλα του Καρύστου.

«Λοιπόν, πού κοιμάμαι;» ρώτησε με χιουμοριστικό ύφος.

«Αν περιπλανηθείς για λίγο ανάμεσα στις καμπίνες, θα δεις μία με το όνομά σου και το όνομα του Καρύστου. Έχουν μεταφερθεί και τα πράγματά σου. Πήγαινε να τακτοποιηθείς και θα τα πούμε το πρωί. Καληνύχτα, Κάιλ» τον ενημέρωσε ο Κένταυρος. Η κοπέλα στο πλάι του δεν είχε μιλήσει καθόλου. Βασικά φαινόταν να την απασχολεί κάτι. Μάλλον είχε πάει να ζητήσει τη βοήθεια του Χείρωνα και εκείνος τους είχε διακόψει. Ουπς.

Δε χρειάστηκε πολύ για να βρει το δωμάτιό του και χάρηκε που ο συγκάτοικός του κοιμόταν ήδη του καλού καιρού. Άνοιξε τον μικρό σάκο του και τακτοποίησε τα λιγοστά ρούχα του στη δική του ντουλάπα. Ίσως χρειαζόταν να επισκεφτεί εκείνα τα μαγαζιά που είχε δει νωρίτερα. Τράβηξε από τον σάκο και τα τελευταία υπάρχοντά του, μερικά βιβλία που του κρατούσαν συντροφιά στη φυλακή, και τα έβαλε στο ραφάκι του κομοδίνου του.

Έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα γύρω του για να συνηθίσει το περιβάλλον όπου θα ζούσε από εδώ και πέρα, ή τουλάχιστον μέχρι οι Ολύμπιοι να αποφάσιζαν να τον στείλουν πίσω στα Τάρταρα. Δεν ήταν τίποτε ιδιαίτερο, μόνο μια ξύλινη καλύβα, όμως ήταν πολύ καλύτερο από το κελί που τον φιλοξενούσε μέχρι πρότινος. Χαμογέλασε πικρά για την αναβαθμισμένη φυλακή του και, αφού έβγαλε τα ρούχα του, ξάπλωσε στο κρεβάτι. Τράβηξε το λεπτό σεντόνι για να καλύψει το σώμα του και έκλεισε τα βλέφαρά του.

 Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν