Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30.10.20

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 4)

Η επόμενη μέρα ήταν φρικτή. Από το πρωί δε σταμάτησαν να καταφθάνουν στην κατασκήνωση ημίθεοι, παλαιοί και νεοφερμένοι. Η Ροξάν κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να συμμαζεύει τα νεύρα της και να μην εξαπολύσει τον θυμό της σε όλα εκείνα τα χαζοχαρούμενα πλάσματα. Μα δεν τους είχε μάθει κανείς να μην ενοχλούν τον κόσμο με τις εκνευριστικές φωνές τους;

Δεν τόλμησε να ξεμυτίσει από το σπιτάκι της. Μάλιστα είχε κλειδώσει την πόρτα της και είχε τραβήξει τις κουρτίνες, για να μην ταράξει κανείς τις προσπάθειές της για ηρεμία. Μιας και η μοντέρνα τεχνολογία ήταν απαγορευμένη στην κατασκήνωση του Χείρωνα, αυτός ο Κένταυρος δεν εννοούσε να εκσυγχρονιστεί, αποφάσισε να κάνει μερικές ασκήσεις γυμναστικής για να είναι έτοιμη όταν θα ξεκινούσαν τα μαθήματα. Έκανε κοιλιακούς, καθίσματα, διατάσεις και, όταν κουράστηκε, έκανε ένα δροσερό μπάνιο και ξάπλωσε βάζοντας μουσική στα ακουστικά της, σε ένα πανάρχαιο mp3 που έβαλε κρυφά στον σάκο της.

Από το κρεβάτι δε σηκώθηκε παρά μόνο όταν ο ουρανός χρωματίστηκε με ένα βαθύ πορτοκαλί. Φόρεσε ένα ριχτό φόρεμα και αφού βεβαιώθηκε πως κανείς δε θα την παρατηρούσε πήγε για μια βουτιά, προτού ξεκινούσε να ετοιμάζεται για τη γιορτή του καλοκαιριού. Όπως έκανε κάθε άλλη φορά, άφησε το ρούχο της να πέσει στην άμμο και βούτηξε γυμνή στο νερό.

Φωνές και χαρούμενες τσιρίδες, αυτό άκουγε από το πρωί. Για την ακρίβεια έτσι ξύπνησε και ένιωθε πως θα τους δολοφονούσε όλους τους αν συνέχιζαν να παίζουν έτσι με το νευρικό του σύστημα. Αν δεν ήταν ο Χείρωνας να τον τρέχει από το ένα μέρος της κατασκήνωσης στο άλλο για να ρυθμίσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες για το βραδινό πάρτι, τότε θα είχε τρελαθεί με τον τόσο ενθουσιασμό.

Κατάφερε να ηρεμήσει μόνο αργά το απόγευμα, όποτε και ο Κένταυρος του έδωσε το ελεύθερο να πάει να χαλαρώσει και να ετοιμαστεί για τη γιορτή. Ο Κάιλ άφησε μια ανάσα ανακούφισης κοιτώντας απαξιωτικά τα πιτσιρίκια γύρω του και αποφάσισε να περπατήσει για λίγο. Ίσως μια βουτιά να του έκανε καλό. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε βρεθεί μέσα ή έστω κοντά σε τόσο πολύ νερό. Οι φύλακες στα Τάρταρα φρόντιζαν να μην παίρνουν τέτοια ρίσκα.

Περπάτησε ανέμελα ανάμεσα από τις καμπίνες και πιάνοντας τα μαλλιά του σε έναν πρόχειρο κότσο, άναψε ένα τσιγάρο για να μπλοκάρει κάθε άλλη μυρωδιά, πέρα από τον καπνό, από το να εισβάλει στα ρουθούνια του. Μερικοί κατασκηνωτές ήταν… ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι που ξανά βρίσκονταν. Αν και οι περισσότερες καμπίνες ήταν άδειες, μιας και ήταν ώρα για φαγητό, η μύτη του δεν τον ξεγελούσε ποτέ και, φίλε, αυτοί οι ημίθεοι είχαν κληρονομήσει την πιο ενοχλητική συνήθεια των γονιών τους. Αν τον έπιανε ο Χείρωνας να καπνίζει και του τα έψελνε, ας ήταν αυτό το τίμημα που θα πλήρωνε και μάλιστα με μεγάλη του ευχαρίστηση προκειμένου να μην αναγκάζεται να μυρίζει τις κρεβατοδουλειές των ημίθεων.

Σε χρόνο μηδέν, είχε απομακρυνθεί από τις καμπίνες και είχε φτάσει στην παραλία. Κάθισε στις κερκίδες του γηπέδου του βόλεϊ και κλείνοντας τα μάτια φύσηξε τον τελευταίο καπνό από τον καρκίνο του και πήρε μια ανάσα, αφήνοντας τις οικίες μα ταυτόχρονα σχεδόν ξεχασμένες μυρωδιές να τον χαλαρώσουν. Ω, ναι. Το αλμυρό αεράκι και η ζεστασιά της θάλασσας, το γάλα με το μέλι και τον θάνατο- Όπα, όπα μισό, τι;

Άνοιξε αμέσως τα μάτια του για να σιγουρευτεί πως η μύτη του δεν τον κορόιδευε. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν πως ίσως το υποσυνείδητό του του έπαιζε παιχνίδια, επειδή είχε να κοιμηθεί με μια πνευματώδης γυναίκα εδώ και… Αλήθεια πότε ήταν η τελευταία φορά; Όμως μετά το βλέμμα του έπεσε πάνω στην απολαυστική θέα της πλάτης της και αναγκάστηκε να δαγκώσει τη γλώσσα του για να μη βγάλει άχνα.

Φαίνεται πως με την κόρη του Άδη μοιράζονταν έναν παρόμοιο τρόπο χαλάρωσης. Στεκόταν με την πλάτη της σε εκείνον και… Ω, Θεοί, γδύνεται; Έπεσε κάτω από τις κερκίδες, με το στομάχι στην άμμο, αθόρυβα, και έκατσε εντελώς ακίνητος, ευχαριστώντας το ξύλο που τον έκρυβε. Αν καταλάβαινε το διαβολάκι ότι την έπαιρνε μάτι, θα του επιτιθόταν χωρίς δεύτερη σκέψη και αυτή τη φορά με κανέναν εκεί να τους σταματήσει. Θα αλληλοσκοτώνονταν αφού πρώτα έπαιζαν ο ένας με το μυαλό του άλλου. Όχι πως δεν του άρεσε η ιδέα, αλλά δεν ήθελε να διακινδυνέψει να τους δουν. Αν γίνονταν ποτέ οι φαντασιώσεις του αληθινές, ήθελε να είναι τετ α τετ, χωρίς κοινό.

Καθώς το λεπτό ύφασμα γλίστρησε από το κορμί της, έπιασε τον εαυτό του να έχει την ίδια αντίδραση με την πρώτη φορά που την είδε. Γαμώ το κέρατο όλων των καυτών υπάρξεων, αυτή η γυναίκα είναι ειλικρινά εξωπραγματική! Τα οπίσθιά της τον παρακαλούσαν να τα γραπώσει, να τα σφαλιαρίσει, διάολε, ακόμα και τα δόντια του πονούσαν για ένα μόνο δάγκωμα. Η πλάτη της ήταν γεμάτη σημάδια, υπέθετε από τη σκληρή εκπαίδευση στη μάχη, αλλά το αλαβάστρινο δέρμα της ήταν πολύ πιο δελεαστικό με αυτά να το κοσμούν. Η μέση της ήταν φτιαγμένη για να την κρατούν γερά τα χέρια ενός άνδρα, οι γοφοί και τα μπούτια της έκαναν φανερή την εμπειρία της στο να μάχεται πάνω στο άλογο. Ένα κομμάτι του του ψιθύρισε πως εκείνος θα γινόταν υπέροχο και υπάκουο άτι για χάρη της. Όταν έσκυψε για να λύσει τα σανδάλια της, ο φίλος του ανάμεσα από τα πόδια του διογκώθηκε παρά τη θέλησή του, προσπαθώντας να ελευθερωθεί από τα δεσμά του παντελονιού του. Φίλε, του άρεσαν ο κώλος και τα πόδια της, αλλά, γαμώτο, εκείνες οι θηλές της… Δάγκωσε τα χείλη του. Δεν είχε άλλον τρόπο να τις περιγράψει. Αχ, τι ήταν αυτό που του έκανε. Ο Κάιλ ήταν πάντα από του άνδρες που προτιμούσαν το στήθος στις γυναίκες και αυτή η ημίθεα είχε πολλά να προσφέρει σε αυτόν τον τομέα. Μόνο η σκέψη των χειλιών του να ρουφούν το απαλό δέρμα του στήθους της ήταν επώδυνη για τον ανδρισμό του.

Τα κατάμαυρα μαλλιά της χάθηκαν από τα μάτια του όταν βούτηξε και τότε το ξόρκι που του είχε κάνει έσπασε. Ο γιος της Κητούς ανοιγόκλεισε τα μάτια του ζαλισμένος και κούνησε το κεφάλι του για να επανέλθει. Η ανάσα του έβγαινε σε λαχάνιασμα και το παντελόνι τον στένευε επικίνδυνα. Σιγά σιγά σηκώθηκε και έφυγε από εκεί, πριν αναδυθεί και αντιληφθεί την παρουσία του. Πήγε στο δωμάτιό του, τρέχοντας σχεδόν, για να ετοιμαστεί, αλλά θα είχε φαντασιώσεις για ό,τι είχε μόλις δει για πολλές από τις ακόλουθες νύχτες.

Βγήκε από το νερό και ντύθηκε πάνω στην ώρα που άκουσε φωνές από την κατεύθυνση της εξέδρας που είχε στηθεί για τη γιορτή. Επέστρεψε στο δωμάτιό της για να ετοιμαστεί αλλά πήρε τον χρόνο της. Γιατί να βιαζόταν άλλωστε; Το πάρτι θα κρατούσε σίγουρα μέχρι το πρωί. Έκανε πρώτα ένα μπάνιο για να ξεπλύνει την αλμύρα από το σώμα της και ύστερα στέγνωσε και ίσιωσε τα μαλλιά της. Έπιασε ένα μέρος τους σε έναν επιμελώς ατημέλητο κότσο και άφησε τα υπόλοιπα να πέφτουν μέχρι χαμηλά στην πλάτη της. Μόνο μια μικρή τουφίτσα ξέφευγε και έπεφτε μέσα στα μάτια της και εκείνη όλο και την τραβούσε ενοχλημένη πίσω από το αυτί. Έβαλε ένα μαύρο στενό φόρεμα που έφτανε αρκετά πάνω από τα γόνατα και αγκάλιαζε με υπέροχο τρόπο κάθε καμπύλη του κορμιού της. Φόρεσε και τις μαύρες της σαγιονάρες για να είναι άνετη, πάνω στην άμμο θα ήταν άλλωστε, και ξεκίνησε για την παραλία, αργοπορημένη όπως συνήθως.

Περπάτησε ανάμεσα από τον κόσμο με άνεση και το βλέμμα της έπεσε πάνω στο άτομο που σκεφτόταν αρκετά αυτές τις δύο μέρες. Πήγε να καθίσει σε ένα μαρμάρινο παγκάκι μακριά από την ανεπιθύμητη βαβούρα των υπολοίπων, αρκετά κοντά όμως, ώστε να μην ακούσει κήρυγμα από τον Χείρωνα για το πόσο απόμακρη ήταν.

Η Ροξάν θυμήθηκε πώς έλαμπαν γαλάζια τα μάτια του καινούριου εκπαιδευτή, σαν τα νερά της ακτής του παραδείσου την προηγούμενη μέρα κάτω από το φως του ήλιου, κι ας είχαν διαφορετικό χρώμα. Βασικά, όσο το σκεφτόταν, τόσο συνειδητοποιούσε πόσο ιδιαίτερα ήταν. Τώρα που τον παρατηρούσε καλύτερα, το γαλάζιο του μάτι είχε δύο μικρές ελιές από κάτω και μια ουλή το διαπερνούσε από το φρύδι μέχρι το μάγουλο, περίπου στο ύψος της μύτης.

Δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται πως θα ήταν άραγε να έχει έναν τέτοιο άνδρα στο κρεβάτι της τα βράδια, ή και τις μέρες. Όμως δεν ήλπιζε για τίποτα, δε θα δημιουργούσε καμία οφθαλμαπάτη. Ήξερε πόσο απωθητική ήταν. Όχι λόγω εμφάνισης, δεν ήταν κανένα χαζό κοριτσάκι που δεν άντεχε την πέτσα της. Όχι, ο λόγος ήταν άλλος.

«Καλησπέρα, δεσποσύνη μου». Ένα μυώδες χέρι αγκάλιασε τους ώμους της.

«Δεν είμαι σου, Τζέι» είπε απομακρύνοντάς το από πάνω της. «Πόσες φορές πρέπει να στο πω;» Το δεσποσύνη το άφηνε ασχολίαστο. Μα καλά, σε ποιον αιώνα ζούσε αυτό το παιδί;

«Έλα τώρα, Ροξ, το ξέρω ότι με θέλεις και εσύ» την τράβηξε κοντά του και την κράτησε εκεί. Και μα τα Τάρταρα, δεν της άρεσε καθόλου αυτό, να τη στριμώχνουν έτσι.

«Πάρε τα ξερά σου από πάνω μου, Τζέισον, γιατί θα σε-» πριν προλάβει να ολοκληρώσει την απειλή, της έκλεισε το στόμα με τα χείλη του, προσπαθώντας να τα ανοίξει με τη γλώσσα του, αλλά η Ροξάν είχε κάτι άλλο στο μυαλό της, κάτι που θα του μάθαινε πώς να συμπεριφέρεσαι σε μια γυναίκα.

Τον άφησε να τη φιλήσει μέχρι να πέσουν οι άμυνές του και τότε τον χαστούκισε σχεδόν με όλη της τη δύναμη, γρατζουνώντας ελάχιστα το μάγουλό του με τα νύχια της και το χέρι της άφησε μια κόκκινη σφραγίδα στο δέρμα του. Το κεφάλι του γύρισε στο πλάι από τη δύναμη. Σιχαινόταν τους άνδρες που ρίχνονταν με αυτόν τον τρόπο στις γυναίκες, λες και δεν υπήρχε πιθανότητα να μη γουστάρουν, ρε παιδί μου!

«Μη με ακουμπάς, Τζέισον. Μην τολμήσεις να με ακουμπήσεις ξανά». Στις άκρες των μαλλιών της άναψαν στιγμιαία ψυχρές μωβ φλόγες. Ήταν θυμωμένη, όχι, ήταν εξαγριωμένη, μα στο πρόσωπό της δεν είχε σχεδόν καθόλου έκφραση, κανένα απολύτως συναίσθημα και αυτό ήταν που πλήγωσε το εγώ του. Δε θα την είχε ποτέ. Ακόμα και έτσι, εκείνο που τον σκότωσε περισσότερο ήταν το γέλιο της ταπείνωσης που πλημύρισε τα αυτιά όλων, και ερχόταν από ένα συγκεκριμένο άτομο.

Κάπου είχε ακούσει, αν δεν μπορείς να τους πολεμήσεις, πήγαινε με τα νερά τους. Ή τουλάχιστον, όπως του άρεσε να παραλλάζει το ρητό, κάνε τους να εύχονται να είχαν παραδοθεί. Για την περίπτωση του Κάιλ, αυτό βοηθούσε ιδιαίτερα να κάνει τους φύλακές του να μετανιώνουν που τα έβαζαν μαζί του. Καλά, μπορεί να κατέληγε να τις τρώει άσχημα για το στυλάκι του και να βασανιζόταν από τα τραύματά του για μέρες λόγω της έλλειψης νερού, αλλά άξιζε τον κόπο.

Γι’ αυτό δε σκόπευε να κρατήσει για πολύ μυστικό πως κάτι κακό επρόκειτο να συμβεί, όπως του είχε πει ο Ποσειδώνας. Απλά έπρεπε να βρει την κατάλληλη στιγμή για να πετάξει τη βόμβα του. Προχωρώντας προς το τραπέζι όπου κάθονται οι καθηγητές, δηλαδή εκείνος, ο Χείρωνας και τα παιδιά του -α ναι, και η κατσίκα- ένα από τα νεότερα παιδιά τον κοίταξε τρέμοντας, όταν πέρασε από δίπλα του. Δεν έκανε τον κόπο να το μυρίσει, για να καταλάβει ποιος ήταν ο θεϊκός του πρόγονος. Το πιτσιρίκι θα λιποθυμούσε από το φόβο του, αν ο γιος της Κητούς τον πλησίαζε και άρχιζε να μυρίζει σαν λιοντάρι που κυνηγούσε για να φάει.

Κάθισε στην καρέκλα του και ο Ντίακ -η κατσίκα, ντε!- τον κοίταξε με ένα ύφος τύπου έλα να παίξουμε ξύλο αν τολμάς. Ήταν ο τρόπος του να τον χαιρετήσει. Δεν προσπάθησε όμως να τον διώξει ή να τον προκαλέσει, ξέροντας πως κάτι τέτοιο θα εκνεύριζε τον Χείρωνα που ήρθε και κάθισε πιο δίπλα.

Το πλήθος των ημίθεων όλο και μεγάλωνε και πολλές διαφορετικές μυρωδιές εισέβαλαν στα ρουθούνια του. Οι Κένταυροι και η κατσίκα συζητούσαν για τα μαθήματα που θα ξεκινούσαν την επόμενη μέρα, μα ο Κάιλ δεν έδινε δεκάρα. Μετά από λίγο και αφού είχε πιεί άφθονο κρασί και η μουσική κόντευε να τον τρελάνει, άρχισε να ζαλίζεται και σηκώθηκε να πάει να βρέξει το πρόσωπό του, μα όταν μύρισε το δικό της άρωμα, ξύπνησε για τα καλά.

Τα μάτια του τη βρήκαν αμέσως μέσα στο πλήθος καθώς μόλις έφτανε, αργοπορημένη αλλά χωρίς να τη νοιάζει. Ανάθεμα, ήθελε να ορμίσει και να τη φάει! Ένιωσε το θαλάσσιο τέρας στο παντελόνι του να ξυπνάει, να ζητάει να της πει… γεια; Πάνω που έκανε ένα βήμα μπροστά, χωρίς να το θέλει, είδε τον ψηλό ξανθό γιο του Διονύσου να κάθεται δίπλα της και με περίσσια αυτοπεποίθηση να απλώνει το χέρι του στους ώμους της. Επιδεικτικά. Κτητικά.

Δε γινόταν να μην προσέξει το χαμόγελο νίκης που του έριξε ο ημίθεος. Επίσης όμως παρατήρησε το πώς πάγωσε η μορφή της κοπέλας κάτω από το άγγιγμά του, και το πώς γρύλισε προειδοποιώντας και απορρίπτοντας τον γίγαντα. Χα! Ούτε εκείνη τον άντεχε.

Κι όμως έθαψε τη γλώσσα της στον δικό μου λαιμό. Ήταν η δική μου γλώσσα που δάγκωνε και ρουφούσε. Στο δικό μου σώμα τριβόταν. Στη μούρη σου, ξανθούλη! Σκέφτηκε νευριασμένος, γλύφοντας πονηρά τα χείλη του που είχαν σχεδόν κρατήσει τη γεύση των δικών της.

Λες και ο ξανθός είχε καταλάβει τι σκεφτόταν, τράβηξε την κοπέλα -που προφανώς δεν ήθελε- και άρχισε να τη φιλάει άτσαλα στο στόμα. Ο Κάιλ αντιστάθηκε στη θέληση να γρυλίσει και να τον πετάξει κάτω αδειάζοντας τα σωθικά του στην άμμο, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα χέρια του που έσφιξαν σε γροθιές, ούτε τα δόντια του που έτριξαν δυνατά.

Η κόρη του Άδη όμως ήταν στην ίδια σελίδα με εκείνον. Χαλάρωσε το αμαρτωλό της σώμα και πάνω που ο γιος του Διόνυσου πίστεψε πως είχε υποκύψει επιτέλους στη γοητεία του, ίου, εκείνη τραβήχτηκε πίσω και τον χαστούκισε ένδοξα. Ο Κάιλ ένιωσε κάτι, ένα συναίσθημα που είχε χρόνια να τον αγγίξει, και τώρα χόρευε μέσα του μπροστά στη σκηνή. Ήταν υπερηφάνεια; Ευτυχία; Δεν ήξερε.

Εκείνο που ήξερε ήταν πως η ημίθεα του έδωσε ακριβώς εκείνο που χρειαζόταν. Μια εισαγωγή. Εκείνο που χόρευε μέσα του έφτασε στον λαιμό του και εκείνος γέλασε με την καρδιά του. Γέλασε με όλο του το είναι, όπως δεν είχε κάνει ποτέ στη ζωή του. Έδιωξε τα δάκρυα που είχαν δημιουργηθεί στα μάτια του και είδε πως η προσοχή είχε στραφεί πλέον πάνω του και όλοι είχαν σιωπήσει. Μέχρι και η μουσική είχε επιτέλους σταματήσει.

«Λοιπόν αυτό ήταν θέαμα ισάξιο της αποψινής γιορτής. Καλό, ξανθούλη, πολύ καλό. Και σε ευχαριστώ, πριγκίπισσα, που τον έβαλες στη θέση του. Ήταν πραγματικά υπέροχο! Μετά από αυτό αμφιβάλλω πως η ανακοίνωσή μου θα είναι εξ ίσου ένδοξη αλλά, δε βαριέσαι, θα προσπαθήσω». Όλοι τον κοιτούσαν περιμένοντας τις επόμενες λέξεις του. Ακόμα και ο Χείρωνας. «Για όσους δεν ενημερώθηκαν για την προσθήκη στο προσωπικό, είμαι ο Κάιλ Φέρελ και θα είμαι ο καινούριος σας καθηγητής. Όσοι παραείστε ευγενικοί, μπορείτε να με φωνάζετε κύριο Φέρελ» χαμογέλασε στους νέους του μαθητές. Οι πιο νέοι ανταπέδωσαν τη φιλική κίνηση, όσοι όμως βρίσκονταν χρόνια στην κατασκήνωση μειδίασαν περιμένοντας να δουν πού θα κατέληγε αυτή η παράσταση.

«Κάιλ, τι κάνεις;» ρώτησε ο Χείρωνας με τρομακτική ψυχραιμία.

«Ω, μη με κοιτάτε έτσι. Είμαι σίγουρος πως θα γίνουμε πολύ καλοί φίλοι. Εξάλλου ο ίδιος ο Ποσειδώνας μου είπε πως η βοήθειά μου σας είναι απαραίτητη για να επιβιώσετε από το κακό που έρχεται».

Όλοι πάγωσαν στις θέσεις τους. Τον κοιτούσαν με το στόμα ανοιχτό. Ακόμα και ο Χείρωνας δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που άκουγε. Οι υπόλοιποι καθηγητές έριχναν βλέμματα ανησυχίας ο ένας στον άλλον. Ούτε εκείνοι ήξεραν. Και πάνω που όλοι έψαχναν μια εξήγηση για όλα αυτά, ένα κύμα σηκώθηκε τόσο που έκρυψε το φεγγάρι και η κοπέλα του Καρύστου λιποθύμησε, πριν εκείνο γίνει ξανά ένα με την επιφάνεια της θάλασσας, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Οι κατασκηνωτές έκαναν ένα κύκλο γύρω της, ενώ κάποιο αγόρι φώναξε να κάνουν στην άκρη για να παίρνει αέρα.

«Κασσάνδρα» φώναξε ο Χείρωνας σαν να την καλούσε να ξυπνήσει και εκείνη άνοιξε τα μάτια της κλαίγοντας.

«Οι Θεοί αποφάσισαν πως οι αγώνες που θα διεξαχθούν ανάμεσα στους ημίθεους θα είναι ατομικοί φέτος και υποχρεωτικοί για όλους για να διακριθεί ο πιο δυνατός απόγονος κάθε θεού» είπε εκείνη. Έπειτα, τύλιξε τα χέρια γύρω από το σώμα της και άρχισε να τρέμει λες και κρύωνε.

«Ατομικοί;» ρώτησε τρομαγμένη μια κοπέλα με έντονη τη μυρωδιά του σταριού. Κόρη της Δήμητρας, σκέφτηκε ο Κάιλ.

«Φυσικά! Αγώνες που θα αναδείξουν τους πιο ισχυρούς και τους πιο αδύναμους. Οι Θεοί πρέπει να βαριούνται πολύ εκεί πάνω στον Όλυμπο και ήθελαν να παίξουν κανένα παιχνίδι. Μια δεύτερη Τροία, ξέρετε πώς πάνε αυτά». Άφησε τα μάτια του να περιπλανηθούν ανάμεσα στα τρομαγμένα πρόσωπα. Γέλασε κάπως αθώα και γουρλώνοντας τα μάτια διαπίστωσε με θεατρινίστικο ύφος:

«Όπα, μισό… δεν είχατε ιδέα πως οι λατρεμένοι σας γονείς ήθελαν να σας χρησιμοποιήσουν σαν πιόνια για τη διασκέδασή τους; Ουπς».

Το επόμενο δευτερόλεπτο, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του, συρόμενος από έναν εξαγριωμένο Κάρυστο που τον απομάκρυνε από την εξέδρα τον καθηγητών, ενώ ανάμεσα στους απογόνους των Θεών εξαπλωνόταν το απόλυτο χάος.

Όλοι τον κοιτούσαν. Ο Κάιλ είχε πολλά κότσια για να πει κάτι τέτοιο και, αν λάμβανε υπ’ όψιν το κύμα του Ποσειδώνα και τον χρησμό της Κασσάνδρας, είχε μόλις αποκαλύψει ένα πιάτο αλήθειας, σερβίροντάς τη με μια γαρνιτούρα ψέματος. Όπως και να είχε, της είχε μόλις δώσει την ευκαιρία να αποδείξει την αξία της.

Όλα αυτά τα χρόνια εκπαιδευόμουν με όλες μου τις δυνάμεις, ενώ ανεχόμουν ένα μάτσο ηλίθιους με χαμογελαστά πρόσωπα περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να λάμψω. Αυτό θα είναι το καλοκαίρι μου.

Κύρτωσε τα χείλη της σε ένα σαρδόνιο χαμόγελο και περπάτησε προς το μέρος όπου ο μικρός Κένταυρος είχε τραβήξει τον καινούριο τους καθηγητή. Το να τους ακολουθήσει ήταν πολύ απλό, όταν κανείς δεν έδινε σημασία γύρω του. Τα μάτια του Καρύστου είχαν γίνει δυο μικρές σχισμές, ζωγραφίζοντας έτσι τον θυμό του για το πρόσωπο του θαλάσσιου τέρατος.

«Τι νομίζεις ότι κάνεις;» ξέσπασε ο μικρός Κένταυρος.

«Έλα τώρα, αλογάκι, ας τον ήσυχο. Εξάλλου, θα έχει πολύ πλάκα να παλεύει κανείς με τη μικρή και αθώα σου Κασσάνδρα, δε βρίσκεις;» Στο πρόσωπό της είχε καρφιτσωθεί ένα χαμόγελο, ενώ διασκέδαζε βλέποντας τον φόβο να αποτυπώνεται στο πρόσωπο του Καρύστου. «Τώρα να με συγχωρείς, αλλά έχω να πω δυο κουβεντούλες με τον κύριο Ας-φέρουμε-την-καταστροφή από εδώ» και έκανε ένα βήμα πιο κοντά στον Φέρελ.

«Ροξάν, απομακρύνσου από αυτόν τον άνδρα αμέσως». Το φάντασμα είχε επιστρέψει, αλλά εκείνη δεν είχε καμία πρόθεση να κάνει ό,τι της έλεγε.

Φόρεσε το θελκτικό της χαμόγελο και χτύπησε βίαια το μάγουλό του με την παλάμη της. «Αυτό επειδή με είπες πριγκίπισσα». Γύρω από τις ίριδές της φωσφόρισε το λιλά δακτυλίδι, ως ένδειξη θυμού. «Και αυτό επειδή μόλις έδωσες νόημα στο φετινό μου καλοκαίρι». Τον τράβηξε από την λαιμόκοψη της μπλούζας του, οδηγώντας τον σε ένα τολμηρό φιλί, καμία σχέση με εκείνο που είχαν μοιραστεί την προηγούμενη μέρα. Η γλώσσα της σύντομα παραβίασε τα σύνορα των χειλιών του, για να παίξει με τη δική του. Όσες φορές και αν της φώναξε το φάντασμα να σταματήσει, δε θα το έκανε. Όχι πριν εκείνο εξαφανιζόταν. Μετά δάγκωσε το κάτω χείλος του, γλύφοντας την ουλή που εκείνη του είχε κάνει, και το τράβηξε λίγο με τα δόντια της πριν το αφήσει. Έγλυψε τα χείλη της και γύρισε στον Κάρυστο, ο οποίος είχε μια τρομαγμένη έκφραση.

«Τι είναι, ζήλεψες; Μήπως να κάνω κανά δυο μαθήματα στην Κάσι;» Γέλασε σαρκαστικά όπως και πριν και έφυγε χαιρετώντας τους. Έκανε τον γύρο της παραλίας για να αποφύγει τυχόν ανεπιθύμητη συνάντηση με κάποιον ημίθεο ή καθηγητή. Ξαφνικά, δεν πεινούσε και τόσο, τουλάχιστον όχι για κανονικό φαγητό. Είχε απελπισμένα ανάγκη για μουσική.

Περπάτησε ως την αίθουσα μουσικής. Η Ροξάν μπορούσε σχεδόν να ακούσει την άρπα να την καλεί και χαμογέλασε. Η ευχαρίστησή της δεν κράτησε για πολύ, μιας και ο νεκρός της φίλος ήρθε και πάλι.

«Γιατί δε με ακούς για μια φορά στη ζωή σου; Αυτός ο άνδρας δεν κάνει για εσένα».

«Και γιατί παρακαλώ; Επειδή το είπες εσύ ή μήπως επειδή το είπε ο βασιλιάς του κάτω κόσμου; Δε με ενδιαφέρει η άποψή του, νόμιζα πως το είχαμε ξεκαθαρίσει αυτό». Είχε δώσει υπόσχεση στον εαυτό της να μην αφήνει πια το φάντασμα να την επηρεάζει.

«Εγώ νόμιζα πως ήσουν εξυπνότερη από αυτό, δεσποινίς. Το αγόρι είναι σωστός κίνδυνος, ένα τέρας σε ανθρώπινη μορφή».

«Χα» γέλασε πικρά. «Και τι, φίλε μου, είναι εκείνο που κάνει κάποιον τέρας; Εγώ θα σου πω. Τέρας είναι κάποιος οποιοσδήποτε διαφορετικός από τις μάζες. Να σου θυμίσω μήπως πόσες φορές με έχουν αποκαλέσει τέρας εξαιτίας σου; Αν λοιπόν θεωρείς αυτόν τον άνδρα τέρας, τότε εκείνος και εγώ είμαστε από την ίδια πάστα».

Μπήκε στο δωμάτιο μουσικής και κάθισε, έτοιμη να παίξει. Για μια ακόμη φορά τα δάκτυλά της χάιδεψαν τις χορδές της άρπας και τα μάτια της έκλεισαν.

«Έλα τώρα, δεσποινίς μου, ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάω. Εσύ δεν πρόκειται να μεταμορφωθείς σε ένα επικίνδυνο κτήνος, ανήμπορο να διαχειριστεί τη δίψα του για αίμα».

«Πες το μου ξανά αυτό όταν θα με δεις στην αρένα. Στο τέλος αυτών των αγώνων, εγώ θα είμαι η νικήτρια και όποιος προσπαθήσει να μπει στον δρόμο μου θα πέσει νεκρός το επόμενο λεπτό». Στο άυλο πρόσωπο του φαντάσματος είχε ζωγραφιστεί ο φόβος. «Μπορείς να ευχαριστήσεις τον αφέντη σου για το τέρας που βλέπεις μπροστά σου».

«Θα χρειαστεί να αγωνιστείς με παιδιά πιο δυνατά από εσένα» αναστέναξε. «Βρες την αδυναμία τους, ή κάνε τη δύναμή τους αδυναμία» συνέχισε μετά από λίγο.

«Μου διδάσκεις στρατηγική τώρα, γέρο;» Ήταν έκπληκτη και δεν την ένοιαζε που το έδειχνε.

«Ήμουν πολύ καλός στον πόλεμο όσο ήμουν ζωντανός. Δε θα το έλεγα στρατηγική, μόνο μερικά κόλπα» χαμογέλασε για να τη μαλακώσει.

«Ποιος είσαι; Σε ρωτάω από τότε που πρωτοεμφανίστηκες». Το μυαλό της ταξίδεψε χρόνια πίσω, όταν είχε βρεθεί για πρώτη φορά στην κατασκήνωση του Χείρωνα. Το φάντασμα είχε εμφανιστεί μερικές μέρες πριν και ο πατέρας της την αναγνώρισε αμέσως μόλις έγινε η τελετή έναρξης.

«Εγώ, παιδί μου, είμαι μόνο μια μακρινή μνήμη ενός ήρωα».

«Πώς υποτίθεται πως θα σε εμπιστευτώ στη μάχη, αν δεν ξέρω ούτε το όνομά σου;» Η αλήθεια ήταν πως τον εμπιστευόταν. Αλλά ήθελε να μάθει. Το φάντασμα έσκυψε το κεφάλι για λίγο και μετά την κοίταξε ευθεία μέσα στα μάτια.

«Ήμουν ο Οδυσσέας» απάντησε με ένα ταπεινό χαμόγελο στο πρόσωπό του και η εικόνα του μετατράπηκε σε ομίχλη.

«Πότε αποφασίσαμε κάτι τέτοιο και δεν το θυμάμαι, αδελφέ;» ρώτησε ο Θεός της θάλασσας με τα γαλάζια του μάτια να κοιτούν επιβλητικά τον Θεό του ουρανού.

«Μόλις πριν από λίγο, όταν το ανακοίνωσε η μικρή σας μάντισσα. Δεν καταλαβαίνω γιατί είσαι τόσο θυμωμένος, αδελφέ» απάντησε ο Δίας βαριεστημένα.

«Για τον ίδιο λόγο που είμαστε όλοι μας. Όχι θυμωμένοι, έξαλλοι, Δία!» είπε η σκιώδης μορφή που είχε μόλις εμφανιστεί στο δωμάτιο.

Σύντομα όλοι οι Θεοί ήταν εκεί και κοιτούσαν επικριτικά τον κυρίαρχο των ουρανών που καθόταν άνετα στον θρόνο του και δε νοιαζόταν να τους δώσει κάποια εξήγηση για τις πράξεις του. Γιατί να το έκανε άλλωστε; Εκείνος ήταν που διοικούσε τον κόσμο, όχι κάποιος από εκείνους. Μπορεί να ήταν Θεοί, όμως και εκείνοι λογοδοτούσαν στον παντοκράτορα Δία.

«Δεν μπορείς να μιλάς για όλους μας όταν δεν έχει παρθεί καμία συλλογική απόφαση. Τι συμβαίνει, αδελφέ; Πήραν τα μυαλά σου αέρα μετά από τόσους αιώνες στον ουρανό;» Τον χλεύασε η θεά του σπιτιού.

«Για μάζεψε τη γλώσσα σου, μικρή!» Ένας κεραυνός ακούστηκε σχεδόν δίπλα τους όταν εκείνος ύψωσε τη φωνή του.

«Μικρή; Είμαι το πρωτότοκο παιδί των γονιών μας. Ο μόνος λόγος που σου έδωσα τη θέση μου είναι επειδή θέλησα να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου με ηρεμία, αντί να γεμίσω το κεφάλι μου με τα θέματα όλου του κόσμου, θνητών και αθανάτων. Αλλά άκουσε αυτό, μικρέ, θυμήσου τη θέση σου γιατί θα βρεθείς ζημιωμένος».

«Αυτό θα το δούμε». Χωρίς να κουνηθεί καθόλου, φύσηξε αέρας δυνατός και η μεγάλη τους αδελφή έφτασε στο κέντρο της αίθουσας και γονάτισε παρά τη θέλησή της.

«Η πολλή ηρεμία σε έχει κάνει μαλθακή και αδύναμη, Εστία». Ένας κεραυνός χτύπησε την πλάτη της θεάς και εκείνη έπεσε κάτω από τον πόνο. «Αν νομίζεις πως μου είσαι απειλή, τότε λυπάμαι μα είσαι βαθιά νυχτωμένη».

«Πατέρα, λογικεύσου».

«Αρκετά, Αθηνά!» Ακόμα ένας κεραυνός έπεσε κάπου κοντά τους. «Ξέρετε όλοι σας τον λόγο που πράττω έτσι. Έχετε όλοι σας ακούσει τι πρόκειται να συμβεί και δε θα το επιτρέψω. Ποτέ!»

«Πρόσεχε, αδελφέ, η μοίρα δεν είναι δική σου αρμοδιότητα. Καλά θα κάνεις να μην μπλέκεσαι στις δουλειές των άλλων».

«Είσαι ο τελευταίος που θα ήθελε κάτι τέτοιο, αδελφέ Ποσειδώνα, και το ξέρουμε και οι δυο μας αυτό». Το βλέμμα του στένεψε. Κανείς άλλος δεν τόλμησε να μιλήσει. «Και τώρα εσύ» στράφηκε στην αδελφή του που ήταν ακόμα πεσμένη μπροστά του «αφού θέλεις τόσο πολύ να πραγματοποιηθούν τα σχέδια εκείνων των τυφλών γριών, άσε με να σε βοηθήσω». Άπλωσε το χέρι του μπροστά και τουλάχιστον δέκα κεραυνοί χτύπησαν τη Θεά.

Εκείνη φώναξε από τον πόνο και σε λίγα δευτερόλεπτα χάθηκε από τα μάτια τους. Όλοι τους είχαν μείνει άναυδοι και τρομαγμένοι από την τρέλα που είχε κυριεύσει το μυαλό του Θεού των ουρανών. Μόνο ο Άδης και ο Ποσειδώνας φαίνονταν λιγότερο τρομαγμένοι, γιατί μόνο εκείνοι είχαν δει μια σκούρα μπλε και μια μαύρη θαμπή αναλαμπή ανάμεσα στους κεραυνούς που πήραν μακριά την αδελφή τους.

«Και τώρα όλοι σας έξω! Γυρίστε στις δουλειές σας!» Καθώς η αίθουσα άδειαζε, ο θυμός του Θεού με τα λευκά μαλλιά και τη λευκή γενειάδα όλο και μεγεθυνόταν. «Όχι εσύ, γυναίκα. Η δική σου θέση είναι εδώ».

Η Ήρα σταμάτησε το βήμα της και έκλεισε τα μάτια. Πήρε μια κοφτή ανάσα και γύρισε να τον κοιτάξει με βλέμμα κενό. Πήγε κοντά του όπως της ένεψε να κάνει και συνέχισε να τον κοιτάζει κατάματα, όταν εκείνος έπιασε δυνατά τον λαιμό της.

«Πρόσεχε, σύζυγε. Αρχίζεις να μοιάζει εφιαλτικά πολύ στον πατέρα σου». Ο θυμός του άνδρα της φούντωσε τόσο πολύ που θα προσπαθούσε να ξεχάσει ό,τι ακολούθησε μέχρι το τέλος των ημερών της. Και θα φρόντιζε αυτοπροσώπως να ήταν το δικό του τέλος που θα ερχόταν πρώτο.

 Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν