Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7.10.20

Η Άργυρος Χορδή (Πρόλογος) Revised

 Το ότι το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει ήταν μια κοινότυπη έκφραση και ταυτόχρονα καθόλου επαρκής, για να περιγράψει τον χαμό που γινόταν στο εσωτερικό του. Τα πάντα γύρω μου στροβιλίζονταν, ενώ το κάψιμο που ένιωθα στην κοιλιά μου δε θύμιζε κανέναν άλλον πόνο που να είχα νιώσει ποτέ. Αμυδρές εικόνες περνούσαν από μπροστά μου, αχνές και ξεθωριασμένες· δεν μπορούσα με τίποτα να προσδιορίσω ούτε τι απεικόνιζαν ούτε πού βρισκόμουν.

Έφερα τα χέρια μου στο πρόσωπό μου και έτριψα τα μάτια μου με δύναμη, προσπαθώντας να ηρεμήσω. Λίγα λεπτά αργότερα έπεσα στο πάτωμα –αυτό που αντιλαμβανόμουν ως πάτωμα τουλάχιστον– παραιτημένη.

Πού στο καλό βρίσκομαι;

Δεν μπορούσα καν να θυμηθώ ποιο ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανα πριν βρεθώ σε αυτή την κατάσταση. Συγκεντρώθηκα όσο μου επέτρεπε ο πόνος που λεπτό με το λεπτό κατέκλυζε κάθε κύτταρο του κορμιού μου και προσπάθησα να επαναφέρω κάτι από τη μνήμη μου. Τίποτα. Κενό. Το απόλυτο κενό.

Ξαφνικά το στροβίλισμα σταμάτησε και αντικαταστάθηκε από ένα πυκνό σκοτάδι, τόσο παχύ που νόμιζες ότι, αν άπλωνες το χέρι σου, θα μπορούσες να το πιάσεις.

Μισόκλεισα τα μάτια μου, προσπαθώντας να διακρίνω κάποια σκιά, όμως το μόνο που αντίκριζα ήταν το χάος. Ίσως ήταν μια καλή στιγμή, για να πανικοβληθώ, όμως προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Κάπως έτσι φανταζόμουν την άβυσσο. Σκοτεινή, απόμακρη και κρύα. Κρύα… Δεν είχα αντιληφθεί ότι το κάψιμο στο σώμα μου είχε αντικατασταθεί από ένα ρίγος που έκανε τους μυς μου να συσπώνται στην κοιλιά μου. Τύλιξα το σώμα με τα χέρια μου και κουλουριάστηκα, για να επαναφέρω κάπως τη θερμοκρασία του, η οποία έμοιαζε να πέφτει με ανεξέλεγκτο ρυθμό. Δεν ήξερα τι μου συνέβαινε και πονούσα πολύ για να φοβηθώ. Τα μάτια μου ήταν ορθάνοιχτα στην προσπάθειά τους να αντικρίσουν κάτι και ένιωθα τις κόρες τους να έχουν διασταλεί. Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα που απειλούσαν εδώ και ώρα να βγουν, τα έκλεισα, μόνο για να διαπιστώσω ότι δεν είχε καμία διαφορά είτε τα είχα ανοιχτά είτε κλειστά.

Δεν έκλαιγα τόσο από φόβο όσο από απόγνωση. Δεν ήξερα τι γινόταν εκείνην τη στιγμή ούτε τι θα γινόταν στη συνέχεια. Μήπως ήταν όλα ένα κακό όνειρο; Ένα όνειρο από το οποίο θα ξυπνούσα ανακουφισμένη στο μαλακό και ζεστό μου κρεβάτι, στην ασφάλεια του σπιτιού μου; Ή μήπως όχι; Τι παιχνίδια έπαιζε το μυαλό μου άραγε;

Τότε θυμήθηκα· θυμήθηκα ποια ήταν η τελευταία μου πράξη και ευθύνες με κυρίευσαν.

Σκατά!

Εγώ έφταιγα…

Ξαφνικά το μυαλό μου γέμισε με τους φόβους που υπέβοσκαν όλον αυτό τον καιρό. Η ανάσα μου σχεδόν σταμάτησε, ο πόνος στο κορμί μου με κατέκλυσε πλήρως, όλα άρχισαν να γυρίζουν ξανά, μέχρι που κατέρρευσα…

Ένα ρίγος ήταν αυτό που με επανέφερε αρκετή –μάλλον– ώρα μετά. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, το τοπίο δεν είχε αλλάξει: δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα. Όμως… ένιωθα πως δεν ήμουν μόνη. Προσπάθησα να αφουγκραστώ περισσότερο, να πιάσω κάτι στον αέρα.

Την ησυχία έσπασε ένας ανεπαίσθητος ήχος, σαν κάποιος να προσπαθούσε να περπατήσει αθόρυβα πολύ κοντά μου. Ή καλύτερα να συρθεί.

Το ανατρίχιασμα εξαπλώθηκε σε κάθε σημείο του κορμιού μου, ενώ σηκώθηκα μεμιάς όρθια. Τα άκρα μου μούδιασαν. Το μυαλό μου μου επίτασσε να τρέξω, όμως τα πόδια μου δε με ακολουθούσαν. Γύρισα αργά, προσπαθώντας να διακρίνω κάποιον όγκο ανάμεσα σε όλο αυτό το σκοτάδι. Τότε την ένιωσα…

Την παγωμένη ανάσα πάνω στον λαιμό μου και τη στριγκή φωνή να μου ψιθυρίζει: «Έλα μαζί μου…»

Ακόμη και να ήθελα να αναρωτηθώ, αν ο απρόσμενος επισκέπτης ήθελε ή όχι το κακό μου, η αίσθηση που είχε καταλάβει σχεδόν ολόκληρο το σώμα μου επέμενε πως διόλου καλός δεν ήταν.

Τρέξε, γαμώτο!

Προσπάθησα να φύγω, όμως αυτήν τη φορά, παρότι τα πόδια μου υπάκουσαν την εντολή, ένα κάψιμο στο πλάι των χεριών μου και στην κοιλιά μου με απέτρεψε… Ο σκοτεινός εχθρός μου με είχε καθηλώσει, παρότι δε με ακουμπούσε καν.

Ώρα να πληρώσεις για τις βλακείες σου, επέπληξα τον εαυτό μου φέρνοντας στην επιφάνεια όλες τις απερισκεψίες και τα πάθη μου. Δε φοβόμουν να πεθάνω. Δεν ήθελα να πεθάνω, για εκείνη. Γιατί θα της στερούσα τον μόνο άνθρωπο που της είχε απομείνει.

Δεν ήξερα τι ακριβώς συνέβαινε, όμως αναγνώριζα πως βρισκόμουν αντιμέτωπη με μία απειλή. Ένιωθα το κακό να πλανάται στον αέρα ανάμεσά μας. Το πράγμα που με κρατούσε διασκέδαζε με τον φόβο που προσπαθούσα να παραβλέψω. Γιατί πλέον φοβόμουν… Έτρεμα σχεδόν.

Έκλεισα τα μάτια μου και προετοιμάστηκα για το αναπόφευκτο. Πώς θα με σκότωνε, άραγε; Θα με έτρωγε; Όχι, δεν ήθελα να το βιώσω αυτό. Ήθελα κάτι απλό και γρήγορο, να μην καταλάβω πολλά. Πιθανότατα ο στόχος του ήταν ο λαιμός μου, γι’ αυτό βρισκόταν τόσο κοντά σε αυτόν. Αηδίασα στη σκέψη να με ακουμπήσει με τα χείλη του, καθώς τα φανταζόμουν σιχαμερά και γλιτσιασμένα.

Τα μάτια μου έτσουζαν εδώ και ώρα, όμως ξαφνικά τα ένιωσα να καίγονται από το απότομο φως που γέμισε τον χώρο.

Αυτό είναι!

Ο πόνος στην κοιλιά μου αυξανόταν και εξαπλώθηκε παντού, όταν μια δύναμη με πέταξε στο πάτωμα. Άνοιξα τα μάτια μου από το σοκ της πτώσης, όμως τα ξαναέκλεισα αμέσως. Το σκοτάδι είχε αντικατασταθεί από άπλετο φως, το οποίο δε μου επέτρεπε να τα κρατήσω ανοιχτά. Και τότε συνειδητοποίησα πως άκουγα φωνές… Στριγκλιές και βόμβο από χτυπήματα. Σαν κάποιος να πάλευε μπροστά μου. Ήθελα πολύ να δω τι γινόταν, όμως δεν ήμουν πρόθυμη να ξαναϋποστώ το κάψιμο, γι’ αυτό περιορίστηκα στην ακοή μου και σε όσα μπορούσα να αποκωδικοποιήσω μέσω αυτής. Αναμφίβολα κάποιος μαχόταν με το τέρας… Μπορούσα να ξεχωρίσω πότε ο σωτήρας μου πετύχαινε ένα καλό χτύπημα από τη στριγκή κραυγή του τέρατος. Το είχα φανταστεί ογκώδες, τρομακτικό στην όψη, με κίτρινα μάτια και σάλια να τρέχουν από τους τεράστιους κυνόδοντές του. Τα γρυλίσματα που έρχονταν στα αυτιά μου ενίσχυαν αυτή την εικόνα. Α και νύχια… Σίγουρα είχε γαμψά και μακριά νύχια.

Όταν το τέρας κέρδιζε ένα χτύπημα, ο ήχος που έβγαινε από τον αντίπαλό του πρόδιδε πως ήταν κάποιος άντρας. Ήμουν σίγουρη πως κάποια στιγμή τον άκουσα να βρίζει πνιχτά, πριν ανταποδώσει με ένα γερό χτύπημα.

Μπόρεσα να καταλάβω πότε ακριβώς τελείωσε η μάχη. Το φως ξεχύθηκε ακόμα περισσότερο και ένιωσα την ενέργειά του να διαπερνά όλο τον χώρο, σαν να έπιασε ένας απότομος αέρας ή σαν να έγινε μια έκρηξη. Και έπειτα ησυχία. Τα αυτιά μου πράγματι βούιζαν για λίγο και η αίσθηση στο δέρμα του προσώπου μου ήταν κάτι μεταξύ της αίσθησης που σου αφήνει το νερό, όταν βουτάς το κεφάλι σου μέσα του, και αυτής που αισθάνεσαι όταν σε φυσάει ένα έντονο αεράκι.

Το φως ελαττώθηκε και μετά από λίγο μπόρεσα να ανοίξω τα μάτια μου. Δεν ήξερα τι ακριβώς περίμενα να αντικρύσω. Ίσως έναν άντρα δίπλα σε ένα πεσμένο τεράστιο τέρας; Ίσως ένα δεύτερο τέρας δίπλα στον πρώτο εχθρό μου; Το ένστικτό μου μου έλεγε πως ο σωτήρας μου δε θα μου έκανε κακό. Είχε έρθει μαζί με το φως, σωστά;

Έμοιαζε με άγγελο, όντας λουσμένος από τον φωτεινό κύκλο που τον περιέβαλε, όταν τον είδα να στέκεται από πάνω μου. Δεν ήταν λερωμένος με αίματα, τα ρούχα του ήταν μαύρα και ήταν –πραγματικά– πανέμορφος. Τα σκούρα μαλλιά του είχαν ανακατωθεί από τη μάχη και έρχονταν σε αντίθεση με το ανοιχτόχρωμο δέρμα του. Τα έντονα μάτια του με κοιτούσαν εξεταστικά. Όταν μίλησε, η φωνή του ακούστηκε όπως ακριβώς την περίμενα, στιβαρή και βαθιά:

«Ακόμη δεν ήρθες και έμπλεξες σε μπελάδες».

Ένα μισό χαμόγελο έσπασε τα χείλη του και εγώ ανοιγόκλεισα τα μάτια μου στο άκουσμα της πρότασης, μην μπορώντας να συνειδητοποιήσω πλήρως το νόημά της.

«Ορίστε;» είπα με προσποιητή άνεση, ξαφνιασμένη από τον ήχο της φωνής μου, τον οποίο είχα να ακούσω δεν ξέρω κι εγώ πόσες ώρες.

«Για λίγο πίστεψα ότι δε θα σε έβρισκα ποτέ». Ο τόνος του ήταν αυστηρός, παγωμένος. Δε χωρούσε αμφισβητήσεις.

«Μ-με έψαχνες;»

«Φυσικά, νεοφερμένη. Λες να σε αφήναμε έτσι; Μου πήρε ώρα να σε βρω, όμως δε θα έφευγα χωρίς εσένα».

Οι απορίες μου γίνονταν όλο και περισσότερες όσο μιλούσα μαζί του.

«Ποιος είσαι; Π-πού είμαι;» ρώτησα, χωρίς να είμαι σίγουρη αν ήθελα να πάρω την απάντηση.

«Θα σου τα εξηγήσουν όλα στην Ακαδημία. Προς το παρόν ακολούθησέ με» είπε γυρίζοντας την πλάτη του και άρχισε να απομακρύνεται. Δεν μπήκε στον κόπο να με βοηθήσει να σηκωθώ από το πάτωμα, μόνο άρχισε να απομακρύνεται παίρνοντας μαζί του και το αμυδρό φως που τον περιέκλειε. Σηκώθηκα γρήγορα, όμως κοντοστάθηκα. Όταν κατάλαβε ότι δεν τον ακολουθούσα, σταμάτησε χωρίς να με κοιτάξει και αναστέναξε. Ζύγισα τις επιλογές μου. Ή θα έμενα εκεί, ξεχασμένη στην ανυπαρξία μέχρι να χάσω και το τελευταίο ψήγμα της νοημοσύνης μου, κινδυνεύοντας να με «φάει» το επόμενο στη σειρά τέρας ή θα τον ακολουθούσα. Εξάλλου τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί;

Έφερα το ένα πόδι μου μπροστά από το άλλο και το διέταξα να κουνηθεί έστω και απρόθυμα. Εκείνος, μόλις αντιλήφθηκε την κίνηση, ξεκίνησε ξανά να περπατάει με εμένα να τον ακολουθώ δειλά, προσπαθώντας να παραμένω στον κύκλο φωτός που δημιουργούσε… το σώμα του; Δεν ήμουν σίγουρη, όμως φαινόταν πως το φως πήγαζε από εκείνον. Σαν αύρα, την οποία επέκτεινε λιγάκι, ώστε να φωτίσει τον χώρο γύρω του σε κοντινή απόσταση.

Στην πορεία μας δεν μπορούσα παρά να κάνω τις χειρότερες σκέψεις γι’ αυτό που μου είχε συμβεί και να αναρωτιέμαι αν θα τελείωνε ποτέ. Πολλές στιγμές και βήματα αργότερα, αποφάσισα να συγκεντρώσω όσο περισσότερο κουράγιο είχα και να κάνω την ερώτηση που τριβέλιζε από την πρώτη στιγμή το μυαλό μου. Άνοιξα το στόμα μου, πήρα μια μεγάλη ανάσα και, πριν αρχίσω να σχηματίζω τις λέξεις που είχα στο κεφάλι μου, με πρόλαβε:

«Ό,τι ερωτήσεις έχεις θα τις κάνεις στον διευθυντή. Δεν είμαι αρμόδιος να σου τις απαντήσω».

Έκλεισα το στόμα μου θιγμένη και αναρωτιόμουν πώς κατάλαβε ότι ετοιμαζόμουν να πω κάτι. Συνεχίσαμε να περπατάμε για πολλή ώρα μέχρις ότου ο εκνευρισμός μου ξεπέρασε σε ποσοστό τον φόβο μου. Δε θα έβλαπτε κανέναν αν μου απαντούσε σε μία και μόνο ερώτηση. Απλώς είχε αποφασίσει να είναι σπαστικός και απόμακρος και εκνευριστικός και… Δεν άντεξα. Σήκωσα το χέρι μου και το έτεινα προς το μέρος του σε μια προσπάθεια να τον τραβήξω προς τα πίσω και να σταματήσω το ταχύ βήμα του.

«Μια στιγμή! Δε θα πάθεις κάτι αν–»

Η φράση μου κόπηκε στη μέση όταν το χέρι μου, το οποίο προοριζόταν να πιάσει το δικό του χέρι και να τον σταματήσει, πέρασε από μέσα του και βρέθηκε ξανά πίσω σε εμένα άπραγο. Ένα έντονο κάψιμο απλώθηκε στο σημείο που είχαμε έρθει σε επαφή. Φώναξα από τον πόνο, ενώ τον κοίταξα τρομαγμένη. Εκείνος έδειχνε ξαφνιασμένος από την κίνηση «οικειότητας», που μόλις είχα πραγματοποιήσει. Γύρισε το βλέμμα του προς το σημείο που είχε διαπεράσει το χέρι μου μέσα από το δικό του και, αφού το επεξεργάστηκε λίγο κουνώντας παράλληλα και τα δάχτυλά του σαν να είχε μουδιάσει, γύρισε το βλέμμα του προς το μέρος μου. Ήταν παγερό και ένιωσα τον εκνευρισμό του να αυξάνεται.

«Δεν μπορούσες να περιμένεις λίγα καταραμένα λεπτά ακόμα; Γιατί έπρεπε να το κάνεις αυτό;»

Προσπάθησα να βρω έναν τρόπο να βάλω τις λέξεις στη σειρά και να του απαντήσω, όμως το μόνο που μπόρεσα να αρθρώσω ήταν μία και μόνο λέξη:

«Π-πέθανα;»

Εκείνος στριφογύρισε τα μάτια του και αναστέναξε προσπαθώντας να ηρεμήσει. Μετά από λίγα βασανιστικά δευτερόλεπτα, που φάνηκαν σαν κάτι πάνω από αιώνας, μου απάντησε:

«Όχι. Απλώς είσαι ακόμη άυλη».

 

Αγγελίνα Παπαδημητρίου