Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7.10.20

The Damaged Trooper (Κεφάλαιο 1)

Όθροξορ, 23η μέρα της 516ης χρονιάς μετά το Μέγα Αμάρτημα

Η επιτροπή των Αφυπνόπετρων είχε μόλις εισέλθει στο Όθροξορ. Ο Ντάντο, ένας από τους τέσσερις Φεγγαρόπετρους που απάρτιζαν την επιτροπή, ήταν γεμάτος αμφιβολίες. Επρόκειτο για την πρώτη του Τελετή Κατάπνιξης. Καβαλούσε ένα μαύρο πανθηροϋβρίδιο, ύψους ενάμιση μέτρου, όπως και οι υπόλοιποι της επιτροπής, και φορούσε ένα μεταξωτό μανδύα σε χρώμα απαλού γκρίζου, ο οποίος κάλυπτε ολόκληρο το σώμα του.

Η κουκούλα του μανδύα ήταν πεσμένη στην πλάτη του, αφού είχε επιλέξει να μην κρύψει το πρόσωπό του. Ήταν ο νεότερος από τους τέσσερις. Και όπως έδειχναν τα γεγονότα, ο πιο αφελής. Πίστευε ότι η φανέρωση του προσώπου του στους πολίτες του Όθροξορ υποδήλωνε ήθος και τιμή. Είχε αποδοκιμάσει τους συντρόφους του που επέλεξαν να φορέσουν τις κουκούλες τους. Οι σύντροφοί του, κατανοώντας το νεαρό της ηλικίας του -ήταν, άλλωστε, μόλις είκοσι δύο χρονών-, δεν έφεραν καμία αντίρρηση στις παρατηρήσεις του. Απάντησαν με σιωπή και υπομονή.

Κάτω από τον μανδύα του φορούσε μια δερμάτινη ολόσωμη φορεσιά, απόλυτα εφαρμοστή στο γεροδεμένο του σώμα. Ο Ντάντο, όπως και οι υπόλοιποι της φυλής των Φεγγαρόπετρων, χαρακτηριζόταν από το γκρίζο χρώμα, μιας που η λίθος που έφερε είχε το χρώμα του φεγγαριού. Το δέρμα του ήταν σκούρο γκρίζο, στο χρώμα της κοινής πέτρας, και τα μακριά μαλλιά τους ήταν σχεδόν λευκά. Σε κάποιους κυματιστά, σε άλλους ίσια, μα κανείς δεν επιτρεπόταν να τα διατηρεί κοντύτερα από το ύψος των ώμων του. Πάνω στο κεφάλι του εστεκαν περήφανα και μεγαλοπρεπή δύο ίσια και μυτερά πέτρινα κέρατα, τα οποία σχημάτιζαν στις εξωτερικές τους πλευρές οξείες γωνίες με την επιφάνεια του κρανίου. Ουσιαστικά, σχημάτιζαν ένα V, με ελαφρώς πιο φαρδιά κοιλάδα, πάνω από το κέντρο του κεφαλιού του. Το νοερό αυτό V στολιζόταν με πολύτιμες κλωστές, κατασκευασμένες από το λαξευμένο του αίμα. Το υλικό των κεράτων ήταν η λίθος που αντιπροσώπευαν, μια γκρίζα πέτρα μέσα από την οποία πήγαζε δειλά και ανεπαίσθητα μια γαλάζια λάμψη. Τα μάτια του Ντάντο ήταν μπλε και το βλέμμα του ανήσυχο.

Όταν οι πολίτες του Όθροξορ είχαν πια πρόσβαση στην πορεία της επιτροπής, δεν έχασαν ευκαιρία. Μα αυτό δεν συνέβαινε μόνο με τους πολίτες του Όθροξορ, μα και με τους πολίτες της Λουντάβ, του Κράζαρ, ακόμα και του Ρίβεμπρε. Εξαίρεση, φυσικά, αποτελούσε η Πόλη των Ανήμερων. Ήταν, άλλωστε, θνητοί.

Ο Ντάντο ήταν έτοιμος να ξεχωρίσει, έτοιμος να αναγνωριστεί το θάρρος του από τους Πολόπετρους. Οι σύντροφοί του τον είχαν προειδοποιήσει να μην ρίξει ούτε μια ματιά στους πολίτες, μα ο Ντάντο σκόπευε να κάνει του κεφαλιού του. Έχαιρε το άσυλο του πρωτάρη και σκόπευε να το εκμεταλλευτεί στο έπακρο.

Γύρισε το βλέμμα του προς το μέρος μιας γυναίκας που βρισκόταν στο πλήθος. Ήταν Πυροξαγγάνια. Κατά τη ταπεινή γνώμη του Ντάντο, η φυλή που έφερε τον Πυροξαγγανίτη ήταν η πιο όμορφη της Μεγάλης Νήσου. Ειδικά οι γυναίκες της. Συγκεκριμένα, η γυναίκα που αντίκρισε φορούσε ένα λευκό φόρεμα, δαντελένιο και προσεγμένα σιδερωμένο, με φουσκωτά κοντά μανίκια και στενή γραμμή στη μέση. Έφτανε μέχρι τους αστραγάλους της. Το κορμί των Πυροξαγγάνιων ήταν διάσπαρτα καλυμμένο από σκαλιστά πετρώματα. Η λίθος τους αποτελούσε ένα άναρχο συνονθύλευμα πέτρινων μπαλωμάτων από ροζ αποχρώσεις και ακανόνιστα γεωμετρικά σχήματα. Φυσικά, την επιφάνεια του δέρματός τους την είχαν σκαλίσει οι ίδιοι, μα τα πετρώματα ήταν ενσωματωμένα στο δέρμα τους και δεν μπορούσαν να αφαιρεθούν. Ήταν κομμάτι της μορφολογίας της φυλής τους. Μπορούσαν μονάχα να τα ομορφύνουν. Η διαμόρφωση τους δέρματός τους ήταν μια από τις δημοφιλέστερες τέχνες στο Όθροξορ και ονομαζόταν Λάξευση Δέρματος. Έρχονταν συνεχώς ξένοι πολίτες στο Όθροξορ, μόνο και μόνο για να τους σκαλίσουν οι Πολόπετροι και τα δικά τους πετρώματα.

Τα ενσωματωμένα πετρώματα δεν βρίσκονταν στα ίδια σημεία σε όλους τους Πολόπετρους. Η συγκεκριμένη γυναίκα αποτελούσε σπάνια περίπτωση Πυροξαγγάνιας, μιας που ροζ πετρώματα σκέπαζαν ολόκληρο το κρανίο της, σχηματίζοντας ένα επιβλητικό στέμμα γεμάτο μυτερές κορυφές άνισου πάχους, ύψους, κατεύθυνσης και αιχμηρότητας. Επίσης, πέτρινα ντυμένες ήταν και οι πατούσες της, από τους αστραγάλους και κάτω. Δεν χρειαζόταν να φοράει παπούτσια, ούτε διέθετε μαλλιά στο κρανίο της. Το δέρμα του προσώπου της ήταν χλωμό και τα καφέ της μάτια πρησμένα. Ο Ντάντο είχε απορροφηθεί τόσο από την ομορφιά της που την ξεχώριζε από το πλήθος, που άργησε να διακρίνει τον πόνο στο πρόσωπό της. Είχε κλάψει, ήταν φανερό. Τ ι σου συνέβη; τη ρώτησε νοερά. Γνώριζε ότι δεν θα πάρει καμία απάντηση, μιας που δεν ξεστόμισε ποτέ του την ερώτηση. Μα αν την συναντούσε ξανά υπό άλλες συνθήκες, θα τη ρωτούσε. Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της. Δ εν έχει συνηθίσει να της δίνει σημασία η φυλή μου. Ποια να είναι αυτή άραγε;

Ξάφνου, ένας άντρας του τράβηξε το μανδύα με δύναμη. Ο Ντάντο λίγο ήθελε να χάσει την ισορροπία του και το πανθηροϋβρίδιο γρύλισε απειλητικά. Γύρισε να κοιτάξει τον άνθρωπο που τον τράβηξε και αντίκρισε έναν Βορνίτιο. Οι Βορνίτιοι αποτελούσαν τη δεύτερη κατηγορία της φυλής των Πολόπετρων. Η μόνη μορφολογική διαφορά τους με τους Πυροξαγγάνιους ήταν η λίθος που αντιπροσώπευαν, η οποία ήταν ο Βορνίτης. Αντίστοιχα, διαφορετικό χρώμα είχαν και τα πετρώματα του δέρματός τους. Κατά τα άλλα, χαρακτηρίζονταν από παρόμοια όψη. Ο συγκεκριμένος άντρας διέθετε πετρώματα κυρίως σε μη εμφανή σημεία, μα ένα σύνολο μικροσκοπικών κίτρινων πετρωμάτων είχαν ξεφυτρώσει κάτω από το αριστερό του μάτι.

"Έχουν περάσει δέκα χρόνια! Δέκα χρόνια εκλιπαρώ για το έλεός σας! Δέκα χρόνια τώρα είναι θνητή! Δεν έχει πολύ χρόνο… Δώστε της πίσω την Αφύπνιση! Το πλήρωσε το λάθος της! Φτανει πια! Δείξτε λίγο έλεος!" άρχισε να παραληρεί ο άντρας. Ο Ντάντο παρέμενε σοβαρός και σιωπηλός, μα είχε σοκαριστεί. Δεν είχε παρευρεθεί ξανά σε παρόμοια περίσταση. Είχε ξαναταξιδέψει στο Όθροξορ για προμήθειες με την οικογένειά του, όταν ήταν πιο μικρός, μα δεν είχε υπάρξει ποτέ του μάρτυρας της απελπισίας των πολιτών του. Είναι τρελός , συμπέρανε. Ή ηλίθιος. Το πανθυροϋβρίδιο γρύλισε ακόμα πιο ηχηρά, μα δεν είχε παρεκκλίνει ακόμη από την πορεία του. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε μόνο με εντολή του Ντάντο. Το πανθηροϋβρίδιο ήταν το Ιερό Ζώο των Αφυπνόπετρων και υπάκουγε ενστικτωδώς στην κάθε επιθυμία του καβαλάρη του. Ο Ντάντο απέφυγε το βλέμμα του άντρα και κοίταξε ευθεία μπροστά. Ήθελε πολύ να του εξηγήσει ότι δε λειτουργεί έτσι, αλλά δεν μπορούσε να ανοίξει κουβέντα με κάποιο πολίτη κατά τη διάρκεια της πρώτης του πορείας. Πολλά αθώα λάθη θα συγχωρούνταν λόγω της απειρίας του, μα η φυλή του, αν και δεν τιμωρούσε τους Αφυπνόπετρους το ίδιο αυστηρά με τους υπόλοιπους λαούς, δεν θα έδειχνε ανοχή σε ένα λάθος τόσο θεμελιώδες. Απαγορευόταν η οποιαδήποτε δημόσια αλληλεπίδραση των Φεγγατόπετρων με τους πολίτες του εκάστοτε κράτους που επισκέπτονταν με σκοπό την πραγματοποίηση της Κατάπνιξης, εκτός φυσικά και αν επρόκειτο για την αίθουσα της Τελετής. Στην αίθουσα αυτή, η οποία ήταν κλειστή στο κοινό, και την απάρτιζαν μόνο οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, μπορούσαν να επικοινωνήσουν κανονικά με όλους τους Πολόπετρους, είτε ήταν Πυροξαγγάνιοι είτε Βορνίτιοι, είτε ήταν Αφυπνισμένοι είτε θνητοί. Μέσα στην αίθουσα εκείνη, όλα επιτρέπονταν. Ή μάλλον, όλα επιτρέπονταν για τους Αφυπνόπετρους, οι οποίοι όριζαν τους κανόνες για πάνω από δύο χιλιετίες. Μάλιστα, τους τελευταίους πέντε αιώνες, η κατάσταση ήταν πιο αυστηρή από ότι ήταν αρχικά. Κανείς δεν τους κατηγορούσε γι αυτό. Το Μέγα Αμάρτημα δικαιολογούσε την συμπεριφορά τους. Για την ακρίβεια, μόνο η Πόλη των Ανήμερων τους κατηγορούσε. Μα τι να περιμένει κανείς από δαύτους.

Μα γιατί με εκλιπαρεί; Έτσι κι αλλιώς, ακόμη και αν κάτι τέτοιο ήταν ωφέλιμο, δεν μπορώ να τον βοηθήσω… αναρωτήθηκε ο Ντάντο. Και ήταν αλήθεια. Δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Μπορούσε μόνο να Καταπνίξει, όχι να Αφυπνίσει. Κανένας από την επιτροπή της οποίας ήταν μέρος δεν μπορούσε να Αφυπνίσει. Επέλεξε να αδιαφορήσει. Έριξε ξανά μια κλεφτή ματιά στο πλήθος, μήπως εντόπιζε την Πυροξαγγάνια με το στέμμα. Πουθενά.

Η πορεία συνεχίστηκε για περίπου είκοσι λεπτά. Τα πανθηροϋβρίδια προχωρούσαν αργά και σταθερά. Ήταν ιεροτελεστία. Έτσι του είχαν πει. Θυμήθηκε τα λόγια της Κροάζ. Θα πρέπει να ακολουθήσεις όλες τις κινήσεις των συντρόφων σου. Πριν αμφισβητήσεις τις οδηγίες μου, πριν διαφωνήσουμε για το οτιδήποτε, προσπάθησε να παρατηρήσεις γιατί επιλέχθηκε η κάθε τακτική. Περίμενε λίγο. Περίμενε. Δώσε στα φαινόμενα το χρόνο τους. Και θα δεις πώς η τελική μας συζήτηση θα είναι πολύ πιο σύντομη.

Όσο προχωρούσαν, τόσο λιγόστευε το κοινό τους. Άλλωστε, όσοι ενδιαφέρονταν πραγματικά για την πορεία αυτή είχαν μαζευτεί στην Πύλη του Όθροξορ. Όσο απομακρύνονταν από την Πύλη, δεν συναντούσαν τόσο κοινό, όσο τυχαίους περαστικούς.

Σπάνια συναντούσαν θνητούς Πολόπετρους στο δρόμο. Οι θνητοί απέφευγαν τους Φεγγαρόπετρους, διότι είτε εκείνοι ευθύνονταν για την Κατάπνιξή τους, είτε δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν στην Αφύπνισή τους. Οι θνητοί Πολόπετροι υπόκεινταν σε δύο κατηγορίες, στους μη Αφυπνισμένους, δηλαδή σε αυτούς που ακόμη βρίσκονταν σε νεαρή ηλικία, και στους Καταπνιγμένους, δηλαδή σε εκείνους που έχασαν την αθανασία τους. Μορφολογικά, ήταν παρόμοιοι με τους Αφυπνισμένους. Η εξωτερική τους διαφοροποίηση ήταν το χρώμα των πετρωμάτων τους, που είχαν το χρώμα της κοινής πέτρας. Μα οι πιο σημαντικές διαφοροποιήσεις των Ημίθειων Φυλών σχετίζονταν με το εσωτερικό τους, συγκεκριμένα με το πέτρινο αίμα τους. Και οι θνητοί δεν διέθεταν παρά μόνο κοινό κόκκινο αίμα. Εκείνο που τελικά, μετά από μερικές δεκαετίες, τους εγκατέλειπε.

Οι δρόμοι ήταν βρεγμένοι. Η ατμόσφαιρα γεμάτη υγρασία. Οι πατούσες των πανθηροϋβρίδιων είχαν γίνει μούσκεμα. Είχαν σώσει τους μεγαλοπρεπείς μανδύες των Φεγγαρόπετρων.

Το Όθροξορ ήταν η πιο εξελιγμένη πόλη από όλες. Αυτό οφειλόταν στην εφευρετικότητα και την δύναμη του λαού της. Διέθετε την πιο καλοσχεδιασμένη αρχιτεκτονική, την πιο καλοδουλεμένη οικοδόμηση σπιτιών, την πιο οργανωμένη πολεοδομία, την πιο μεγάλη συλλογή ανακαλύψεων και εφευρέσεων, την πιο έξυπνη παραγωγική διαδικασία, καθώς και την πιο κρίσιμη γραμμή εξαγωγής των προϊόντων της σε άλλες πόλεις. Μα είχαν κερδίσει μια άνιση μάχη, όλοι το ήξεραν αυτό. Όλοι εκτός της Πόλης των Ανήμερων. Μα εκείνοι δεν ήξεραν τίποτα.

Πλησίαζαν το κάστρο Ζριμ. Μερικές δεκάδες μέτρα πριν τα πέτρινα σκαλιά του

κάστρου, οι Φεγγαρόπετροι κατέβηκαν από τις ράχες των πανθηροϋβρίδιων. Οι

σύντροφοί του έβγαλαν επιτέλους τις κουκούλες τους. Ο Ντάντο κοίταξε ακόμα μια

φορά αποδοκιμαστικά τον Λέρνι. Ο Λέρνι, ένας εξίσου γεροδεμένος Φεγγαρόπετρος, με

αστόλιστα κέρατα και ίσια λευκά μαλλιά μέχρι τη μέση, έκανε σαν να μην τον έβλεπε. Ο

Ντάντο δεν είχε χειρότερο από αυτό.

Γύρισε να χαϊδέψει το ζώο του. Εκείνο έτριψε το μάγουλό του στον μανδύα του και ύστερα τον κοίταξε δουλικά με τα βαθυκίτρινα μάτια του. Θ α τα πούμε σε λίγο, φιλαράκο. Ανηφόρησαν τα σκαλιά, ήταν περίπου πενήντα, και μια δίφυλλη πόρτα τους περίμενε ανοιχτή. Στην είσοδο, τους υποδέχτηκαν δύο Βορνίτιες. Έδειξαν το εσωτερικό του κάστρου και οι Φεγγαρόπετροι εισήλθαν. Το κάστρ ο Ζριμ είχε χτιστεί ειδικά για τους Αφυπνόπετρους, ως δείγμα ευγνωμοσύνης. Μέσα σε εκείνο το κάστρο λάμβαναν χώρα και οι δύο κατηγορίες τελετών, οι ευχάριστες και οι δυσάρεστες.

Η σημερινή ήταν από τις δυσάρεστες.

Artemisia Soumpasakou