Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28.10.20

The Damaged Trooper (Κεφάλαιο 4)

~Ζέρνοκ, 21η μέρα της 516ης χρονιάς μετά το Μέγα Αμάρτημα~

Το πιο δύσκολο έργο που έπρεπε να φέρει εις πέρας ο Κάλντορ ήταν να επιλέξει ποια από τα βιβλία θα έπαιρνε μαζί του. Δεν μπορούσε να τα κουβαλήσει όλα. Είχε νυχτώσει. Καθόταν επί ώρες στο ξύλινο πάτωμα του σχεδόν άδειου από έπιπλα δωματίου του και προσπαθούσε να διαλέξει ποια ήταν τα πιο σημαντικά. Κοινωνιολογία, φιλοσοφία, ψυχολογία, πολιτική επιστήμη, δίκαιο, φυτολογία, χημεία, φυσική, μηχανολογία... Η λίστα δεν τελείωσε ποτέ.

Αυτό που τελείωνε και μπορούσε να μεταφερθεί ολόκληρο, ήταν το σύνολο των σημειώσεων του από τα τόσα χρόνια που τα μελετούσε. Επέλεξε να πάρει μόνο αυτές μαζί του. Θα μου λείψετε. Ο Κάλντορ ήταν ένας από τους γραφικούς τύπους που μιλούσαν στα αντικείμενά τους.

Χτύπησε η πόρτα του. Ο Κάλντορ ήξερε ποιον θα συναντούσε απέξω. Σηκώθηκε με χίλια ζόρια να ανοίξει. Ο Θέρος στεκόταν εκεί, με χαμηλωμένο το κεφάλι του.

«Καλώς τον» είπε ο Κάλντορ. «Βάζω το τσάι να ετοιμάζεται» πρόσθεσε, όσο ο Θέρος έμπαινε μέσα στο φτωχικό του διαμέρισμα. Ήταν συνήθεια των δύο αντρών να πίνουν τσάι μαζί, συζητώντας και γελώντας. Ο Θέρος συμπαθούσε και εκτιμούσε πραγματικά τον Κάλντορ. Του συμπεριφερόταν σαν να ήταν ίσοι.

Στο μυαλό του Θέρος ήταν πράγματι ίσοι. Ο Θέρος δεν μπορούσε να πει κουβέντα. Ντρεπόταν. Περπάτησε μέχρι τον καναπέ και κάθισε. Κοίταξε το πάτωμα και, αντικρίζοντας το ξεσκαρτάρισμα που προσπαθούσε να κάνει ο Κάλντορ στα βιβλία του, ξεφύσηξε στεναχωρημένος.

«Έλα κόφτο. Το ξέραμε ότι θα φτάσει έως εδώ η κατάσταση. Τι μούτρα είναι αυτά;» Είχε βάλει νερό να βράζει και στεκόταν πάνω από το μπρίκι υπομονετικά. Είχε βγάλει το χαμομήλι από το ντουλάπι και το είχε ακουμπήσει πάνω στον πάγκο. Οι δυο κούπες ήταν ήδη πλυμένες και ακουμπισμένες στο νεροχύτη δίπλα του.

«Εγώ φταίω» είπε τελικά.

«Έτσι είναι» είπε ο Κάλντορ. «Μα φταίω και εγώ, Θέρος. Και η αναθεματισμένη ατυχία μας φταίει. Αλλά δεν αλλάζει κάτι. Πήγες να κάνεις κάτι καλό. Αυτό έχει σημασία».

«Έπρεπε να πούμε την αλήθεια. Πληρώνεις ένα δικό μου λάθος…»

«Σταμάτα, Θέρος. Για μένα το έκανες. Ήταν δώρο. Και, μάλιστα, το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να μου κάνει κανείς. Δεν θα σε άφηνα ποτέ να τιμωρηθείς για μια τόσο αγαθή πράξη. Ακόμα και αν δεν πρόλαβα να το διαβάσω, έμαθα πώς αποκαλούν οι υπόλοιποι λαοί τη φυλή μου. Στην τελική, ας πρόσεχα. Δικό μου ήταν το λάθος. Αν ήμουν πιο προσεκτικός, δεν θα το έβρισκαν» είπε κατηγορηματικά ο Κάλντορ.

«Το νερό είναι έτοιμο» του απάντησε ο Θέρος.

Το νερό έβραζε εδώ και ώρα. Ο Κάλντορ, γέμισε βιαστικά δύο ποτήρια με τσάι χαμομηλιού και περπάτησε μέχρι τον καναπέ. Προσέφερε την μία κούπα στον Θέρος και κάθισε δίπλα του.

Σιωπή.

Ο Κάλντορ δίστασε. «Κινδυνεύω;»

«Ναι» απάντησε εκείνος. «Είναι περίεργα εκεί έξω. Δεν είναι για ανθρώπους σαν εσένα…»

Ο Κάλντορ σώπασε.

«Δεν το αξίζεις αυτό. Σίγουρα δεν το αξίζεις. Αλλά μπορείς να το διαχειριστείς» μουρμούρισε ο Θέρος. Φαινόταν να πιστεύει βαθιά το λόγια του.

«Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό;»

«Τείνεις να χρησιμοποιείς το μυαλό σου. Θα σε βοηθήσει αυτό εκεί έξω». Ο Κάλντορ γέλασε.

«Ναι... Είδα που με έφτασε η χρήση του μυαλού μου».

«Η φιλομάθεια είναι αρετή, Κάλντορ. Μη μετανιώνεις ποτέ γι αυτήν».

Οι δύο φίλοι έμειναν σιωπηλοί. Τελείωσαν το τσάι τους και κοιτάχτηκαν για λίγο. Αποχαιρέτησε ο ένας τον άλλον με τα μάτια. Ήταν ματιές εκτίμησης, σεβασμού, ίσως και αδελφικότητας. Ο Θέρος σηκώθηκε όρθιος και περπάτησε μέχρι την έξοδο.

«Θέρος» τον σταμάτησε ο Κάλντορ. «Γιατί Πόλη των Ανήμερων; Τι έχουμε κάνει;»

Ο Θέρος του χαμογέλασε μελαγχολικά. Έκλεισε την πόρτα πίσω του, χωρίς να πει κουβέντα. Ο Κάλντορ έπλυνε τις κούπες, συμμάζεψε το δωμάτιο και ξάπλωσε να κοιμηθεί στον καναπέ.

Όταν ξημέρωσε, αποχαιρέτησε την παλιά του ζωή.

 Αρτεμησία Σ.