Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.10.20

The Damaged Trooper (Πρόλογος)

           Τέσσερις Κορυφές, 3000 χρόνια πριν το Μέγα Αμάρτημα

Ο Μικώ ήταν ο πιο απόμακρος και ο πιο μοναχικός από τους τέσσερις Πολύτιμους. Σπάνια εμφανιζόταν στα γεύματα των αδελφών του. Επρόκειτο για ένα πλάσμα άτριχο, άχρωμο και αποστεωμένο. Το κρανίο του ήταν γυμνό και το σώμα του καχεκτικό. Ανάμεσα από τα κόκκινα μάτια του ξεκινούσε μια ευθεία εσοχή που διέσχιζε ολόκληρο το κρανίο του και τερμάτιζε στο σβέρκο του. Μέσα στην εσοχή αυτή, και καθ' όλη του την έκταση, κυλούσε ένα χυλωμένο υγρό.

Αναδυόταν από το εσωτερικό των ματιών του και κατέληγε, μέσω της ευθείας επιφανειακής διαδρομής, στην κορυφή της σπονδυλικής του στήλης. Από κει, εισερχόταν στο σκελετό του και διανεμόταν σε ολόκληρο το κορμί του. Όταν πια είχε πλημμυρίσει το σώμα του, το υγρό έφτανε στον εγκέφαλό του και τροφοδοτούσε τα μάτια του, ολοκληρώνοντας τον κύκλο. Το υγρό αυτό ήταν από λιωμένο ρουμπίνι, μιας που αυτή ήταν η πολύτιμη λίθος που έφερε ο Μικώ.

Ήταν ένα καμπουριασμένο πλάσμα. Μίζερο και δυστυχισμένο. Κανένα από τα τρία του αδέρφια δεν μπορούσε να καταλάβει τι τον έκανε δυστυχισμένο, μα δεν ήταν και υποχρεωμένος να είναι ευτυχισμένος. Μπορούσε να ήταν ό,τι ήθελε, όπως ήθελε και για όσο ήθελε. Διέθετε, άλλωστε, συνείδηση. Σε έναν κόσμο που η συνείδηση δεν υπήρχε πουθενά, σε κανένα θνητό οργανισμό.

Εκείνη τη νύχτα έβρεχε καταρρακτωδώς. Ο Μικώ είχε επιλέξει, ως συνήθως, να μείνει απομονωμένος στην Κορυφή του. Είχε να δει τα αδέρφια του τριάντα χρόνια. Δεν έβρισκε το λόγο να το κάνει.

Η Κορυφή του Μικώ βρισκόταν στη μία κορυφή ενός νοητού τετραγώνου. Στις άλλες τρεις κορυφές του τετραγώνου αυτού, στέκονταν μεγαλοπρεπείς οι άλλες τρεις, η Κορυφή του Ιβόσα, η Κορυφή του Αλιάν και η Κορυφή της Ίκβυ. Τα τρία αυτά πλάσματα έμοιαζαν πολύ με τον Μικώ, μα το πράσινο υγρό του Ιβόσα ήταν από σμαράγδι, το ημιδιάφανο λευκό υγρό του Αλιάν ήταν από διαμάντι και το μπλε υγρό της Ίκβυ ήταν από ζαφείρι.

Ο Ιβόσα και ο Αλιάν κρατούσαν συντροφιά ο ένας στον άλλον. Διαφωνούσαν συχνά, μα ήταν εθισμένοι σε αυτό. Εκείνη τη νύχτα δείπνησαν μαζί. Είχαν επιλέξει την Κορυφή του Αλιάν, μα αυτό δεν είχε καμία σημασία. Η κορυφή του Αλιάν ήταν απόκρημνη και άγονη. Γεμάτη μυτερές και γλιστερές επιφάνειες, ήταν απρόσιτη σε επισκέπτες. Κανένα ζώο δεν μπορούσε να προσεγγίσει τις κατοικίες των Πολύτιμων.

«Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα νέο είδος. Έχουμε πολλές χιλιετίες να κάνουμε κάτι τέτοιο. Ίσως να τονώσουμε την τροφική αλυσίδα με κάτι νέο, κάτι διαφορετικό. Κάτι… Αλλόκοτο, τι λες;» πρότεινε ο Ιβόσα.

Ο Αλιάν έσμιξε τα φρύδια του.

«Νόμιζα ότι είχαμε συμφωνήσει να σταματήσουμε». Ο Ιβόσα χαμήλωσε το κεφάλι του σκεπτικός. Όταν το ξανασήκωσε, τα μάτια του έλαμπαν.

«Δε θέλω μόνο να με φοβούνται, Αλιάν. Κουράστηκα να βλέπω φόβο στα μάτια τους. Μπούχτισα. Θέλω να…»

«Ιβόσα; Τι είναι αυτό που θες να φτιάξεις; Μίλα ξεκάθαρα». Το βλέμμα του Αλιάν ήταν επιτακτικό και αυστηρό. Ο αδερφός του φημιζόταν για τις εγωιστικές του ανάγκες.

«Θέλω να με… Να με δοξάζουν. Θέλω να με δοξάζουν, Αλιάν. Όχι απλά να με φοβούνται. Θέλω να πω… Φυσικά και θα με φοβούνται. Γιατί είμαι ανώτερός τους, είμαι ο δημιουργός τους. Μα θέλω να το ξέρουν. Θέλω να με ευγνωμονούν. Να… Να υποκλίνονται. Σκέψου πόσο αλλόκοτο θα ήταν αυτό. Το έχεις σκεφτεί ποτέ;»

«Ιβόσα, τι είναι αυτά που λες; Αναφέρεσαι, δηλαδή, στη δημιουργία ενός είδους που να είναι… νοήμον;» Αμφιβολία είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό του.

«Ίσως θα ήταν μια ενδιαφέρουσα δημιουργία. Δεν έχουμε χρησιμοποιήσει ποτέ κάποιο πετράδι» επέμεινε ο Ιβόσα.

«Δεν ξέρεις τι λες» απάντησε κοφτά ο Αλιάν. Ο Ιβόσα στράβωσε.

«Δεν ξέρω τι λέω; Ξέρω τι λέω. Και ξέρεις και εσύ τι λέω. Υπάρχουν φορές που… Σίγουρα υπάρχουν φορές που και εσύ στοιχειώνεσαι από τέτοιες σκέψεις. Σκέψεις που… Σκέψεις που-»

«Ιβόσα, είσαι βλάσφημος!» Σηκώθηκε από το πέτρινο θρόνο του αναστατωμένος. Ξεκίνησε να προχωράει σκεπτικός. Πέρα δώθε, πέρα δώθε. Σιωπή. Ο Ιβόσα κρεμόταν από τα χείλη του.

«Ιβόσα… Δεν καταλαβαίνεις ότι αναφέρεσαι σε ένα είδος… σκλάβων. Θες ακόλουθους. Γνωρίζεις ότι ένα είδος δε χρειάζεται τίποτα παραπάνω από τα ένστικτά του, τα οποία έρχονται σε απόλυτη συμφωνία και αρμονία με τους κανόνες που θέσαμε εμείς οι ίδιοι για τη φύση. Αυτό που λες… Αυτό που τολμάς να προτείνεις, πάει κόντρα στους ιερούς φυσικούς νόμους. Θες να δώσεις συνείδηση! Συνείδηση! Το μόνο αγαθό που δεν πρέπει να δώσουμε σε θνητούς. Σκέψου αυτά τα πλάσματα να… να μάθουν ότι θα πεθάνουν! Θα δυστυχήσουν! Θα πέσουν στα πόδια μας, εκλιπαρώντας να ζήσουν!»

«Μα ναι!» φώναξε εκστασιασμένος. Κάθε νέα λέξη του Αλιάν πυροδοτούσε νέες εκρήξεις ενθουσιασμού στον Ιβόσα. Παρέμενε καθισμένος στο θρόνο του.

«Οραματίσου το! Ένα ολόκληρο είδος να γνωρίζει ότι μόνο εμείς μπορούμε να τους σώσουμε. Δε θα πάμε κόντρα στους νόμους που εμείς θέσαμε, Αλιάν. Αυτό είναι αυτονόητο, δε θα σου ζητούσα ποτέ κάτι τέτοιο. Μα τα πλάσματα δε θα το ξέρουν αυτό. Θα ελπίζουν… Σκέψου το… Ένα είδος που θα γνωρίσει και θα εξερευνήσει το αίσθημα της ελπίδας… Δε θα έχει σημασία που θα πεθαίνουν, διότι θα έχουν ζήσει μια ζωή άξια κάθε θανάτου. Θα έχουν επίγνωση! Οραματίσου το, Αλιάν. Θα έχουν επίγνωση της μεγαλειότητάς μας! Θα μας υπηρετούν, θα υποκλίνονται, τα τρομαγμένα μάτια τους θα λαμπυρίζουν από δέος. Και όλα αυτά επειδή θα τους χαρίσουμε ένα πετράδι».

«Δεν πιστεύω αυτό που ακούω, Ιβόσα. Με αηδιάζεις. Όλα τα πλάσματα αυτού του κόσμου πρέπει να είναι ελεύθερα».

«Ποτέ μας δε συμφωνούσαμε, Αλιάν. Γι’ αυτό είσαι ο αγαπημένος μου αδερφός. Γιατί με κάνεις να εξασκώ τη σκέψη μου».

Ο Αλιάν δεν αντέδρασε. Είχε ακινητοποιηθεί και κοιτούσε με καχυποψία τον αδερφό του. Μετά από λίγο μίλησε.

«Σίγουρα θα πρέπει να μιλήσουμε στην Ίκβυ, μα και…» Στη συνέχεια, ξεστόμισε κάτι που δεν είχε πει ποτέ. «Ίσως θα έπρεπε να συμβουλευτούμε και τον Μικώ. Πρόκειται για χρησιμοποίηση πετραδιού. Τον αφορά και πρέπει να έχει λόγο σε αυτή τη διαφωνία». Ο Ιβόσα κάγχασε.

«Ο Μικώ είναι ένας σαπισμένος, ένας πεθαμένος αθάνατος. Έχει κατορθώσει το μεγαλύτερο παράδοξο. Ήδη παραβιάζει του ιερούς μας νόμους, με την ύπαρξή του και μόνο. Δεν έχω καμία υποχρέωση να μιλήσω με τον Μικώ».

Ο Αλιάν εξαγριώθηκε.

«Αν θες να πάρω στα σοβαρά την πρότασή σου, θα μιλήσουμε στον Μικώ. Αλλιώς ξέχασέ το. Άλλωστε, δεν μπορείς να αποφασίσεις μόνος σου για κάτι τόσο σοβαρό. Θα μας βρεις μπροστά σου, ακόμα κι αν η Ίκβυ συμφωνήσει να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες σου» είπε χωρίς να δέχεται κουβέντα.

Ο Ιβόσα αναστέναξε παραδίδοντας τα όπλα. Ήξερε ότι ο αδερφός του είχε δίκιο. Έπρεπε να πάνε, μαζί με την Ίκβυ, στην Κορυφή του Μικώ. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να περάσει το δικό του. Μα μια φωτιά σιγόκαιγε τα σωθικά του. Κάτι μέσα του του έλεγε ότι η επιθυμία του θα γινόταν πραγματικότητα. Και μια επίσκεψη στον Μικώ ήταν το μόνο εμπόδιο που θα έπρεπε να υπερπηδήσει.

«Ας επισκεφτούμε το χαμένο μας αδελφό».

            Artemisia Soumpasakou