Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11.11.20

Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 4 - Μέρος 2) Revised


Με άφησε σε μία αίθουσα, αφού περάσαμε αρκετούς διαδρόμους και πόρτες. Εννοείται πως δε θυμόμουν πώς φτάσαμε σε αυτήν και πως πολύ εύκολα θα χανόμουν, αν ήμουν μόνη μου. Όλα έμοιαζαν ίδια μεταξύ τους, οι διάδρομοι ήταν απλοί, σκέτοι, δίχως έστω πίνακες που θα σου έδειχναν πως είχες ξαναπεράσει από το ίδιο σημείο.

Σαν ψυχιατρείου, η σκέψη με έκανε να αναριγήσω. Θα μπορούσα κάλλιστα να έχω τρελαθεί και όλα αυτά να ήταν παιχνίδια αυτής της τρέλας. Όχι, δεν ήταν δυνατό. Αφού θυμόμουν ακριβώς τι είχε συμβεί πριν φτάσω σε αυτό τον ανεξήγητο κόσμο. Δεν μπορεί να αποτρελάθηκα ξαφνικά, από τη μία στιγμή στην άλλη. Εκτός αν…

Ω, Θεέ μου! Η Κρις! Η μητέρα μου!

Τι θα έβλεπαν; Πώς θα με έβρισκαν; Σίγουρα η Κρις θα με ανακάλυπτε πρώτη, εκεί, καθισμένη στην πολυθρόνα, αφού θα είχε ανοίξει με το εφεδρικό κλειδί που πάντα κρύβαμε στη μικρή αποθήκη έξω από το σπίτι. Θα ήμουν… νεκρή. Έτσι θα νόμιζε τουλάχιστον. Κατά τη διάρκεια της φυσιολογικής αστρικής προβολής το σώμα συνεχίζει να ζει κανονικά, όμως τώρα; Είχε πεθάνει; Θα με έβρισκε χλωμή και παγωμένη; Και τι θα έλεγε στη μητέρα μου…

Άρχισα να ζαλίζομαι από τις σκέψεις μου. Ο αέρας του δωματίου λιγόστευε και ένιωθα τους τοίχους να με κλείνουν όλο και περισσότερο. Το τοπίο γέμισε με μαύρα στίγματα. Όχι πάλι…

Έκανα να καθίσω σε μία από τις καρέκλες που βρίσκονταν στο δωμάτιο, όμως δεν μπόρεσα. Η καρέκλα διαπέρασε το σώμα μου, προκαλώντας μου ένα έντονο κάψιμο, ενώ βρέθηκα στο πάτωμα ουρλιάζοντας. Όταν ο πόνος υποχώρησε, σύρθηκα έντρομη γρήγορα μακριά της και κουλουριάστηκα, περιμένοντας τον Σεμπάστιαν να με βγάλει από τον κυκεώνα συναισθημάτων που είχα πέσει από μόνη μου, ελπίζοντας πως μέχρι να έρθει δε θα είχα χάσει κάθε ψήγμα νοημοσύνης.

«Συγγνώμη για την καθυστέρηση» άκουσα τη φωνή του, πριν μπει στο οπτικό μου πεδίο.

Κρατούσε στα χέρια του ένα μεταλλικό μπουκάλι, το οποίο τοποθέτησε σε έναν από τους πάγκους που βρίσκονταν περιμετρικά μέσα στο δωμάτιο. Σάστισε για λίγο, όταν με αντίκρυσε κατάχαμα, μα δεν έκανε κάποια κίνηση να με βοηθήσει να σηκωθώ. Φυσικά, και να ήθελε, δε θα μπορούσε. Ήταν εύκολο για εκείνον να μαντέψει τι είχε συμβεί.

«Σεμπάστιαν» ρώτησα δειλά, φοβούμενη για την απάντηση. Εκείνος με κοίταξε ερωτηματικά. «Σε τι κατάσταση είναι το σώμα μου; Το κανονικό σώμα μου εννοώ».

Συνοφρυώθηκε για μερικά δευτερόλεπτα, πιθανότατα ψάχνοντας τα κατάλληλα λόγια για να μου εξηγήσει.

«Ας πούμε πως μοιάζει σαν να είναι σε κώμα».

Μάλιστα.

Τουλάχιστον δεν ήταν νεκρό. Ακόμα.

Ανασκουμπώθηκα και πάτησα στα πόδια μου, σιάζοντας τα ρούχα μου, τα οποία όσο περνούσε η ώρα γίνονταν όλο και χειρότερα. Κάτι μου έλεγε, όμως, πως η Ακαδημία θα φρόντιζε να με προμηθεύσει με τα απαραίτητα· όλοι όσοι είχα συναντήσει μέχρι στιγμής ήταν ντυμένοι παρόμοια και όλοι έφεραν το σύμβολο της σχολής. Στάθηκα απέναντί του και σταύρωσα τα χέρια μου πίσω από την πλάτη μου.

«Γνωρίζω πως είσαι ήδη εξαντλημένη, όμως πρέπει να συγκεντρωθείς σε αυτά που έχω να σου πω και να σου δείξω». Ο τόνος του ήταν σιγανός και σοβαρός. Δε χωρούσε αντιρρήσεις.

Ένευσα καταφατικά, κοιτάζοντάς τον ευθεία στα μάτια. Για κάποιο λόγο δεν ήθελα να φανώ αδύναμη μπροστά του. Στεκόμασταν αντικριστά και εκείνος είχε μπει πλήρως στον ρόλο του εκπαιδευτή, που τόσο του ταίριαζε, και εγώ στον ρόλο της εκπαιδευόμενης. Κρεμόμουν από τα χείλη του. Επιτέλους θα μάθαινα τι στο καλό μου είχε συμβεί.

«Αρχικά, νομίζω πως σου οφείλω κάποιες εξηγήσεις για όλα όσα έχεις βιώσει μέχρι στιγμής. Δε γνωρίζω το επίπεδο των γνώσεών σου, για αυτό θα ήθελα να δείξεις υπομονή και να με ακούσεις. Ναντίν, Έχεις ταξιδέψει πολλές φορές στον παράλληλο κόσμο του αστρικού πεδίου;»

Ένευσα καταφατικά.

«Ωραία. Ήδη συμπεραίνω πως, για να έχεις αποδεχτεί και να χρησιμοποιείς την ικανότητά σου αυτή, είσαι ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Θα χρειαστεί να φανείς όσο περισσότερο δεκτική μπορείς σε αυτά που έχω να σου πω».

Με κοίταξε εξεταστικά μέχρι να πάρει τη θετική μου απάντηση.

«Χαίρομαι. Τα πράγματα είναι αρκετά απλά, όμως πολλές φορές το απλό είναι και το πιο δύσκολο στο να το αφομοιώσουμε και να το αποδεχτούμε. Το σώμα σου ενώνεται με την ψυχή σου μέσω μιας σύνδεσης, μιας ασημένιας χορδής» έσυρε το δάχτυλό του πάνω στη γραμμή που διέσχιζε την κλεψύδρα στο έμβλημα της μπλούζας του και, καθώς το απομάκρυνε, άφηνε μία λεπτή γαλάζια κλωστή στη διαδρομή που διέσχιζε. «Σε κάθε αστρικό σου ταξίδι, διαχώριζες την ψυχή σου από το υλικό σου σώμα, όμως εξαιτίας της μπορούσες να επιστρέψεις σε αυτό ανά πάσα στιγμή. Και αυτό που συνέβη στην τελευταία σου προβολή ήταν πως αυτή η χορδή έσπασε».

Τίναξε απότομα τα δάχτυλά του και η κλωστή διασκορπίστηκε. Το βλέμμα του ήταν ανέκφραστο, σοβαρό. Σαν να έλεγε το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Δε συμμεριζόμουν αυτή την ηρεμία του, όμως δεν ήθελα να τον διακόψω. Παρόλο που ο εσωτερικός μου κόσμος ούρλιαζε από το σοκ.

«Το υλικό σου σώμα είναι αυτό που σε κρατάει στο “κοσμικό πεδίο” και δίχως την άργυρο χορδή, τη στιγμή της αποκοπής, το αστρικό πεδίο σε τράβηξε προς το μέρος του, με αποτέλεσμα να βρεθείς εδώ, μαζί μας».

Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου.

«Δηλαδή, όλοι εσείς είστε αστρικοί ταξιδευτές; Σαν… σαν κι εμένα;»

«Ακριβώς. Και για την ακρίβεια, αποκομμένοι αστρικοί ταξιδευτές. Πλέον ονομαζόμαστε Άνιμους, ψυχές. Και όχι, δεν έχουμε πεθάνει!» τόνισε την τελευταία πρόταση, μαντεύοντας τη σκέψη μου. «Όταν έκανες αστρική προβολή στο κοσμικό πεδίο, έμπαινες σε ένα παραπέτασμα του αστρικού πεδίου. Τώρα που αποκόπηκες, μπήκες στα ενδότερα, στο κανονικό και στέρεο αστρικό πεδίο. Για να καταλάβεις, φαντάσου τον υπαρκτό κόσμο σαν ένα κρεμμύδι». Ένωσε τα χέρια του και μέσα τους άρχισε να σχηματίζεται μία γαλάζια μπάλα, σαν από ενέργεια, η οποία είχε τρία διαχωρισμένα στρώματα. «Οι τρεις διαστάσεις του υπάρχουν ταυτόχρονα και παράλληλα και δεν μπορεί να υπάρξει η μία χωρίς τις υπόλοιπες. Η δική μας διάσταση είναι η τελευταία από αυτές, η εξωτερική. Κάποτε πίστευαν ότι ο κόσμος μας εδώ βρισκόταν κάπου στον ουρανό. Κάποιοι τον ταύτιζαν με τον Παράδεισο. Πιο πολύ κόλαση θα του ταίριαζε, βέβαια, αλλά τέλος πάντων» ρουθούνισε ειρωνικά, πριν συνεχίσει. «Δεν είναι όμως τίποτα από όλα αυτά. Φαντάσου τον πραγματικό σου κόσμο, εκεί που γεννήθηκες, το σπίτι σου. Ρίξε νοητά ένα διάφανο πέπλο ανάμεσα σε εσένα και σε αυτόν και θα έχεις τον δικό μας κόσμο. Ένα παραπέτασμα είναι το μόνο που μας χωρίζει, ένα πέπλο ενέργειας που δεν έχει σπάσει, όσο κι αν έχουν προσπαθήσει να το σπάσουν αιώνες τώρα. Και καλά κάνει και δε σπάει, γιατί θα ελευθερωθεί ολόκληρη η κόλαση. Υπάρχει λόγος που είμαστε διαχωρισμένοι από τον κόσμο και όλοι έχουμε λόγο και σκοπό που ήρθαμε εδώ».

Είχε αρχίσει να κινείται με αργόσυρτα βήματα γύρω μου, καθώς μιλούσε. Εγώ βρισκόμουν παγωμένη στη θέση μου, με τα μάτια μου καρφωμένα στη μαγική μπάλα, που κινούνταν μαζί του, προσπαθώντας να αφομοιώσω όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσα από όσα μου έλεγε.

«Τώρα, λοιπόν, βρίσκεσαι από τη δική μας πλευρά του πέπλου» ολοκλήρωσε και απελευθέρωσε τη νοητή υδρόγειο.

Μια πρόταση ήταν αυτή που τριβέλιζε το μυαλό μου εδώ και ώρα, την οποία δε δίστασα να εκφράσω:

«Μπορώ να ξαναπεράσω στο κοσμικό πεδίο; Να επιστρέψω στο σώμα μου;»

Ένιωθα ρίγη να διαπερνούν το κορμί μου από την αγωνία για την απάντησή του. Το πρόσωπό του πρόδωσε πως ζύγισε τα επόμενα λόγια του για λίγο.

«Δεν μπορώ να σου απαντήσω σε αυτό, Ναντίν. Τουλάχιστον όχι ακόμα».

Το τρέμουλο εξαπλώθηκε απότομα και πάσχισα να κρατήσω σταθερή τη φωνή μου.

«Σεμπάστιαν, πρέπει να γυρίσω… Πρέπει να γυρίσω πίσω!»

Στην πραγματικότητα δε με ενδιέφερε τίποτα από όλα όσα μου έλεγε, καθώς περίμενα τόση ώρα να μου εξηγήσει τι ακριβώς μου είχε συμβεί και να με βοηθήσει να ξεφύγω από αυτό. Να επιστρέψω στο σώμα μου… στη ζωή μου. Αντιθέτως, εκείνος μιλούσε για παράλληλες διαστάσεις, κόσμους και γενικώς για αποκυήματα επιστημονικής φαντασίας.

«Το ξέρω». Έφερε τα χέρια του μπροστά στο σώμα του προσπαθώντας να με καθησυχάσει. «Όμως για αρχή πρέπει να εστιάσεις στο να σταθεροποιήσεις την ύλη σου. Αν δεν το καταφέρουμε άμεσα…».

Άφησε τη φράση του μετέωρη, ενώ το πρόσωπό του είχε μια σοβαρή έκφραση και ένα ψήγμα ανησυχίας. Τι φοβόταν;

«Δε με νοιάζει αν θα αποκτήσω ύλη σε αυτό τον κόσμο. Εγώ θέλω να επιστρέψω στον δικό μου. Έχω τόσα πράγματα να κάνω. Πρέπει να ολοκληρώσω την εργασία μου!» απάντησα, με τον εκνευρισμό μου να ανεβαίνει σε επικίνδυνα επίπεδα.

«Σε παρακαλώ, απλώς άκουσέ με». Ο τόνος του πλέον ήταν απότομος. Δε χωρούσε άλλες αντιρρήσεις. «Αν δε σταθεροποιηθείς, θα πάψεις να υπάρχεις σε κάθε κόσμο. Και εδώ και στον δικό σου. Για αυτό συνεργάσου, σε παρακαλώ».

«Πρέπει να μου απαντήσεις τώρα. Μπορώ να γυρίσω πίσω; Η μητέρα μου…» η φωνή μου έσπασε.

Έσμιξα τα χείλη μου και προσπάθησα να συγκρατήσω τα δάκρυα που μαζεύονταν επικίνδυνα στα μάτια μου. Λύγισε. Δεν ήξερα για ποιον λόγο δεν ήθελε να μου δώσει την απάντηση εκείνην τη στιγμή, όμως είχα καταφέρει να τον πείσω.

«Ναντίν, όλα είναι δυνατά στο αστρικό πεδίο. Ξέρω πως μπορεί να συμβεί, όπως μπορούν να συμβούν τα πάντα, όμως δε γνωρίζω να έχει συμβεί».

Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να βάλω σε τάξη τον συναισθηματικό μου κόσμο.

Μπορεί να συμβεί.

Φοβόμουν. Έτρεμα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και την εξέπνευσα αργά.

«Σε ευχαριστώ» είπα και το εννοούσα.

Δεν έχουν τελειώσει όλα…

Μπορούσα να επιστρέψω –μάλλον με μεγάλη δυσκολία– στη μητέρα μου, στην Κρις. Ακόμη και στον…

 «Σεμπάστιαν;» ρώτησα ξανά χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής μου. Δε χωρούσαν πλέον νεύρα, εντάσεις και συναισθηματισμοί. Χρειαζόμουν τη βοήθειά του. «Αυτός ο κόσμος επικοινωνεί με το αστρικό πεδίο; Δηλαδή… Εμ» είχα μπερδευτεί τόσο πολύ. Προσπάθησα να θυμηθώ τα λεγόμενά του. «Το δικό μας πεδίο επικοινωνεί με το αστρικό πεδίο του κοσμικού; Ή αυτό τέλος πάντων» παραιτήθηκα.

«Αν εννοείς το αν μπορούμε να επικοινωνήσουμε με όσους κάνουν αστρική προβολή στο κοσμικό πεδίο, τότε η απάντηση είναι όχι. Δυστυχώς».

Έσμιξα τα χείλη μου απογοητευμένη, καθώς η ιδέα μου να επικοινωνήσω με τον Μπερνάρντ είχε καταρριφθεί πλήρως. Αν μπορούσα να μιλήσω μαζί του, να του πω πως κινδυνεύω… Ήμουν σίγουρη πως θα με βοηθούσε.

«Αν γινόταν αυτό, θα ήταν πολύ ευκολότερη η δουλειά μας. Θα σας λέγαμε να προσέχετε. Ή να μην κάνετε ταξίδια» αστειεύτηκε, όμως η διάθεσή μου είχε πέσει απότομα.

Δεν είχα πλέον επιλογή, παρά να ακολουθήσω τα δικά του σχέδια για την ώρα. Ίσως κατανοώντας τους κανόνες αυτού του κόσμου, να έβρισκα και τον τρόπο να ξεφύγω.

«Σχετικά με το θέμα μας, θα με βοηθούσε αν μου έλεγες αρχικά γιατί δεν έχω ύλη. Και μετά πώς να την αποκτήσω».

Εκείνος επανήλθε κατευθείαν στον ρόλο του.

«Υπάρχουν τρία στάδια ύλης. Το πρώτο, αυτό που βρίσκεσαι εσύ, έχει να κάνει με την επαφή σου με το περιβάλλον. Είναι το πρωταρχικό στάδιο που κατακτά η ψυχή, όταν δημιουργεί το σώμα. Αυτό σε βοηθάει να περπατάς πάνω στο πάτωμα».

Ωραία, περισσότερες τρελές πληροφορίες… Έπρεπε να δείξω όση αυτοσυγκράτηση μπορούσα.

«Το επόμενο στάδιο, το δεύτερο, σχετίζεται με την επαφή σου με τα υλικά πράγματα. Να μπορείς να αγγίξεις κάτι, να ανοίξεις μια πόρτα, να καθίσεις στην καρέκλα…» έδειξε με νόημα τον προηγούμενο εχθρό μου και μειδίασε ελαφρώς.

Δεν ενθουσιάστηκα με την αναφορά του.

«Για να καταλάβω όμως… Εγώ δεν έχω υλική υπόσταση» συμπέρανα. «Τα ρούχα μου; Δεν έχουν ούτε αυτά;»

«Τα ρούχα που φοράς, όπως και τα δικά μου, είναι φτιαγμένα με ενέργεια και υλικά του αστρικού πεδίου. Οπότε επηρεάζονται από την κατάσταση του σώματος το οποίο τα φορά».

«Α…»

«Και στο τρίτο και τελευταίο στάδιο θα μπορέσεις να έχεις επαφή με άλλους Άνιμους. Κατανοητά;».

«Κατανοητά» επιβεβαίωσα το ερωτηματικό του βλέμμα.

«Όταν εισήλθες στο αστρικό πεδίο, η ψυχή σου δημιούργησε ένα δοχείο για να μπορέσει να λάβει υλική υπόσταση και συνείδηση. Θυμόταν το προηγούμενο δοχείο της, το κοσμικό σου σώμα, και έτσι έφτιαξε ένα πανομοιότυπό του, “κατ’ εικόνα”. Χωρίς να θέλω να σε τρομάξω, το σώμα σου εδώ δεν είναι πλήρως λειτουργικό. Θα μάθεις πολλά για αυτό αργότερα, όμως τώρα πρέπει να σου πω πως απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωσή σου είναι να πίνεις αυτό το φίλτρο που σου έφερα. Δε χρειάζεσαι κάτι άλλο, όπως τροφή, για να συντηρηθείς. Αυτό κάνει όλη τη δουλειά».

«Τι εννοείς δε χρειάζομαι τροφή; Δεν τρώτε; Καθόλου;» επανέλαβα σοκαρισμένη.

Εκείνος γέλασε, δίχως να μου απαντήσει, αφήνοντάς με να εμπεδώσω τις νέες πληροφορίες. Η ματιά μου μεταφέρθηκε στην άκρη του δωματίου, εκεί που τοποθέτησε ο Σεμπάστιαν πριν το μπουκάλι, και αναρωτήθηκα πόσο χάλια γεύση μπορεί να είχε. Γέλασα υποσυνείδητα με την ανησυχία μου αυτή και επέστρεψα στον συνομιλητή μου, ο οποίος είχε αρχίσει να μου περιγράφει τι χρειαζόταν να κάνω για να κατακτήσω το δεύτερο στάδιο ύλης.

«Είναι απαραίτητο να συγκεντρωθείς πάρα πολύ. Έχεις κάνει ποτέ γιόγκα;»

«Ε… Ναι, λίγο. Παλιά» απάντησα διστακτικά. Δεν μπορούσα να πω πως ήμουν και από τις μεγαλύτερες φαν της συγκεκριμένης άσκησης.

«Κάπως έτσι θα δουλέψουμε σήμερα». Σταμάτησε να βηματίζει και στάθηκε απέναντί μου. «Κλείσε τα μάτια σου και προσπάθησε να ηρεμήσεις και να συγκεντρωθείς».

Ακολούθησα τις υποδείξεις του.

«Χαλάρωσε και εστίασε στη φωνή μου. Το μοναδικό πράγμα που θέλω να ακούς και να σκέφτεσαι είναι οι λέξεις που λέω».

Η αλήθεια ήταν πως είχε πάρα πολύ ωραία φωνή.

Συγκεντρώσου, Ναντίν.

Η ώρα, όμως, περνούσε και περνούσε, ενώ εγώ δεν είχα σημειώσει καμία πρόοδο στη γραμμή απόκτησης ύλης. Ο Σεμπάστιαν είχε δοκιμάσει κάθε τρόπο για να με πείσει να συγκεντρωθώ, όμως τα ρυάκια ενέργειας που έπρεπε να φανταστώ δεν έλεγαν να σχηματιστούν στο μυαλό μου.

«Ζαλίζομαι» είπα με σιγανή φωνή και κάθισα στο πάτωμα ηττημένη. Εξάλλου ήταν το μοναδικό πράγμα που μπορούσα κάπως να αγγίξω.

Ο εκπαιδευτής μου αναστέναξε και κάθισε δίπλα μου. Έφερα τα χέρια μου στο πρόσωπό μου και τα στήριξα στα γόνατά μου. Μπορούσα τουλάχιστον να ακουμπήσω τον εαυτό μου… Ένιωθα εξουθενωμένη.

«Κοίτα, Ναντίν, χωρίς να θέλω να σε τρομοκρατήσω… Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Κινδυνεύεις…» είπε με έναν διακριτικό δισταγμό στη φωνή του.

«Θα με σκοτώσεις από τα νεύρα σου, έτσι;»

Κάγχασε και φευγαλέα ξεχώρισα ένα γρήγορο στριφογύρισμα των ματιών του.

«Όσο και αν με προκαλείς, δεν μπορώ να το κάνω. Θα χάσω τη θέση μου. Σοβαρά όμως τώρα…».

«Σεμπάστιαν, το έχω καταλάβει! Όμως το κεφάλι μου πάει να σπάσει και το στομάχι μου καίει. Δεν αντέχω άλλο!» Βύθισα το κεφάλι μου ανάμεσα στα χέρια μου και κουλουριάστηκα σε μια σφιχτή μπάλα στο πάτωμα. Ξεφύσηξα. «Πόσο αηδιαστικό είναι αυτό το περίεργο υγρό που πρέπει να πιω, για να μην πεθάνω;» ρώτησα γεμάτη περιέργεια, ενώ η φωνή μου έβγαινε πνιχτή, μιας και δεν είχα αλλάξει τη στάση μου στο παραμικρό.

Είχα γενικά μια ευαισθησία στις περίεργες γεύσεις και δε μου άρεσε να δοκιμάζω καινούρια πράγματα. Η ερώτησή μου τον ξάφνιασε.

«Θα σε εξέπληττε το γεγονός ότι έχει μια πάρα πολύ ωραία φρουτώδη γεύση. Διαφορετικών ανά διαστήματα, για να μην το βαριόμαστε όσο γίνεται» απάντησε με ένα ίχνος περηφάνιας. Γενικότερα ο εκπαιδευτής μου φαινόταν να απολαμβάνει τη δουλειά του… Δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί βέβαια. Σηκώθηκα αποφασισμένη με μια απότομη κίνηση κάνοντάς τον να σαστίσει για κάποια δευτερόλεπτα, πριν σηκωθεί κι εκείνος.

Χωρίς να πω κουβέντα, συγκέντρωσα το βλέμμα μου στον απέναντι τοίχο και προσπάθησα να ακολουθήσω τα βήματα που μου είχε αναφέρει. Έπρεπε να τραβήξω την ενέργεια που βρισκόταν γύρω μου, έτσι ώστε να τη διοχετεύσω στο σώμα μου, για να πάψω να είμαι άυλη. Φαντάστηκα νοητά ρυάκια με μπλε φως να περιφέρονται γύρω μου και στην προσπάθεια να τα «ρουφήξω», άνοιξα τα χέρια μου διάπλατα. Μάταια. Παρέμεινα στην ίδια στάση και προσπάθησα ξανά. Έκλεισα τα μάτια μου και έσυρα με το ζόρι το φανταστικό μπλε φως προς το μέρος μου. Πίεσα τον εαυτό μου σε σημείο που ένιωθα το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί.

Ξαφνικά ένα μυρμήγκιασμα απλώθηκε στα δάχτυλα του χεριού μου και άρχισε να αγκαλιάζει τους καρπούς μου.

«Άνοιξε τα μάτια σου» με προέτρεψε σιγανά.

Δύο γαλάζια ρυάκια ενέργειας τύλιγαν τα χέρια μου και προχωρούσαν αργά προς τον κορμό μου, ταξιδεύοντας σε όλο μου το σώμα. Η ζεστασιά που με κατέκλυζε δεν έμοιαζε καθόλου με το κάψιμο που είχα νιώσει νωρίτερα. Ήξερα πως με αγκάλιαζε κάτι αγνό και στιγμή τη στιγμή ένιωθα πιο δυνατή.

Κοίταξα προς τα κάτω τον Σεμπάστιαν, στα μάτια του οποίου διέκρινα ανακούφιση. Και ίσως περηφάνια; Αλλά μια στιγμή… Προς τα κάτω;

Ω, σκατά! Αιωρούμαι!

«Ηρέμησε» ήρθε η κοφτή διαταγή από εκείνον, καθώς αντιλήφθηκε τον στιγμιαίο πανικό μου.

Έκλεισα ξανά τα μάτια μου, ανασαίνοντας αργά, και αφέθηκα εντελώς στην αγκαλιά του αστρικού πεδίου, μη γνωρίζοντας από πότε είχα να νιώσω τόσο καλά, τόσο πλήρης. Φαντάστηκα τα ρυάκια να έρχονται με πολύ περισσότερη ορμή προς εμένα. Με υπάκουσαν. Ήμουν αχόρταγη και αυτό που κυριαρχούσε μέσα μου ήταν η πείνα για περισσότερη δύναμη.

Βούλιαζα όλο και πιο πολύ, έως ότου πάτησα σταθερά στο έδαφος.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, η ενέργεια είχε εξαφανιστεί και εγώ είχα πάψει να είμαι ελαφρώς διάφανη. Τα είχα καταφέρει.

«Επιτέλους» μονολόγησα όσο η ενέργεια καταλάγιαζε μέσα μου. «Δε με προειδοποίησες για κάτι τόσο φαντασμαγορικό».

Γέλασε.

«Σε κάθε έναν λειτουργεί διαφορετικά. Δεν ξέρω τι να περιμένω κάθε φορά. Πώς νιώθεις;».

«Εξαίσια. Δεν ήμουν ποτέ καλύτερα. Τώρα τι ακολουθεί;»

 «Σωστά» είπε και κινητοποιήθηκε αμέσως. «Πάω να σου φέρω το φίλτρο».

 «Μπορείς να…» δίστασα. Κοντοστάθηκε και με κοίταξε, παροτρύνοντάς με να συνεχίσω. Καθάρισα τον λαιμό μου. «Τι ακριβώς είναι αυτό το φίλτρο;»

Παραξενεύτηκε.

«Γιατί;»

«Να, δε… δε μου αρέσουν οι εκπλήξεις…» συμπλήρωσα.

Έριξε μια ματιά στο ρολόι πάνω από τη βιβλιοθήκη που βρισκόταν στον απέναντι τοίχο και τον αντέγραψα. Έμοιαζε σαν τα ρολόγια που υπήρχαν το 1600, εντελώς χειροποίητο, φτιαγμένο από συμπαγές ξύλο, ενώ από κάτω του υπήρχε ένα βαρίδι, που εξυπηρετούσε στην παροχή ενέργειας και που έκανε πρακτικά το ρολόι να λειτουργεί. Είχαμε φέρει ένα παρόμοιο κάποια στιγμή στο μαγαζί του κύριου Ρίπλεϊ.

Ο Σεμπάστιαν έκανε μερικά βήματα προς το μέρος μου.

«Το φίλτρο αυτό κατασκευάζεται εδώ από ειδικευμένους εργαζόμενους της Ακαδημίας. Κανείς πέρα από εκείνους δε γνωρίζει τη μυστική συνταγή και, για να καταφέρεις να πάρεις αυτή την πληροφορία, πρέπει να διαλέξεις τη συγκεκριμένη κατεύθυνση και να κοπιάσεις πολύ. Γνωρίζω μόνο ότι περιέχει πολλά συστατικά, τα οποία στοχεύουν στη σταθεροποίηση της ενέργειας μέσα σου και στην “επαναφόρτισή” σου». Σταμάτησε ψάχνοντας τι να πει στη συνέχεια. «Όχι, αν κρίνω από το σαστισμένο ύφος σου, σου εγγυώμαι πως δεν έχει πόδια βατράχου και αίμα παρθένας μέσα. Δεν κάνουμε σατανικά πράγματα» αστειεύτηκε. Δε με άφησε να τον διακόψω ωστόσο. «Χρειάζεσαι τροφή, όπως χρειαζόσουν και στο κοσμικό πεδίο. Στο αστρικό όμως δε φυτρώνουν δέντρα και δεν υπάρχουν οικόσιτα ζώα για να τραφούμε, ούτε έχουμε τη δυνατότητα να φάμε σαν φυσιολογικοί άνθρωποι. Αυτός ο ζωμός είναι που μας δίνει την ενέργεια που χρειαζόμαστε σε καθημερινή βάση».

«Τι θα γίνει αφού πιω;» έκανα πιο συγκεκριμένη την ερώτησή μου. Καλές ήταν όλες αυτές οι πληροφορίες, όμως εγώ ήθελα να μάθω τι θα συνέβαινε στο σώμα που μετά από τόσο κόπο ένιωθα να έχω αποκτήσει πίσω σε έναν βαθμό.

«Την πρώτη φορά είναι πάντα πιο έντονο. Αν θυμάμαι καλά, θα αισθανθείς ένα μούδιασμα να απλώνεται στο σώμα σου και ταυτόχρονα θα δυναμώνεις. Είναι σαν να μπαίνουν κομμάτια ενός παζλ στη θέση τους. Δεν είναι κάτι, μη φοβάσαι. Τα δύσκολα πέρασαν».

Δεν είχε σκοπό να συνεχίσει άλλο. Ήδη είχα καταχραστεί την υπομονή του. Μου έφερε το μπουκάλι με το φίλτρο. Το πήρα στα χέρια μου και η πρώτη κίνηση που θεώρησα σωστό να κάνω ήταν να μυρίσω το περιεχόμενό του. Όντως είχε οσμή φρούτων. Το υποσυνείδητό μου μου έλεγε να μην τολμήσω να πιω αυτό το κατασκεύασμα, αλλά κάτω από το αυστηρό βλέμμα του Σεμπάστιαν δεν μπορούσα παρά να το παρακούσω.

Έφερα το βαρύ για το μέγεθός του μπουκάλι στο στόμα μου και ήπια μια μικρή γουλιά. Τα φρούτα δεν περιορίζονταν μόνο στη μυρωδιά, αλλά ήταν διάχυτα και στη γεύση, αγκαλιασμένα με μαεστρία με μια γεύση μετάλλου. Ήπια ακόμη μια γουλιά, κι άλλη κι άλλη μέχρι που έφτασα στην τελευταία σταγόνα δίχως να το καταλάβω. Έδωσα το σκεύος στον Σεμπάστιαν και συγκεντρώθηκα στο μούδιασμα που ξεκινούσε από την κοιλιά μου και απλωνόταν σε όλο μου το σώμα. Ανακατευόμουν και, όταν το μούδιασμα έφτασε στο κεφάλι μου, ένιωσα να ζαλίζομαι.

«Δε.. Δεν είμαι καλά» ψιθύρισα, ενώ όλα γύρω μου στροβιλίζονταν. Ένιωθα σαν να παραπαίω, όμως στην πραγματικότητα μάλλον ήμουν ακίνητη.

«Υπομονή. Σε ένα λεπτό θα τελειώσει» άκουσα από πολύ μακριά τη φωνή του. Αυτό έπρεπε να κάνω. Έτσι κι αλλιώς μου είχε πει ότι δεν ήταν δύσκολη διαδικασία. Ίσως έφταιγε που ήμουν άυλη για πολλές ώρες μέχρι να τα καταφέρω. Σύμφωνα με εκείνον δε θα έπρεπε να μου είχε πάρει τόσο. Θα έκανα λοιπόν υπομονή, θα μετρούσα ως το τρία και θα έφευγαν τα πάντα. Ένα… δύο… τρία… Και όλα σκοτείνιασαν.

Αγγελίνα Παπαδημητρίου