Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18.11.20

Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 5) Revised

Η κρεβατοκάμαρα στο σπίτι που μεγάλωσα μπορούσε να φανερώσει πολλά για τον χαρακτήρα μου. Το πρώτο ήταν πως δε μου άρεσαν καθόλου οι αλλαγές, για αυτό και η διακόσμησή της είχε τροποποιηθεί ελάχιστες φορές και αυτό όταν, αναγκαστικά, έπρεπε να την αναδιαρρυθμίσω, ώστε να πάψει πλέον να είναι ένα εφηβικό δωμάτιο, αλλά ένας χώρος που θα μπορεί να φιλοξενήσει μια φιλόδοξη νέα φοιτήτρια. Φυσικά από τότε δεν είχε αλλάξει το παραμικρό και –εννοείται– πως δεν είχα πετάξει πολλά από τα προσωπικά μου αντικείμενα.

Δεκάδες διακοσμητικά δέσποζαν πάνω στη βιβλιοθήκη μου, εξυπηρετώντας τον σκοπό της νοσταλγίας μου και αναγκάζοντάς με να τα ξεσκονίζω κάθε εβδομάδα. Πράγμα που δεν παρέλειπα ποτέ να κάνω, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσω να δουλέψω ή να κοιμηθώ ανάμεσα στον χαμό.

Αυτήν τη φορά όμως κάτι πήγαινε στραβά. Η αίσθηση που είχα, όσο βρισκόμουν εκεί, δεν ήταν η ίδια. Ένιωθα… περίεργα. Και αυτό δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Στο δωμάτιό μου μπορούσα να βρω τα πάντα με τα μάτια κλειστά. Ήταν ο χώρος μου, το δημιούργημά μου. Όμως ένιωθα σαν παράταιρη, σαν ξένη. Και τότε θυμήθηκα. Δεν έπρεπε να βρίσκομαι εκεί. Η ψυχή μου ήταν στο αστρικό πεδίο, αποκομμένη από το σώμα μου…

Παρά το σοκ της συνειδητοποίησης σηκώθηκα ψύχραιμα, σχεδόν σαν να μην το ήθελα, και προχώρησα προς τη βιβλιοθήκη. Τα βήματά μου ήταν αργά και βαριεστημένα, δε θύμιζαν το νευρικό συνηθισμένο περπάτημά μου. Το μάτι μου έπεσε πάνω σε ένα συγκεκριμένο διακοσμητικό στο μεσαίο ράφι: ένα κουρδιστό καρουζέλ με ροζ άλογα, από αυτά που βγάζουν αυτήν τη συγκεκριμένη, ανατριχιαστική σχεδόν, μελωδία. Το έπιασα απαλά με το χέρι μου και το περιεργάστηκα. Για κάποιους μπορεί να ήταν κοινότυπο, παιδικό ή πεπερασμένο, όμως για εμένα είχε ξεχωριστή σημασία. Ήταν δώρο από τον πατέρα μου. Το είχε αγοράσει για εμένα, όταν ακόμη ήμουν πολύ μικρή, για να με ηρεμεί με τη μουσική του. Αυτήν τη μουσική που, όποτε την άκουγα, ακόμη και σήμερα, τον ένιωθα πολύ κοντά μου. Σαν να ήταν εκείνος που το κούρδιζε για εμένα.

Το άφησα απότομα στη θέση του και να στράφηκα προς την ντουλάπα μου. Κοίταξα το είδωλό μου στον ολόσωμο καθρέπτη που βρισκόταν δίπλα. Τον είχα αγοράσει λίγα χρόνια πριν, ορμώμενη από την ανάγκη να εξετάζω κάθε λεπτομέρεια στην εμφάνισή μου. Η αντανάκλασή μου σε αυτόν ήταν… διαφορετική. Η όψη μου ήταν πιο ασθενική. Τα μάτια μου είχαν το συνηθισμένο μαύρο χρώμα τους, όμως φαίνονταν κουρασμένα, ενώ τα μαλλιά μου ήταν ένας καστανός χείμαρρος· ποτέ δεν τα άφηνα τόσο ατημέλητα, ήταν ίσια από μόνα τους. Δεν ήθελαν και τόση δουλειά στο κάτω κάτω.

Το συναίσθημα πως η παρουσία μου στο δωμάτιό μου ήταν λάθος όλο και δυνάμωνε.

Είναι απλώς ένα όνειρο… καθησύχασα τον εαυτό μου και προσπάθησα να ξεφυσήξω για να χαλαρώσω. Όμως δεν μπορούσα. Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω πως δεν μπορούσα να κάνω καμία εκούσια κίνηση, παρά βρισκόμουν εγκλωβισμένη μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Πανικοβλήθηκα.

Σε δευτερόλεπτα άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρυσα το αχανές ταβάνι του δωματίου, στο οποίο βρισκόμουν με τον Σεμπάστιαν. Ή τουλάχιστον το στριφογυριστό ταβάνι του δωματίου, μιας και όλα γυρνούσαν ασταμάτητα. Δεν ήξερα πόση ώρα είχε περάσει, όμως μόλις έδειξα κάποιο σημείο ζωής, ο Σεμπάστιαν εισήλθε στο οπτικό μου πεδίο γεμίζοντάς με με ερωτήσεις.

«Είσαι καλά; Πώς νιώθεις; Πες μου, μίλα μου. Μπορείς να μιλήσεις;»

Φαινόταν ανήσυχος και η αντίδρασή του μου προκαλούσε γέλιο. Ήταν η πρώτη στιγμή που τον έβλεπα να σπάει τη μάσκα της σιγουριάς του.

«Καλά είμαι» απάντησα, για να ανακαλύψω ότι η φωνή μου δεν έβγαινε με τόση ευκολία από τον λαιμό μου. Ένιωθα ένα μούδιασμα σε ολόκληρο το σώμα μου και μία περίεργη αίσθηση εξαιτίας του ονείρου. «Θα ήμουν καλύτερα, αν φρόντιζες να με είχες σηκώσει από το πάτωμα βέβαια» συμπλήρωσα με μια δόση ειρωνείας.

Το αυστηρό και απόμακρο ύφος του πήρε τη θέση που πάντα είχε.

«Αν μπορούσα να σε αγγίξω, θα το συζητούσαμε. Αλλά φρόντισες να λιποθυμήσεις, πριν περάσουμε στο τρίτο στάδιο ύλης». Γιατί του μίλησα έτσι; Δε μου έφταιγε σε κάτι. Ή μάλλον…

«Τι στο καλό είχε μέσα το φίλτρο; Γιατί λιποθύμησα; Είπες πως ήταν εντάξει!» τον κατηγόρησα, ενώ σηκωνόμουν με δυσκολία από το πάτωμα.

Φάνηκε σκεπτικός. Μετά από μερικά βασανιστικά δευτερόλεπτα είπε:

«Ίσως πρέπει να ξεκουραστείς. Ταλαιπωρήθηκες αρκετά μέχρι στιγμής και ακολουθούν δυσκολότερες ασκήσεις. Θα σε πάω στο δωμάτιό σου και συνεχίζουμε το πρωί».

Βγήκαμε αμίλητοι από την αίθουσα με εκείνον να προπορεύεται για άλλη μια φορά. Προχωρήσαμε σε αμέτρητους, πανομοιότυπους διαδρόμους, στρίβοντας πρώτα αριστερά, μετά δεξιά ή πρώτα δεξιά και μετά αριστερά… Το σίγουρο ήταν πως είχα χαθεί ήδη. Η μόνη διαφοροποίηση ήταν όταν προσπεράσαμε μία τεράστια, ξύλινη, βαριά και αψιδωτή πόρτα. Ο Σεμπάστιαν έπιασε το βλέμμα μου και με ενημέρωσε πως επρόκειτο για την αίθουσα προπονήσεων, όπου εκπαιδεύονταν οι μαθητευόμενοι σε ό,τι αφορούσε τις σωματικές δραστηριότητες. Εκεί θα ξεκινούσα και τα πρώτα μου μαθήματα την επόμενη ημέρα.

Στρίψαμε δεξιά μετά την αίθουσα προπόνησης και φτάσαμε σε έναν διάδρομο με αντικριστές πόρτες, που θύμιζε δωμάτια ξενοδοχείου ή κοιτώνες πανεπιστημίου. Στις λευκές πόρτες έβλεπα να αναγράφονται διάφοροι αριθμοί με αύξουσα σειρά. Σταματήσαμε έξω από τον αριθμό εκατόν είκοσι και υπέθεσα πως αυτό θα ήταν το δικό μου δωμάτιο.

«Εδώ είμαστε. Όπως βλέπεις, είσαι κοντά στην αίθουσα προπονήσεων, οπότε ποντάρω πως αύριο το πρωί δε θα χαθείς. Για τα υπόλοιπα θα σε βοηθήσει αυτό εδώ» έτεινε το χέρι του και μου έδωσε ένα διπλωμένο χαρτί.

Ήταν ένας χάρτης, μια κάτοψη του κτιρίου της Ακαδημίας. Σε κάθε τετράγωνο αναγραφόταν το όνομα ή ο αριθμός του δωματίου, ενώ ολόκληρη η Ακαδημία εκτεινόταν σε έναν μόνο όροφο. Οι χώροι ήταν αμέτρητοι. Δεν ήμουν ποτέ καλή στον υπολογισμό αποστάσεων, όμως το μέρος πρέπει να εκτεινόταν για χιλιόμετρα. Με το δάχτυλό του σχεδίασε τη διαδρομή που μόλις είχαμε διασχίσει και με κοίταξε ερωτηματικά στα μάτια. Αφού κατάπια με μια σχετική δυσκολία, κούνησα το κεφάλι μου, δείχνοντας πως έχω καταλάβει.

«Επειδή για αρχή χρειάζεσαι όσο το δυνατόν περισσότερη ξεκούραση, έλα να μας βρεις μόλις νιώσεις έτοιμη. Θα φροντίσω να σου στείλουν φίλτρο, για να μη χρειαστεί να πας στην τραπεζαρία».

Δεν ήξερα αν αυτό ήταν το σύστημα για τους νεοφερμένους ή αν είχε δει την απελπισία στα μάτια μου κατά τη διάρκεια της πορείας μας, ωστόσο χαιρόμουν που δε χρειαζόταν να γίνω ρεζίλι από την πρώτη μέρα.

Καληνυχτιστήκαμε και μπήκα δειλά στον χώρο που θα αποτελούσε το προσωρινό μου δωμάτιο για όσο καιρό αναγκαζόμουν να παραμείνω σε αυτό το μέρος.

Δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχε προλάβει το μυαλό μου να φανταστεί. Κάπου μέσα μου περίμενα ένα στεγνό δωμάτιο, σαν φυλακή, με ένα σιδερένιο κρεβάτι και σκούρα καλύμματα –αν είχε και από δαύτα. Αντιθέτως αντίκρισα έναν αρκετά μοντέρνο χώρο, με έντονα χρωματισμένους τοίχους σε σκούρες αποχρώσεις του μπλε και λευκά έπιπλα να το γεμίζουν. Η Κρις θα το λάτρευε και ήδη την άκουγα στα αυτιά μου να σχολιάζει επικριτικά:

«Δεν ήθελες να κάνεις αλλαγές και τώρα οι αλλαγές ήρθαν σε εσένα. Για να μάθεις».

Ω, Θεέ μου, τη χρειαζόμουν τόσο πολύ.

«Πού είσαι, Κρις, να δεις τα χάλια μου…»

Η βιβλιοθήκη που υπήρχε στον χώρο ήταν άδεια, ενώ στο γραφείο βρίσκονταν τυλιγμένα ρολά χαρτιού, ένα δοχείο μελανιού και μία πένα. Ευτυχώς δεν είχε φτερό. Τα υπόλοιπα έπιπλα ήταν ένα κομοδίνο δίπλα ακριβώς στο κρεβάτι, ένας ολόσωμος καθρέφτης και μία δίφυλλη ντουλάπα. Στον τοίχο δεξιά υπήρχε μία πόρτα, η οποία υπέθεσα πως θα οδηγούσε στο μπάνιο. Η απορία που μου δημιουργήθηκε ήταν ενστικτώδης: για ποιον λόγο χρειαζόμασταν μπάνιο και πώς υπήρχε υδραυλικό σύστημα στην Ακαδημία; Πώς υπήρχαν και όλα τα υπόλοιπα βέβαια…

Μπήκα μέσα στο μικρότερο δωμάτιο και γρήγορα συνειδητοποίησα πως υπήρχε μόνο μία μπανιέρα και ένας νιπτήρας με καθρέπτη. Τίποτε άλλο. Το μάτι μου έπεσε σε δύο μεγάλα γυάλινα δοχεία γεμάτα με νερό που βρίσκονταν πάνω από τα δύο σημεία, πράγμα που με βοήθησε να βγάλω κάποια συμπεράσματα σχετικά με τις απορίες μου. Θα ρωτούσα λεπτομέρειες αργότερα.

Γυρνώντας στον βασικό χώρο, συνειδητοποίησα πως, όπως και όλα τα μέρη της Ακαδημίας που είχα επισκεφθεί, δεν είχε κάποιο παράθυρο. Φυσικά, δε θα είχε λόγο ύπαρξης, μιας και γύρω μας υπήρχε το απόλυτο σκότος. Η επόμενη επιδρομή μου έγινε στην ντουλάπα, η οποία ήταν γεμάτη με άνετα ρούχα σε σκούρες αποχρώσεις. Με μια πρόχειρη ματιά είδα πως υπήρχαν διάφορα μεγέθη, για παν ενδεχόμενο. Φυσικά δεν έλειπε η επίσημη ενδυμασία με το έμβλημα της Ακαδημίας. Πέρασα τα δάχτυλά μου πάνω του και ένιωσα την ξεχωριστή υφή του από το υπόλοιπο ύφασμα, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόμουν πόσο καιρό θα έμενα σε αυτό το παράξενο μέρος.

Βρισκόμουν σε ένα περίεργο δίλημμα. Μπροστά μου παρουσιαζόταν μία καινούρια προοπτική, που η ανήσυχη φύση και η δίψα μου για γνώση δεν ήθελαν να αφήσουν ανεκμετάλλευτη, παρακαλώντας με να μάθω όσα περισσότερα μπορούσα για αυτήν. Ήταν μία ευκαιρία να μάθω επιτέλους πληροφορίες για την περίεργη ικανότητα που είχα από μικρή και να ανακαλύψω το εύρος της δύναμής μου… Από την άλλη είχα τη ζωή μου, τους φίλους μου, τη μητέρα μου… Και μία εργασία που έπρεπε να παραδοθεί πάση θυσία μέσα στις ερχόμενες ημέρες. Αν έχανα τη διορία, η υποτροφία θα έβγαζε φτερά, και μαζί θα χάνονταν και τα όνειρα για το μέλλον μου… Και, όσο λογικά και αν μου τα παρουσίαζαν, δεν ήμουν σίγουρη για το αν τους εμπιστευόμουν. Ο Σεμπάστιαν, βέβαια, μού είχε σώσει τη ζωή. Αν ήθελαν, θα με είχαν αφήσει στα χέρια του Δαίμονα…

Πλησίασα στο κρεβάτι μου και άγγιξα το μαλακό υλικό του παπλώματος. Η υφή έμοιαζε διαφορετική, όπως όλα όσα είχα αγγίξει μέχρι στιγμής· όλα ήταν παρόμοια με αυτά που είχα συνηθίσει, όμως έμοιαζαν κάπως διαφορετικά, με έναν τρόπο που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Παρ’ όλα αυτά ήταν εξίσου ελκυστική. Το σώμα μου φώναζε πως είχε ανάγκη για ξεκούραση. Αποφάσισα να αφήσω όσο γινόταν τις σκέψεις μου στην άκρη και να υπακούσω στις επιταγές του. Εξάλλου απ’ ό,τι φαινόταν, είχα όλο τον χρόνο για να φιλοσοφήσω την κατάσταση στην οποία βρέθηκα τόσο ξαφνικά. Λίγο πριν αποκοιμηθώ μονολόγησα κάτι που συνόψιζε κάθε ανησυχία μου:

Πού έχεις μπλέξει, Ναντίν;

 

Ένας ήχος καμπάνας με έβγαλε από τον βαθύ ύπνο στον οποίο είχα πέσει.

«Τι στο–»

Γράπωσα το μαξιλάρι και το έφερα πάνω από το κεφάλι μου, σε μια προσπάθεια να πνίξω τον ήχο. Δε με είχε προειδοποιήσει για κάτι τέτοιο ο Σεμπάστιαν, αλλά όσο το σκεφτόμουν, έβγαζε νόημα. Μπορεί να υπήρχαν ρολόγια, όμως δεν έμοιαζαν να έχουν τη δυνατότητα ξυπνητηριού. Ωραία θα περνούσα.

Όταν ο θόρυβος σταμάτησε, σηκώθηκα βαριεστημένα, αλλά μεμιάς αντιλήφθηκα πως το σώμα μου ήταν ξεκούραστο. Ίσως λόγω της χθεσινής ενεργειακής φόρτισης. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου, για να συνέλθω εντελώς και ξεκίνησα να ετοιμάζομαι. Μπορεί ο Σεμπάστιαν να μου είχε δώσει το ελεύθερο να πάω αργότερα, όμως πλέον είχα ξυπνήσει για τα καλά και δεν υπήρχε περίπτωση να ξανακοιμηθώ, οπότε δε μου έμενε και άλλη επιλογή. Παράλληλα ένιωθα μια ελαφριά ανυπομονησία να έχει φωλιάσει στο στήθος μου, όμως επέλεγα να το αποδώσω στην εκ φύσεως περιέργειά μου για οποιαδήποτε μορφή μάθησης.

Βγήκα στον διάδρομο με μια μικρή ανησυχία. Πώς θα εμφανιζόμουν μπροστά σε τόσο κόσμο, μια άκυρη νεοφερμένη, η οποία δεν είχε περάσει καν ακόμη στο τρίτο στάδιο ύλης; Όσο προχωρούσα προς την αίθουσα τόσο περισσότερο αυξανόταν το άγχος μου. Στάθηκα για λίγες στιγμές απέξω, έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Οι σκέψεις στο κεφάλι μου καταλάγιασαν σε έναν βαθμό, οπότε εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και έσπρωξα την μεγαλεπήβολη ξύλινη πόρτα.

Αυτό που αντίκρισα με σόκαρε. Όχι επειδή μπροστά μου εμφανίστηκε κάτι περίεργο, αλλά ακριβώς για τον αντίθετο λόγο: όλα φαίνονταν τόσο… φυσιολογικά. Η αίθουσα ήταν τεράστια σε μήκος και πλάτος, ενώ η συσσωρευμένη ενέργεια στο πάνω μέρος εξέπεμπε τόση ποσότητα φωτός, που επαρκούσε για όλο το δωμάτιο. Όπως φαινόταν δεν είχαν ξεκινήσει ακόμη τις προπονήσεις, καθώς όλοι οι εκπαιδευόμενοι, γύρω στα είκοσι πέντε με τριάντα άτομα, ήταν χωρισμένοι σε παρέες και συζητούσαν δυνατά, γεμίζοντας με τις φωνές τους το δωμάτιο.

Τόσα άτομα, τόσοι αστρικοί ταξιδευτές σαν κι εμένα…

Όλα αυτά τα χρόνια πίστευα πως ήμασταν ελάχιστοι, πως ήταν ένα χάρισμα περίεργο και σπάνιο. Όταν το είχα ανακαλύψει, πίστευα πως ήμουν μόνη μου σε αυτό. Το ίντερνετ με βοήθησε να δω πως υπήρχαν και άλλοι. Η γνωριμία μου με τον Μπερνάρντ ήταν και η απόδειξη. Όμως ποτέ δε φανταζόμουν πως θα ήταν τόσοι…

Στάθηκα στην πόρτα και έλεγξα τον χώρο για τη μοναδική γνώριμη σε εμένα φιγούρα. Η ματιά μου πέρασε από πολλά πρόσωπα, διαφόρων ηλικιών, πριν τον εντοπίσει. Όμως καθώς κινήθηκα, για να πάω προς το μέρος του, μια φωνή από πίσω μου με σταμάτησε.

«Εσύ πρέπει να είσαι η νεοφερμένη, σωστά;»

Γύρισα ξαφνιασμένη, προσπαθώντας να φερθώ όσο πιο φυσιολογικά γινόταν και να μη δείξω πόσο είχα τρομάξει από τον απότομο χαιρετισμό. Χαμογέλασα αμήχανα στον κατά ένα κεφάλι ψηλότερό μου και μελαχρινό νεαρό άντρα που βρισκόταν πλέον μπροστά μου.

«Σωστά» απάντησα. Ευχόμουν να μην είχα ακουστεί όσο ξινή πίστευα. Εκείνος φαινόταν να έχει την καλύτερη φιλική διάθεση.

«Είμαι ο Ρετζινάρντο» έτεινε το χέρι του προς εμένα.

Ενστικτωδώς αντέγραψα την κίνησή του για να ολοκληρώσουμε τη χειραψία, όμως τελευταία στιγμή θυμήθηκα πως αυτό ήταν αδύνατο. Το κατέβασα απότομα, ενώ προσπαθούσα να βρω κάτι να πω και γρήγορα.

«Ε, είμαι η Ναντίν. Ξέρεις… Δεν». Όχι και τόσο πετυχημένο τελικά.

«Ω, συγγνώμη. Δικό μου λάθος. Δεν έχεις περάσει στο τρίτο στάδιο, έτσι; Δεν πειράζει, μην ανησυχείς. Δεν παίρνει σε όλους τον ίδιο καιρό».

Ο λόγος του ήταν χειμαρρώδης και διέκρινα μια ελαφριά ιταλική προφορά.

«Δεν πειράζει» απάντησα, όντας λίγο πιο χαλαρή αυτήν τη φορά, προσέχοντας ελαφρώς τη δική μου προφορά. Η σκωτσέζικη καταγωγή μου πολλές φορές το έκανε δύσκολο να αντιληφθούν το τι έλεγα όσοι δεν είχαν την αγγλική ως μητρική γλώσσα.

Ο Ρετζινάρντο είχε κάτι οικείο επάνω του, που με έκανε να νιώθω άνετα μαζί του. Φορούσε περίπου τα ίδια ρούχα με εμένα και έδειχνε έτοιμος να επιδοθεί σε σωματικές ασκήσεις.

«Ακόμα δεν ήρθε και έτρεξες να την καπαρώσεις, Ρέτζι;»

Μια γλυκιά αλλά αρκετά δυναμική φωνή ήρθε πίσω από τον συνομιλητή μου, η οποία συμπληρώθηκε από την εμφάνιση μιας πανέμορφης ξανθιάς κοπέλας, πάνω κάτω στο ύψος και στην ηλικία μου, όπως υπέθεσα. Ο Ρετζινάρντο φάνηκε να ευχαριστιέται το πείραγμά της. Της χαμογέλασε πλατιά και τα μάτια του γυάλισαν παιχνιδιάρικα, όταν της απάντησε:

«Ξέρεις από πρώτο χέρι, πως η καθοδήγησή μου είναι απαραίτητη στους νεοφερμένους».

«Πώς γίνεται πάντα να χρειάζονται τη βοήθειά σου μόνο όσοι είναι γένους θηλυκού βέβαια… Είμαι η Άντρεα» γύρισε προς το μέρος μου, τερματίζοντας τα πειράγματά τους «Καλώς ήρθες».

Ευτυχώς δεν έτεινε και εκείνη το χέρι της και έτσι δεν αναγκάστηκα να ξαναδικαιολογηθώ για την ανικανότητά μου. Ένιωθα απαίσια, τόσο κατώτερη από όλους. Δεν είχα συνηθίσει να αισθάνομαι έτσι για τον εαυτό μου. Πάντα ήμουν σίγουρη και γνώριζα πού πατούσα. Τώρα όμως…

«Ναντίν Βιλνέβ. Χάρηκα για τη γνωριμία, Άντρεα».

«Βιλνέβ; Γαλλίδα;»

«Καταγωγή. Ο πατέρας μου ήταν Γάλλος».

«Ήταν;» ρώτησε παραξενεμένη.

«Ε… Ναι, χάθηκε όταν ήμουν πολύ μικρή».

«Λυπάμαι πολύ. Ορίστε» είπε και σκούντηξε τον φίλο της «να ποια θα μας μάθει γαλλικά».

«Μπιέν σουγ, αλλά να μου λείπει. Τόσο διάβασμα ούτε στο πανεπιστήμιο δεν είχα ρίξει».

Με την άκρη του ματιού μου έπιασα μια κίνηση στην άλλη άκρη της αίθουσας. Ήταν ο Σεμπάστιαν, ο οποίος χειρονομούσε προς το μέρος μας και, μόλις διασταυρώθηκαν οι ματιές μας, μου έκανε νόημα να πάω προς εκείνον.

«Εγώ πρέπει να σας αφήσω προς το παρόν. Με καλεί το καθήκον».

Ένευσαν και οι δύο και με αποδέσμευσαν, συνεχίζοντας μια συζήτηση μεταξύ τους, που θα μου ήταν αδύνατο να κατανοήσω. Προχώρησα προς τον εκπαιδευτή μου όσο γρηγορότερα μπορούσα.

«Καλημέρα, Ναντίν. Πώς είσαι;» με ρώτησε με ενδιαφέρον μόλις στάθηκα μπροστά του.

«Καλά. Σίγουρα καλύτερα από χθες. Ευχαριστώ».

«Δε σου έστειλα φίλτρο, σε περίπτωση που αναρωτιέσαι, γιατί θα ήθελα να είμαι παρών όταν πιεις δεύτερη φορά. Για παν ενδεχόμενο».

Όχι μόνο δεν είχα αναρωτηθεί γιατί δε μου είχαν φέρει, όπως είχαμε συζητήσει το προηγούμενο βράδυ, αλλά το είχα ξεχάσει εντελώς. Αποφάσισα να κρατήσω αυτήν τη λεπτομέρεια για τον εαυτό μου, όμως, και να μη δείξω από τώρα τέτοια ασυνέπεια.

«Το φαντάστηκα» είπα χωρίς να είναι αλήθεια.

«Ωραία. Θα σου το δώσω στο τέλος του μαθήματος. Πριν αρχίσουμε, όμως, μήπως υπάρχει κάτι που θέλεις να με ρωτήσεις;»

Κάτι; Ένα εκατομμύριο πράγματα…

«Προς το παρόν θα αρκεστώ να μου πεις τι ακριβώς συμβαίνει με τον φωτισμό της Ακαδημίας».

Το σχεδόν καθιερωμένο ανεπαίσθητο μειδίαμά του επέστρεψε, όπως κάθε φορά που ρωτούσα κάτι που του φαινόταν απλό, ωστόσο μου απάντησε με απόλυτη σοβαρότητα.

«Όπως βλέπεις» είπε δείχνοντας προς τα πάνω στο ταβάνι «υπάρχει συσσωρευμένη ενέργεια σε όλους τους χώρους. Αυτή έχει δημιουργηθεί πριν από πάρα πολλούς αιώνες, από τότε που δημιουργήθηκε η Ακαδημία, και έκτοτε συντηρείται. Είναι συμπυκνωμένο φως, το οποίο τρέφεται από την ενέργεια των σωμάτων που βρίσκονται στον χώρο. Όταν υπάρχουν σε αυτόν αστρικά σώματα, απορροφά λίγη από την ενέργεια που εκπέμπουν και το φως δυναμώνει. Όταν δεν υπάρχει κανείς, ατονούν, όμως ποτέ δε σβήνουν τελείως, γι’ αυτό πρακτικά δεν υπάρχει κανένας τελείως σκοτεινός χώρος εδώ».

«Φοβερό» σχολίασα εμβρόντητη. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο. Βέβαια πλέον δεν ήξερα και τι να περιμένω. Το σίγουρο ήταν πως δεν το παρατήρησα καν να συμβαίνει το προηγούμενο βράδυ, εξαιτίας της εξάντλησής μου.

«Νιώθεις έτοιμη να ξεκινήσουμε;»

Αφού συμφώνησα, κατευθυνθήκαμε προς ένα σημείο της αίθουσας, το οποίο δεν είχε σχεδόν καθόλου κόσμο, δίπλα από μια στοίβα με στρώματα γυμναστικής. Ο Σεμπάστιαν πήρε αυτό που βρισκόταν στην κορυφή, το έστρωσε στο πάτωμα και μου υπέδειξε να καθίσω πάνω του, ενώ εκείνος γονάτισε δίπλα μου στο ένα πόδι του, για να τον ακούω.

«Θα κάνεις ασκήσεις συγκέντρωσης σήμερα, για να μπορέσουμε να μεταβούμε στο τρίτο στάδιο ύλης. Θυμάσαι τη διαδικασία από εχθές;»

«Αρκετά».

«Ωραία. Προσπάθησε να απορροφήσεις ενέργεια από τον χώρο γύρω σου. Σε αυτή την αίθουσα υπάρχει πάρα πολλή μαζεμένη, μιας και βρισκόμαστε πολλά άτομα συγκεντρωμένα. Μπορείς να την εκμεταλλευτείς. Αν συναντήσεις οποιαδήποτε δυσκολία, θέλω να με φωνάξεις. Εντάξει;»

Ένευσα και σε λίγα δευτερόλεπτα με είχε αφήσει μόνη μου στο σημείο. Η άκρη του ματιού μου έπιασε τον Ρετζινάρντο και την Άντρεα να εξασκούνται στη σωματική πάλη και κάτι μέσα μου σκίρτησε. Ήθελα απεγνωσμένα να φτάσω και εγώ σε αυτό το στάδιο, να γίνω φυσιολογική… Δεν άντεχα να είμαι παράταιρη, σε έναν κόσμο που πρακτικά αποτελούνταν από άτομα σαν κι εμένα. Μου αρκούσε που ένιωθα έτσι στην κανονική μου ζωή. Έπρεπε να κατακτήσω το τρίτο στάδιο ύλης για όλους αυτούς τους λόγους ταυτόχρονα, όμως κυρίως για να μπορέσω να επιστρέψω στη δική μου πραγματικότητα. Και θα έβαζα τα δυνατά μου.

Δεν ήξερα καν για πόση ώρα επιχειρούσα να συγκεντρωθώ, δίχως ίχνος προόδου. Όλες οι προσπάθειές μου ήταν άκαρπες και ήδη ένιωθα την εξάντληση να μου χτυπά την πόρτα. Η ανησυχία στο βλέμμα του Σεμπάστιαν κάθε φορά που ερχόταν να με ελέγξει και να μου δώσει συμβουλές δεν έκανε την κατάστασή μου καλύτερη. Το μάθημα τελείωσε και εκείνος ήρθε με ένα ίδιο μπουκάλι όπως το χθεσινό.

«Άσπρο πάτο» είπε και μου το έδωσε.

Το πήρα διστακτικά. Η ανάμνηση της χθεσινής νύχτας ήταν πολύ φρέσκια ακόμη.

«Είσαι σίγουρος ότι δε θα έχουμε τις ίδιες επιπτώσεις; Δε μου αρέσει να λιποθυμάω» σχολίασα.

«Είμαι. Πιες» με κοιτούσε έντονα και σταθερά.

Υπάκουσα. Ακούμπησα το μπουκάλι στα χείλη μου και εκείνος με προέτρεψε με μια κίνηση του κεφαλιού του. Πήρα μια βαθιά ανάσα, έκλεισα τα μάτια μου και ρούφηξα μια γερή γουλιά. Την κατάπια αμέσως, δίχως να προλάβω να το ξανασκεφτώ και περίμενα, ενώ η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.

Το γνωστό κάψιμο-μούδιασμα ξεκίνησε από τον λαιμό μου και άρχισε να διασκορπίζεται σε κάθε σημείο του κορμιού μου, ενώ παράλληλα ένιωθα ένα προς ένα τα κύτταρά μου να ξυπνούν. Όταν έφτασε στο στομάχι μου άρχισε να καίει και να πονάει, όμως δεν είχε σχέση με τον βαθμό της προηγούμενης νύχτας. Το δωμάτιο στροβιλίστηκε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σταθεροποιήθηκε επαρκώς για να μπορέσω να επικοινωνήσω. Κοιτάζοντας τον εκπαιδευτή μου κατάλαβα ότι είχε αγωνία για το τι θα γινόταν. Μισόκλεισα τα μάτια μου δείχνοντάς του ότι ενοχλούμαι και συνέχισα να πίνω μέχρι που γουλιά τη γουλιά άδειασα όλο το μπουκάλι. Σκούπισα τα χείλη μου με την ανάστροφη της παλάμης μου και του είπα καυστικά:

«Είναι που δε θα συνέβαινε τίποτα! Άσπρος έγινες από την αγωνία σου μέχρι να τελειώσω και να βεβαιωθείς ότι είναι όλα εντάξει!»

Στριφογύρισε τα μάτια του σε ένδειξη απελπισίας και με αποδέσμευσε, στέλνοντάς με να ξεκουραστώ στο δωμάτιό μου, αφού πρώτα αγγάρεψε τον Ρέτζι να με συνοδεύσει στη βιβλιοθήκη, για να προμηθευτώ τα απαραίτητα.


Αγγελίνα Παπαδημητρίου