Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 6) Revised

Αισθανόμουν σαν να βρισκόμουν στο σχολείο. Είχε εξαπλωθεί μέσα μου αυτή η αίσθηση του αβέβαιου, η οποία σε ωθεί να κάνεις πολλές ερωτήσεις και να αναρωτιέσαι ακόμη και για τα πιο απλά πράγματα της καθημερινότητας. Προς υπεράσπισή μου, όμως, η Ακαδημία δεν απείχε και πολύ από αυτό. Είχε τάξεις, τμήματα, αίθουσες μαθημάτων και προπόνησης, ειδικότητες, χώρους κοινής χρήσης και όλα τα καλά. Για όλες αυτές τις λεπτομέρειες με πληροφόρησε ο Ρετζινάρντο όση ώρα προχωρούσαμε προς τη βιβλιοθήκη, αναλύοντάς μου όσο πιο απλά μπορούσε το σύστημα με το οποίο λειτουργούσαν τα πράγματα.

Η μέγιστη διαφορά ήταν ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο φοίτησης, σύμφωνα με τη ευρεία έννοια, όπου όλα τα παιδιά ξεκινούσαν ταυτόχρονα την καινούρια χρονιά, για τον απλό λόγο ότι δεν κατέφθαναν όλοι μαζί την ίδια περίοδο. Για αυτό οι υπεύθυνοι είχαν καταλήξει στο σύστημα της προσωπικής αρχικής εκπαίδευσης, στην οποία σου παρείχαν τις βασικές γνώσεις και, αφού κατακτούσες τα στάδια ύλης, σε ενέτασσαν στα αρχάρια τμήματα. Παράλληλα με όλα τα θεωρητικά μαθήματα υπήρχε και σωματική εκπαίδευση –στο γυμναστήριο που βρισκόμουν κι εγώ πριν από λίγο– κυρίως για την ενδυνάμωση του αστρικού σώματος και τη σύνδεσή του με την ψυχή. Φυσικά, υπήρχαν και μαθήματα ξένων γλωσσών, με την αγγλική να έχει ορισθεί ως η επίσημη γλώσσα της Ακαδημίας. Ευτυχώς.

Κάποια στιγμή μέσα στη διάρκεια του χρόνου, καλούσουν να επιλέξεις μία εκ των τριών ειδικοτήτων ή κατευθύνσεων που υπήρχαν, έπειτα από μία επίδειξη τριών εβδομάδων. Όλες ακούγονταν ενδιαφέρουσες και εξαιρετικά χρήσιμες για τον αστρικό κόσμο. Οι Κατασκευαστές αναλάμβαναν τη δημιουργία όλων των υλικών πραγμάτων στο αστρικό πεδίο με τη χρήση της ενέργειάς τους. Οι Επιδρομείς, οι πιο άγριοι της υπόθεσης, ήταν υπεύθυνοι για την προστασία της Ακαδημίας, την εξάλειψη των κινδύνων και τον εντοπισμό νέων ψυχών, και η τρίτη ομάδα, οι Ερευνητές, αποτελούνταν από άτομα που τους άρεσε το διάβασμα, η έρευνα και η ανακάλυψη.

Δεν μπορούσα να κρύψω από τον εαυτό μου ότι οι δύο ειδικότητες μου κέντριζαν κατά πολύ το ενδιαφέρον, ενώ οι Επιδρομείς όχι και τόσο. Πάντα με ενθουσίαζαν οι περισσότερο θεωρητικές σπουδές, πράγμα που αποδεικνυόταν και από την έως τώρα κατάρτισή μου.

«Ακούγεται πολύ απαιτητική η ειδικότητα των Κατασκευαστών πάντως» σχολίασα, ενώ εισήλθαμε στον χώρο της βιβλιοθήκης.

«Είναι. Για αυτό και έχω σχεδόν αποφασίσει πως αυτό θέλω να ακολουθήσω. Είναι ένας συνδυασμός γνώσεων και ικανοτήτων. Χρειάζεται τρομερή συγκέντρωση και χρήση ενέργειας, για να φτιάξεις το παραμικρό. Πόσο μάλλον όλα αυτά» με μια μεγάλη κίνηση των χεριών του έδειξε τον χώρο που μας περιέβαλε.

Εκείνην τη στιγμή συνειδητοποίησα τα λεγόμενά του. Σε αυτό τον κόσμο τίποτα δε θεωρούνταν δεδομένο, τίποτα δεν υπήρχε a priori. Όλα έπρεπε να δημιουργηθούν από το μηδέν. Όλα όσα βρίσκονταν γύρω μου είχαν φτιαχτεί από την ενέργεια άλλων ανθρώπων που είχαν βρεθεί εκεί πριν από εμένα. Πολύ πριν από εμένα.

«Μην ανησυχείς» συμπλήρωσε «έχεις χρόνο να τα συνειδητοποιήσεις όλα σιγά σιγά, σε βαθμό που θα τα θεωρείς δεδομένα. Προς το παρόν κάθισε εδώ, μέχρι να μαζέψω όλα τα βιβλία που χρειάζεσαι».

Υπάκουσα στην εντολή του και βολεύτηκα στο κάθισμά μου, ενώ τον παρακολουθούσα σιωπηλά να περιφέρεται ανάμεσα στους διαδρόμους και να γεμίζει την αγκαλιά του με διάφορους χρησιμοποιημένους τόμους. Πότε πότε επέστρεφε και άφηνε όσα βιβλία είχε συγκεντρώσει επάνω στο τραπέζι δίπλα μου, δημιουργώντας μικρές στοίβες. Είχα ρίξει μια ματιά σε κάποια από αυτά, όμως δεν πολυκαταλάβαινα σε τι αναφέρονταν.

Ο χώρος της βιβλιοθήκης ήταν εκθαμβωτικός. Δεν είχε να ζηλέψει σε τίποτα αυτήν που είχα στο πανεπιστήμιό μου –ίσως μόνο τη σύνδεση στο διαδίκτυο–, ενώ ένιωθα πραγματικά άνετα να βρίσκομαι εκεί. Και το κυριότερο; Αποτελούνταν από βιβλία που το περιεχόμενό τους μου ήταν παντελώς άγνωστο και φυσικά διαθέσιμο για να το ανακαλύψω.

Σε λίγα λεπτά ο Ρετζινάρντο είχε τελειώσει. Ομολογουμένως έκανε όλη τη δουλειά τόσο διακριτικά, που ορισμένοι από αυτούς που μελετούσαν δε σήκωσαν καν το κεφάλι τους να δουν τι συνέβαινε γύρω τους. Με μια πρώτη ματιά η εικόνα της βιβλιοθήκης έμοιαζε εντελώς φυσιολογική. Μόνο αν παρατηρούσες πιο προσεκτικά, θα έβλεπες πως οι θαμώνες ήταν ντυμένοι με περίεργες ενδυμασίες, παρόμοιες, ενώ κάποιοι φορούσαν ιατρικές ποδιές ή μακριούς μαύρους μανδύες!

Κάθισε δίπλα μου και μου έτεινε ένα διπλωμένο χαρτί: το πρόγραμμα των μαθημάτων μου. Το κοίταξα και αυτά που αντίκρισα μου δημιούργησαν ανάμεικτα συναισθήματα. Δεν ήξερα αν ήθελα να γελάσω ή αν θα έπρεπε να φοβηθώ. Από ό,τι φαινόταν τις αμέσως επόμενες μέρες και για κάποιο χρονικό διάστημα θα έπρεπε να παρακολουθήσω θεωρητικά μαθήματα το πρώτο μισό της ημέρας μου, όπως «Ιστορία Αστρικού Κόσμου Ι: Η Απαρχή», «Ύλη και Ψυχή», «Παρασκευή Φίλτρων για Αρχάριους» και «Διανοητική Άμυνα», ενώ το δεύτερο μισό απαρτιζόταν από πρακτικά μαθήματα όπως «Σωματική Πάλη», «Γυμναστική», «Αυτοσυγκέντρωση και Αντιπερισπασμός», «Επανενεργοποίηση», «Χρήση Ενέργειας του Περιβάλλοντος Ι» και ούτω καθεξής. Παρατήρησα πως υπήρχαν προαιρετικά μαθήματα για διάφορες γλώσσες· λογικό, αφού δε γνώριζαν όλοι αγγλικά ερχόμενοι στην Ακαδημία. Είχα σαστίσει. Και παραπονιόμουν για την Ιστορία και τη Γεωγραφία όταν ήμουν στο σχολείο.

«Μη φρικάρεις» είπε γελώντας με τη γελοία έκφραση που κατά πάσα πιθανότητα είχε απλωθεί στο πρόσωπό μου. «Τα περισσότερα θα τα λατρέψεις. Ξέρεις, στο αστρικό πεδίο είναι σαν να είσαι μάγος. Ελέγχεις την ύλη, κάνεις ενεργειακά ξόρκια, εκμεταλλεύεσαι δυνάμεις που ούτε στη φαντασία σου δε θα μπορούσες. Αν εξαιρέσεις τους κινδύνους, είναι γαμάτα εδώ».

«Για αυτό μένεις;»

Ο τόνος μου ήταν ελαφρώς επικριτικός, κάτι που δεν πρόλαβα να καλύψω επαρκώς. Όσο ιδανικά και αν ήταν τα πράγματα στο αστρικό πεδίο, όση δύναμη και να αποκτούσα, δε θα έμενα στιγμή παραπάνω, αφήνοντας τον τόπο μου και τους ανθρώπους που αγαπούσα πίσω. Εκείνος συνοφρυώθηκε στιγμιαία με την αλλαγή στη διάθεσή μου.

«Βρίσκομαι αρκετό καιρό εδώ και, εκτός από το ότι οι δικοί μου δε θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να με κρατήσουν σε μηχανική υποστήριξη, παραδοσιακά είναι και υποστηρικτές της αποτέφρωσης. Δε νομίζω να περιμένουν πια πως θα ξυπνήσω. Μικρές τεχνικές λεπτομέρειες» ανασήκωσε τους ώμους του. «Περισσότερο μένω για το φίλτρο με γεύση μπίρας».

Η συνειδητοποίηση όσων νοούνταν πίσω από τα λεγόμενά του με σόκαρε. Όσο μεγαλύτερο διάστημα απουσίαζα, τόσο πιο πολύ ρίσκαρα οι δικοί μου άνθρωποι να με θεωρήσουν χαμένη υπόθεση. Δε θα αποτέφρωναν το σώμα μου, όμως μπορεί να με έθαβαν. Τι νόημα θα είχε να επιστρέψω, αν βρισκόμουν δέκα μέτρα κάτω από το χώμα;

Ηρέμησε. Η Κρις ξέρει. Δε θα αφήσει κανέναν να σε πειράξει.

Παρηγορήθηκα στη σκέψη της φίλης μου. Σίγουρα η Κρις θα προσπαθούσε να κερδίσει όσο περισσότερο χρόνο μπορούσε, ελπίζοντας πως θα επιστρέψω. Πόσο όμως; Αν το σώμα μου έμοιαζε νεκρό, όσο ανεπτυγμένες ικανότητες πειθούς και αν είχε –που είχε!– δε θα μπορούσε να κάνει θαύματα. Κάποια στιγμή θα έχανε τον αγώνα.

Αποφάσισα να επιστρέψω στον Ρετζινάρντο. Από τα λεγόμενά του μπορούσα να καταλάβω πως τον πονούσε που οι άνθρωποί του είχαν αποφασίσει να πάνε παρακάτω, δίχως εκείνον, όμως χρησιμοποιούσε το χιούμορ για άμυνα. Αυτόματα ένιωσα μια ακόμα μεγαλύτερη συμπάθεια για αυτό το αγόρι μέσα μου. Ήταν τόσο εύστροφος και ευχάριστος, όλη την ώρα χαμογελαστός, όμως να που κάπου βαθιά έκρυβε έναν πόνο, μεγαλύτερο από κάθε αστείο του. Ήταν καταπληκτικός.

Του χαμογέλασα και αποφάσισα να συνεχίσω το πείραγμα.

«Είσαι σίγουρος πως έμεινες για το φίλτρο και όχι για την Άντρεα;»

Ξαφνιάστηκε. Τα γουρλωμένα μάτια του το μαρτύρησαν αμέσως, παρότι προσπάθησε να το κρύψει.

«Τι εννοείς; Γιατί να μείνω για την Άντρεα;» ο τόνος του ήταν επιτηδευμένα αδιάφορος. «Είμαστε καλοί φίλοι, αλλά όχι και τόσο ώστε να κάνω μια τέτοια θυσία».

«Για αυτό τα μάτια σου λάμπουν μόλις μπαίνει στο οπτικό σου πεδίο;» τον πείραξα.

Παρέμεινε σκεπτικός για λίγο, σμίγοντας τα χείλη του.

«Τι είσαι; Ντετέκτιβ;»

«Ψυχολόγος» χαμογέλασα, ενισχύοντας τα λεγόμενά μου.

«Α».

Δεν είχα την παραμικρή ιδέα για ποιο λόγο ήμουν τόσο ανοιχτή μαζί του. Δε συνήθιζα να πειράζω τους γύρω μου για τα συναισθήματά τους, ακόμη και αν ήξερα τι ένιωθαν, πριν το αντιληφθούν και οι ίδιοι. Ο Ρέτζι με έκανε να νιώθω πως βρισκόμουν με έναν παιδικό μου φίλο –όχι τον φανταστικό, τον κανονικό– και, παρόλο που τον γνώριζα πολύ λίγο, τον εμπιστευόμουν αρκετά.

«Μάλιστα. Αν το κατάλαβες από την πρώτη μας συνάντηση, φαντάσου οι άλλοι τι ξέρουν».

«Δεν είναι απαραίτητο. Εγώ απλώς σε έπιασα σε μια στιγμή αδυναμίας. Εξάλλου, φαίνεται πως μπορείς να κρύβεις πολύ καλά όσα νιώθεις».

«Ευτυχώς» σχολίασε ανακουφισμένος. «Ώρα να σε πάω για ξεκούραση όμως».

Κάτι μου έλεγε πως δεν ήθελε να συνεχίσουμε αυτή την κουβέντα.

Με συνόδευσε ως το δωμάτιό μου και εγώ δεν απομνημόνευσα τίποτα από όλη τη διαδρομή. Θα μου έπαιρνε πολύ καιρό να προσανατολιστώ σε αυτό το μέρος. Πιθανότατα δε θα προλάβαινα να μάθω όλα τα μέρη, καθώς θα έφευγα το συντομότερο δυνατό από εκεί μέσα.

Λίγο πριν αποχωρήσει και, αφού τοποθετήσαμε τα βιβλία μου στη βιβλιοθήκη, με προσκάλεσε το βράδυ στο εντευκτήριο της Ακαδημίας. Προσπάθησα να αρνηθώ ευγενικά, όμως ήταν πολύ καλός στο να παίρνει αυτό που ήθελε.

«Αν μου έχεις την παραμικρή εμπιστοσύνη, θα δεις ότι θα περάσουμε τέλεια. Απλώς έλα».

Η αλήθεια ήταν πως ντρεπόμουν αρκετά να συναντήσω ένα μάτσο αγνώστους, ακόμη και αν ήταν φίλοι δικοί του, και να μην μπορώ να δώσω το χέρι μου ούτε για χειραψία, αλλά δεν ήθελα να νομίσει ο Ρέτζι πως δεν τον συμπαθούσα. Γιατί όντως τον είχα εκτιμήσει ήδη πάρα πολύ. Συνήθως έκρινα τους ανθρώπους από τα πρώτα λεπτά της γνωριμίας μας και σχημάτιζα μια γνώμη που δεν άλλαζε εύκολα. Δεν ήμουν κακοπροαίρετος άνθρωπος, αλλά το ένστικτό μου τις περισσότερες φορές δεν έκανε λάθος.

Δέχτηκα την πρότασή του.

«Μόνο πρόσεχε μη χαθείς στον δρόμο» είπε χαριτολογώντας.

«Αυτό είναι ένα θέμα. Θα προσπαθήσω».

«Να μείνω ήσυχος ότι θα έρθεις;» ρώτησε καθώς έβγαινε από το δωμάτιό μου.

Ένευσα καταφατικά και τον αποχαιρέτισα. Και παρόλο που δεν είχα κάνει και πολλά πράγματα εκείνη την ημέρα, ένιωθα έτοιμη να καταρρεύσω και το κρεβάτι μου μου φαινόταν πιο θελκτικό από ποτέ. Ξάπλωσα και έκλεισα τα μάτια μου, έτοιμη να αφεθώ στην αγκαλιά του Μορφέα, όταν ονειρεύτηκα ξανά πως βρισκόμουν πίσω στο σπίτι μου.

Αυτήν τη φορά ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου και κοιτούσα το ταβάνι, όταν το χτύπημα της πόρτας με έβγαλε από την ενδιαφέρουσα για κάποιο λόγο ονειροπόλησή μου.

«Φύγε!» φώναξα απότομα, ενώ δεν έδειχνα καμία προθυμία να σηκωθώ.

«Ναντίν» ακούστηκε η σιγανή φωνή της μητέρας μου και ένα έντονο σφίξιμο στην καρδιά ήταν η δική μου αντίδραση. Ο τόνος της έμοιαζε σαν να δίσταζε. «Πρέπει να φας κάτι πια. Άνοιξέ μου, σου έχω φέρει κρουασάν».

Κρουασάν! Κάτι μέσα μου έσπασε και μόνο στη σκέψη του. Μπορεί να ήταν όνειρο, αλλά ένιωσα το σώμα μου να το λιγουρεύεται ασύστολα. Ο εαυτός μου στο όνειρο όμως είχε άλλη άποψη.

«Δεν πεινάω, σου είπα. Όταν πεινάσω, θα φάω».

Ήμουν απότομη χωρίς προφανή λόγο και η αλήθεια ήταν πως σπάνια μιλούσα έτσι στη μητέρα μου. Ο τόσο πρόωρος χαμός του πατέρα μου είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσουμε ένα διαφορετικό και πιο δυνατό δέσιμο. Καταλαβαίναμε πολύ καλά η μία την άλλη και οι φορές που μαλώναμε ήταν μετρημένες στα δάχτυλα.

Λίγο αργότερα η μητέρα μου παράτησε την προσπάθεια της σίτισής μου και εγώ συνέχισα τον ύπνο μου χωρίς να έχω άλλα περίεργα όνειρα.

 

Ξύπνησα ξανά με αυτήν τη χαρακτηριστική αίσθηση στο στομάχι, αυτό το απαίσιο κενό που δημιουργείται από την έλλειψη των ανθρώπων που αγαπάς και από την ανάγκη σου να επικοινωνήσεις μαζί τους, να τους δείξεις πως είσαι καλά… Όσο καλά ήμουν τέλος πάντων. Τουλάχιστον ήμουν ζωντανή, σύμφωνα με τα λεγόμενα όλων. Φυσικά και οι τρελοί δεν παραδέχονται πως είναι τρελοί, όμως στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο με συνέφερε πολύ περισσότερο να θεωρήσω πως είχαν δίκιο, παρά να αμφιβάλλω και για αυτό. Ό,τι και να ίσχυε, ήμουν κολλημένη κάπου που δεν ήθελα να βρίσκομαι και έπρεπε πάση θυσία να βρω τρόπο να φύγω από εκεί. Και ο μοναδικός τρόπος ήταν να δυναμώσω και να γίνω καλύτερη στα πάντα· ευκολάκι!

Σηκώθηκα από το κρεβάτι σχεδόν το ίδιο κουρασμένη με όταν ξάπλωσα σε αυτό. Είχα δώσει όμως μια υπόσχεση στον Ρέτζι και σκόπευα να την τηρήσω. Ντύθηκα γρήγορα και έστρωσα τα μαλλιά μου με λίγο νερό. Τοποθέτησα τον χάρτη στο κρεβάτι μου και έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά. Προσανατολίστηκα βάσει των δύο χώρων που γνώριζα μέχρι στιγμής, το δωμάτιό μου και την αίθουσα προπόνησης, και συνειδητοποίησα πως το εντευκτήριο βρισκόταν στον ίδιο διάδρομο με τη δεύτερη, μόνο πολύ πιο κάτω.

Αφού μέτρησα μία τελευταία φορά τους διαδρόμους, σηκώθηκα αποφασισμένη και έτοιμη να φύγω. Κοίταξα τον χάρτη στο κρεβάτι μου, όμως τελευταία στιγμή η εμπιστοσύνη στον εαυτό μου κλονίστηκε. Τον άρπαξα βιαστικά, λες και φοβόμουν μήπως με έβλεπε κανείς, τον δίπλωσα και τον έβαλα στην τσέπη του παντελονιού μου.

Μετά από μία σύντομη και πετυχημένη περιπλάνηση έφτασα στο εντευκτήριο της Ακαδημίας, έχοντας καταλήξει πως οι ενδυμασίες που κυριαρχούσαν ήταν τέσσερις: η επίσημη και η ανεπίσημη ένδυση, κάποιοι τύποι που περιφέρονταν λες και βρίσκονταν σε νοσοκομείο ή ερευνητικό κέντρο και οι τελευταίοι που φορούσαν τους μανδύες. Καινούρια, επιπρόσθετη ανακάλυψη; Είχαν και κουκούλα!

Άνοιξα την πόρτα και αντίκρισα πολλούς συμμαθητές μου να κάθονται ήδη στις θέσεις ενός αυτοσχέδιου θεάτρου, αναμεμειγμένους με άτομα που δεν είχα ξαναδεί. Πήρα μια βαθιά ανάσα, ώστε να συνειδητοποιήσω την πληθώρα του κόσμου και με αργά, διστακτικά βήματα μπήκα στην αίθουσα. Εντόπισα μερικές γνωστές φυσιογνωμίες από την πρωινή προπόνηση, όμως κάθισα σε μία σχετικά απομονωμένη θέση στην τελευταία σειρά από τις καρέκλες, περιμένοντας στωικά τη συνέχεια. Ο τόνος του Ρέτζι υποδείκνυε πως δεν έπρεπε να το χάσω, οπότε σίγουρα θα ήταν κάτι καλό. Ήλπιζα τουλάχιστον.

Είχα αρχίζει να απελπίζομαι, καθώς η ώρα περνούσε και η παράσταση δεν ξεκινούσε, πράγμα που σήμαινε πως ο κόσμος είχε αρχίσει να κοινωνικοποιείται και ήταν πολύ πιθανό να έρθει κάποιος και προς το μέρος μου. Παρότι δεν ήμουν ποτέ τόσο αντικοινωνική, δεν ήθελα να συναναστραφώ καινούριο κόσμο. Η πνευματική μου κατάσταση δεν ήταν και στα καλύτερά της. Ευτυχώς, λίγα δευτερόλεπτα πριν το άγχος μου ανέβει σε επικίνδυνα επίπεδα, εμφανίστηκαν στο κέντρο της «σκηνής» δύο φιγούρες. Ήταν ο Ρετζινάρντο με μία κοπέλα που είχα σίγουρα συναντήσει τις προηγούμενες ώρες, όμως… ήταν φαντάσματα.

Όχι περιπλανώμενες-ψυχές-με-σεντόνι φαντάσματα. Όμως η μορφή τους ήταν τόσο διάφανη που έβλεπες κανονικά από μέσα τους. Ήταν ντυμένοι με ρούχα από μιαν άλλη εποχή και, αφού χαιρέτησαν το κοινό τους, ξεκίνησαν την παράσταση. Δε μου πήρε πολύ να αντιληφθώ πως έπαιζαν μια διασκευή της γνωστής ταινίας του «Τιτανικού», όμως μπορούσα να παραδεχτώ πως οι υποκριτικές τους ικανότητές ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία μου. Όταν κύλησε το πρώτο μου δάκρυ, δεν υπήρχε γυρισμός.

Η αλήθεια είναι πως όντως ήταν συγκινητικά όσα εκτυλίσσονταν μπροστά μου, όμως από ένα σημείο και έπειτα δεν ήξερα για τι από όλα έκλαιγα: για την υπόθεση του θεατρικού, για την κατάστασή μου, για την οικογένειά μου; Ίσως για όλα. Τόσες ώρες είχα σταθεί στα πόδια μου, δεχόμενη τη μία πληροφορία μετά την άλλη, ώσπου μία μικρή σπίθα ήταν ικανή να τροφοδοτήσει ένα τέτοιο ξέσπασμα μέσα μου. Το καλό ήταν πως όλοι πίστευαν πως με έχει επηρεάσει η θεατρική χημεία των δύο παιδιών, μιας και πολλοί ήταν αυτοί που έκλαιγαν, ακόμα και περισσότερο από εμένα, εξαιτίας τους.

Η παράσταση τελείωσε, ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος και ξέσπασε σε χειροκροτήματα και εγώ άφησα για λίγο τον εαυτό μου και τα προβλήματά του στην άκρη, προσπαθώντας να φανώ χαρούμενη. Εξάλλου ήταν τέλεια. Μόνο στο τέλος συνειδητοποίησα πώς ακριβώς «δούλεψε»: ο Ρετζινάρντο και η συμπρωταγωνίστριά του βρίσκονταν πίσω από το παραβάν και εμείς παρακολουθούσαμε ένα επιτηδευμένο ενεργειακό αποτύπωμα. Είχαν δημιουργήσει μαριονέτες, τις οποίες χειραγωγούσαν με τη δική τους ενέργεια. Κράτησα με το ζόρι το στόμα μου από το να χάσκει ανοιχτό, ενώ ο Ρετζινάρντο κατέβηκε από τη σκηνή μετά τη βαθιά υπόκλισή του και ήρθε προς το μέρος μου χαιρετώντας διάφορους ανθρώπους στην πορεία. Θα περίμενε κανείς πως θα είχε εξαντληθεί από τη δαπάνη ενέργειας, όμως κάθε άλλο, ακτινοβολούσε ενθουσιασμένος. Μάλλον έπαιζε ρόλο το ότι βρισκόταν αρκετά περισσότερο καιρό στην Ακαδημία.

Σιγά σιγά όλοι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και άρχισαν να τοποθετούν τις καρέκλες και τις πολυθρόνες εκεί που βρίσκονταν πριν τις μετακινήσουν. Ο χώρος γρήγορα άρχισε να μοιάζει πιο φυσιολογικός. Εγώ από την άλλη άφησα τη δική μου καρέκλα στη μοίρα της, καθώς δεν είχα ιδέα ποια ήταν η θέση της και, αφού πήρα λίγες ανάσες, για να αισθανθώ καλύτερα, χαιρέτισα τον φίλο μου.

«Τι πρέπει να κάνει κάποιος για να πάρει αυτόγραφο;» τον πείραξα.

«Αν θέλεις στο μπράτσο σου ή κάπου πιο ιδιαίτερα, το συζητάμε. Συμβατικά αυτόγραφα δε δίνω» αντιγύρισε χαμογελώντας.

Φαινόταν τόσο πλήρης και χαρούμενος, που μετέδωσε και σε εμένα ένα κύμα ενθουσιασμού. Δεν μπορούσα να είμαι άκεφη δίπλα του. Ο άνθρωπος έλαμπε. Ήταν η χαρά της ζωής.

Ξαφνικά άρπαξε μια γυναικεία φιγούρα που περνούσε από δίπλα του και, αφού τη στριφογύρισε με τα χέρια του, την έφερε στην αγκαλιά του, στρέφοντάς τη προς τη μεριά μου. Ήταν η συμπρωταγωνίστριά του, μια κοπέλα που έμοιαζε να είναι στην ηλικία μου, ίσως και ελάχιστα μεγαλύτερη.

«Να σου συστήσω τη μούσα μου. Την καλύτερη συνεργάτιδα. Την πιο όμορφη και γλυκιά και ευγενική ψυχή. Ρεγγίνα Κινγκ».

Η κοπέλα χαμογέλασε, απομάκρυνε τα ολόμαυρα μαλλιά που είχαν μπλεχτεί στο πρόσωπό της από τις συντονισμένες κινήσεις του και ετοιμάστηκε να απαντήσει. Όμως ο Ρετζινάρντο έκανε σε κλάσματα του δευτερολέπτου κάτι που θα θυμάμαι για πάντα: τη στιγμή που συνειδητοποίησε πως η Ρεγγίνα έτεινε το χέρι της προς το μέρος μου, το έπιασε διακριτικά και το κράτησε κοντά του, συμπληρώνοντας την αγκαλιά τους. Η κοπέλα θεώρησε πως ήταν μία από τις κλασικές κινήσεις του και εγώ ξαφνικά πλημμύρισα από ευγνωμοσύνη για το πρόσωπό του. Εκείνη ήταν η στιγμή που οι ματιές μας διασταυρώθηκαν και σιωπηλά ανταλλάξαμε το πρώτο συνωμοτικό μας βλέμμα.

Αγγελίνα Παπαδημητρίου