Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

20.11.20

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 7)

Δεν υπήρχε τίποτε. Καμία πληγή. Καθόλου αίμα. Ούτε μια γρατζουνιά. Μόνο που η μπλούζα του είχε σχιστεί. Μα το δέρμα του παρέμενε… ανέγγιχτο. Έβγαλε ένα απαξιωτικό επιφώνημα και ετοιμάστηκε για το κήρυγμα που θα έκανε στην κοπέλα για να μάθει να χρησιμοποιεί παιχνίδια, ενώ έπρεπε να προπονείται με τα συνηθισμένα της όπλα, μόνο για να σηκώσει το κεφάλι και να παγώσει στη θέση του.

Ο ήλιος έφεγγε πάνω από την αρένα. Ήταν ένας από τους λόγους που οι ημίθεοι το έβρισκαν δύσκολο να εξασκηθούν μες’ το μεσημέρι. Παντού γύρω του το κράμα μετάλλου από όπου ήταν φτιαγμένα τα σπαθιά των παιδιών γυάλιζε και τον στράβωνε. Και εκεί, ακριβώς μπροστά του, το σπαθί της Κέννα έστεκε ακόμα στο χέρι της, να λάμπει κοκκινωπό, όπως έλαμπαν τα ξίφη που είχε φτιάξει ο Ήφαιστος για τους ημίθεους. Λεπίδες που ήταν φτιαγμένες να σκοτώνουν το… είδος του.

Ήχοι από οπλές ακούστηκαν να πλησιάζουν και γύρισε να δει. Ο Χείρωνας ήταν εκεί, μαζί με τα πουλάρια του και εκείνη την ξιπασμένη κατσίκα, τον Ντίακ. Το στόμα του είχε στεγνώσει. Σήκωσε το ερωτηματικό του βλέμμα πάνω τους, ελπίζοντας να διαβάσει κάτι στα πρόσωπά τους που θα του επιβεβαίωνε πως όλα ήταν στη φαντασία του, ένα κακόγουστο αστείο, όπως εκείνα που του έκαναν οι φύλακες στα Τάρταρα. Ότι δε σήμαινε εκείνο που είχε καταλάβει.

«Εντάξει». Πήρε μια απότομη ανάσα. Το γέλιο που βγήκε από το στόμα του ήταν πικρό. «Καλό. Ωραίο το αστείο σας, παίδες. Το παραδέχομαι πως παραλίγο να το χάψω. Χαχα».

Ο λαιμός του τον έκαιγε όσο συνέχιζε να πιέζεται για να γελάσει και έφερε το ελεύθερο χέρι του στο μέτωπο, θάβοντας τα δάκτυλά του στις ρίζες των μαλλιών του και τραβώντας τόσο που πονούσε. Το άλλο του χέρι παρέμενε στο στομάχι του, αρνούμενο να αφήσει το σημείο.

Κανείς δεν του απαντούσε. Οι υπόλοιποι διδάσκοντες κοιτούσαν άβολα το έδαφος, αποφεύγοντας το βλέμμα του. Τόσο αστείο… Όλα φάνταζαν τόσο αστεία εκείνη τη στιγμή που μπορούσε να γελάει μέχρι να πεθάνει. Κι όμως… Γιατί τον φαγούριζε τόσο ο λαιμός του, γιατί τον έκαιγε η ανάσα του; Ο Χείρωνας ήξερε τα πάντα, τον είδε τη μέρα που η Κητώ τον ξέβρασε σε αυτόν τον κόσμο. Τότε γιατί δεν τον διαβεβαίωναν πως η πλάκα είχε τελειώσει;

Ξεφύσησε και πνίγηκε όταν τα υστερικά του γέλια σταμάτησαν βίαια. Ο Χείρων ήξερε τα πάντα… Είχε δει τη μάνα του στην εξορία της. Γιατί; Γιατί δεν του έλεγε πως είχε γίνει παρεξήγηση;

Το πρόσωπό του ζάρωσε με αγωνία. Δεν είχε αφήσει αυτή την έκφραση να φανεί από τότε που η θετή του μάνα είχε γυρίσει σπίτι, λιώμα από τη χρήση, με έναν άνδρα σε παρόμοια κατάσταση, που φαινόταν να έχει αδυναμία στα μικρά αγοράκια. Εκείνη τον είχε δείρει που δε συνεργαζόταν και μετά τον άφησε μόνο στο δωμάτιο με τον πελάτη της. Είχε σταθεί τυχερός που ο τελευταίος είχε πιει τόσο που έπεσε σε λήθαργο, σχεδόν αμέσως αφού εκείνη βγήκε από το δωμάτιο. Αλλά για το υπόλοιπο της νύχτας, μέχρι το πρωί να του δώσει τη δικαιολογία που χρειαζόταν για να φύγει από το σπίτι, δήθεν και καλά για να πάει στο σχολείο, ο εξάχρονος Κάιλ πίεζε την πλάτη του όλο και πιο μέσα στον τοίχο, μην παίρνοντας στιγμή τα μάτια του από τον τύπο που ροχάλιζε, με τη μύτη του κόκκινη από το κλάμα και με τη μικροσκοπική του μπουνιά στο στόμα, για να πνίγει τα αναφιλητά του.

Είχε ορκιστεί στον εαυτό του εκείνη την απαίσια μέρα πως δε θα άφηνε κανέναν να δει εκείνη την έκφραση ξανά. Δε θα άφηνε ποτέ κανέναν να τον περάσει για αδύναμο, ή ευάλωτο. Και χρόνια μετά, απλά και μόνο επειδή είχε γεννηθεί, οι Ολύμπιοι τον είχαν αρπάξει και τον είχαν κλείσει στο καινούριο του «σπίτι», πληροφορώντας τον για το αίμα που κυλούσε στις φλέβες του και τι αυτό σήμαινε για εκείνους. Αυτό ήταν που τον κρατούσε δεμένο με τη λογική. Παρά τον όσο πόνο, συναισθηματικό και σωματικό, μπορούσε να στηρίζεται στην αυτοσυγκράτησή του που δε θα έσπαγε. Να φαίνεται πάντα αδιάφορος στα πολλαπλά τραύματα, σωματικά και μη. Του έδινε δύναμη να ξέρει πως οι φύλακες τον έβλεπαν με φόβο.

Αλλά τώρα εκείνη η έκφραση φαινόταν πάλι. Το ήξερε. Είχε απομνημονεύσει το πώς ένιωθαν οι μύες του. Εκείνο το πρόσωπο… Ο εξάχρονος Κάιλ κοιτούσε μέσα από τα μάτια του ενήλικου εαυτού του. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν μόνος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με έναν αποκοιμισμένο μπεκρή. Τώρα βρισκόταν σε μια ηλιόλουστη αρένα, εκτεθειμένος σε χιλιάδες μάτια, όλοι τους εκεί για να δουν, να κρίνουν, να χλευάσουν.

«Είμαι ένα θαλάσσιο τέρας» είπε αργά, κάνοντας βήματα προς τα πίσω για να απομακρυνθεί. Μακριά από τα σοκαρισμένα τους μάτια και τον οίκτο που απεικόνιζαν. Ήταν ένα θαλάσσιο τέρας. Ένα. Θαλάσσιο. Τέρας. Έτσι του είχαν πει. Αυτός ήταν ο λόγος που τον φυλάκισαν εξ’ αρχής.

Κοίταξε την κόρη του Άδη, που είχε κάνει μερικά βήματα πιο κοντά του. Ακόμα και εκείνη κοιτούσε παγωμένη, μα δεν τον κοίταζε στα μάτια. Κοιτούσε κάτι στο στήθος του. Ακολούθησε το βλέμμα της, βγάζοντας ακόμη έναν λυγμό αφού πίσω από το ύφασμα φωσφόριζε ένα σύμβολο που έμοιαζε με φάλαινα που πάλευε με τα κύματα. Το φως έγινε πιο δυνατό για λίγο, η σκούρα μπλε του αύρα ερχόταν σε αντίθεση με τις φωτεινές μεσημεριανές ακτίνες, προτού ξεθωριάσει και χαθεί.

«Κάιλ» ο Κάρυστος βημάτισε με προσοχή προς το μέρος του, σαν να φοβόταν πως ο εκπαιδευτής θα έφευγε σαν κυνηγημένο ζώο -και για να λέμε την αλήθεια, αυτό ήθελε να κάνει. «Σε έχουν… αναγνωρίσει».

«Φυσικά και με έχουν αναγνωρίσει, ηλίθιε» τραβήχτηκε πίσω με τη φωνή του μια οκτάβα πιο ψιλή. «Με αναγνώρισαν χρόνια πριν, αλλιώς δε θα με έβρισκαν και δε θα με έκλειναν σε εκείνο το κελί!»

«Κελί;» άκουσε την πριγκίπισσα του κάτω κόσμου να απορεί.

«Δεν εννοώ αυτό!» Αυτή τη φορά ο γιός του Χείρωνα ήταν αποφασισμένος να τον κάνει να καταλάβει, μιας και το δικό του πρόσωπο συνήλθε από το σοκ. «Αναγνωρισμένος, Κάιλ, ως ημίθεος. Όπως τα παιδιά» έδειξε το πλήθος πίσω του.

«Είναι μισοί θνητοί, Κάρυστε!» φώναξε συνεχίζοντας να κάνει πίσω, νιώθοντας σχεδόν την ψυχή του και όλα όσα ήξερε να καταρρέουν με κάθε λεπτό που περνούσε. «Εγώ είμαι τέρας».

«Γαμώτο, Κάιλ! Τι δεν καταλαβαίνεις; Κάθε τέρας θα είχε πεθάνει ακόμα και με μια γρατζουνιά από τα όπλα του Ηφαίστου! Τα τέρατα δεν επιζούν από αυτά τα χτυπήματα! Κοίτα το ρημάδι το στομάχι σου και πες μου πως βλέπεις πληγή να αιμορραγεί! Σε προκαλώ!» Ο Κάρυστος ήταν έξαλλος. Η κοπέλα του έκανε να τον πλησιάσει, μα με μια κίνηση του χεριού του τη σταμάτησε. Αυτό ήταν ανάμεσά τους. Θα τον έκανε να δει… τι ακριβώς;

Ο Κάιλ συνέχιζε να κοιτάζει τους υπόλοιπους θεατές, σαν να τον είχαν βάλει στη γωνία και ήταν έτοιμοι να του επιτεθούν. Δεν μπορούσε να σκεφτεί λογικά, δεν μπορούσε καν να αναπνεύσει κανονικά. Ο κόσμος του είχε γυρίσει τούμπα και εισέπνεε υπερβολικά λίγο αέρα. Ήταν πάντοτε μαιτρ στις κυνικές λέξεις και τις προκλητικές πράξεις. Μα εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχαν λέξεις που ίσως να έσωζαν την ψυχή του που ράγιζε, ούτε όπλα να τον προστατεύσουν από τις ματιές που γκρέμιζαν τις άμυνες που τόσα χρόνια έχτιζε.

Μη με κοιτάτε. Μη. Με. Κοιτάτε! ήθελε να ουρλιάξει.

«Είμαι ένα θαλάσσιο τέρας» επανέλαβε προσπαθώντας να πείσει τους κατασκηνωτές, τους διδάσκοντες, τον εαυτό του, ακόμα και τους γαμημένους τους Θεούς εκεί πάνω!

«Είμαι ο γιος της Κητούς, της μητέρας των θαλάσσιων τεράτων και με τη σειρά μου, είμαι και εγώ ένα τέρας με ανθρώπινη μορφή».

Προχώρησε με πείσμα μπροστά, με κατεύθυνση το δάσος και όλοι τους άνοιξαν δρόμο για να περάσει. Ναι, το δάσος θα τον αγκάλιαζε.

«Κάιλ!» άκουσε τον Κάρυστο να του φωνάζει, μα δεν υπήρχε περίπτωση να επέστρεφε εκεί πέρα.

«Άντε γαμήσου» απάντησε και συνέχισε να απομακρύνεται.

«Τι μαλάκας που είσαι» είπε ο Ροξάν, ενώ σφαλιάρισε τον νεαρό κένταυρο. Μα πώς μπορούσε να είναι τόσο βλάκας; Ο Κάιλ ήταν πληγωμένος και το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει τα πράγματα χειρότερα.

«Δε φταίω εγώ που νόμιζε πως είναι τέρας». Εκείνη έσφιξε τα δόντια για να μην τον βρίσει. Ήξερε πολύ καλά τι έκαναν οι Ολύμπιοι στα τέρατα και ήταν σίγουρη πως ο Κάιλ δεν αποτελούσε εξαίρεση.

«Ποιοι είναι τα τέρατα τώρα;» αρκέστηκε να πει και ακολούθησε τα βήματά του, τρέχοντας να τον φτάσει.

Ο Χείρωνας σταμάτησε τον γιό του που ήταν έτοιμος να την ακολουθήσει, κρατώντας τον από τον ώμο.

«Άφησέ τους, γιε μου. Υπάρχουν φορές που χρειάζεται κανείς να μείνει μόνος. Γύρνα στο μάθημά σου και δώσε του λίγο χρόνο. Δεν είναι εύκολο αυτό που περνάει».

«Μα η Ροξάν…»

«Η Ροξάν ξέρει πώς να το χειριστεί. Εσύ όχι» του απάντησε η Κάσι και ο Χείρωνας έδιωξε το πλήθος από το σημείο. Καινούριες φωτιές του είχαν ανάψει πάλι οι Ολύμπιοι.

***

Τον βρήκε στη μέση του δάσους, να επιτίθεται σε ένα αθώο δέντρο με τις γροθιές του. Πήρε ένα λεπτό για να ηρεμήσει την αναπνοή της και τον πλησίασε.

«Ωραίο το σόου εκεί πίσω, ε;»

Ο άνδρας σταμάτησε, η γροθιά του πάγωσε στον αέρα πριν το επόμενο θυμωμένο χτύπημα στον ματωμένο κορμό. Κατέβασε το χέρι του αργά, μα τα δάκτυλά του παρέμειναν σφιγμένα, οι κόμποι των χεριών του λερωμένοι με το βαθύ κόκκινο υγρό. Η πλάτη του δε χαλάρωσε, καθώς γρύλισε χωρίς να την κοιτάζει.

«Είμαι λίγο απασχολημένος τώρα, πριγκίπισσα. Ίσως να θέλεις να επιστρέψεις αργότερα» μούγκρισε.

«Απασχολημένος με τι; Να χτυπάς ένα αθώο δέντρο; Έλα τώρα, δε χρειάζεσαι μια πραγματική μάχη;» Έκανε ακόμα ένα βήμα πιο κοντά του. Ήταν πληγωμένος, το ήξερε. Είχε βρεθεί στη θέση του. Μα κανένας δεν ήταν εκεί για εκείνη. Δεν ήθελε κανείς να περάσει την ίδια μοναξιά που είχε νιώσει τότε.

Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε επιτέλους να την κοιτάξει. Τα μάτια του ήταν κενά και κόκκινα -ένα κόκκινο που προερχόταν από το έντονο τρίψιμο. Της έστειλε ένα χλευαστικό χαμόγελο, ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του, ωθώντας ανεπαίσθητα τον καβάλο του προς το μέρος της. Η φωνή του ακούστηκε κρύα και απόκοσμη.

«Τόσο πεινασμένη για ένα τέρας, γλύκα; Όπως βλέπεις δεν είμαι στην καλύτερη κατάσταση, μα θα δω τι μπορώ να κάνω για την κόρη ενός από τους μεγάλους τρεις. Στο κάτω κάτω πρέπει να είσαι κάτι σαν διασημότητα εδώ πέρα. Δε θα θέλαμε ο αγαπημένος μας μπαμπάκας να θυμώσει που αφήσαμε το κοριτσάκι του στα κρύα του λουτρού, ε;»

Τον κοίταξε προσπαθώντας να συγκρατηθεί. Περίμενε να της επιτεθεί, όμως όχι με αυτόν τον τρόπο. Αλλά η Ροξάν δεν μπορούσε να αφήσει τα σχόλιά του να την επηρεάσουν. Ήταν εκεί για συγκεκριμένο λόγο. Ήταν εκεί για να βοηθήσει.

«Τέρας;» ρώτησε ειρωνικά. «Δεν πιστεύω στα τέρατα, Κάιλ. Αυτά είναι ιστορίες για τα άτακτα παιδιά. Φωνάζουν και εμένα τέρας. Και θα ήμουν ένα, αν τους άκουγα»

Ένα κοφτό γέλιο ξέφυγε από τα χείλη του, καθώς την κοιτούσε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Δεν την πίστευε, το έβλεπε στα μάτια του. Μα δε θα τα παρατούσε. Μπορούσε να βοηθήσει και θα το έκανε, είτε του άρεσε, είτε όχι.

«Δε χρειάζεται να με πιστέψεις και δεν περιμένω να το κάνεις, ούτε ήρθα εδώ για να μιλήσω για τον εαυτό μου. Αλλά πραγματικά ξέρω πως είναι να είσαι στο περιθώριο. Πώς είναι όλοι να εύχονται να πέθαινες ή ακόμα καλύτερα να μην είχες καν γεννηθεί. Πώς σε διαλύει να σου λένε κάποιοι να κάνεις μια χάρη στην ανθρωπότητα και να απαλλάξεις αυτόν τον κόσμο από την παρουσία σου και εσύ, για μια στιγμή ή και περισσότερο, να το σκέφτεσαι». Κάτι έμοιαζε να γυαλίζει στα μάτια της καθώς κοκκίνιζαν λιγάκι. Πίεσε τον εαυτό της να μην κλάψει, μα καθώς οι αναμνήσεις έπαιζαν σαν παλιά ταινία στο μυαλό της, αδυνατούσε να μείνει εντελώς ανέκφραστη.

Ένας αναστεναγμός επανέφερε την προσοχή της στον Κάιλ. Φαινόταν να έχει χάσει πια την παγωνιά του, μα μέσα του συνέχιζε να παλεύει. «Εγώ… Χρειάζομαι λίγο χρόνο να σκεφτώ. Οπότε απλά... Άσε με μόνο για την ώρα».

Έκανε να φύγει, μα άκουσε ένα κλαδί να σπάζει και παρέμεινε εκεί. Αφουγκράστηκε το περιβάλλον γύρω του και με σταθερά και προσεκτικά βήματα έφτασε δίπλα της, μυρίζοντας τον αέρα. «Μην. Κουνιέσαι» ψιθύρισε στο αυτί της. «Τράβηξε το σπαθί σου όσο πιο αθόρυβα μπορείς και όταν σου πω να τρέξεις, τρέχεις».

Ένεψε και έκανε όπως της είπε χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω του. «Δε σε αφήνω μόνο αν υπάρχει κίνδυνος» ψιθύρισε και εκείνη.

«Είσαι πάντα τόσο πεισματάρα;» μουρμούρισε θυμωμένος με τα μάτια του να εστιάζουν σε ένα σημείο πίσω από ένα δέντρο πίσω της. «Γαμώ! Πρόσεχε!» φώναξε και την τράβηξε πίσω του, καθώς ένας γιγάντιος σκορπιός τους επιτέθηκε. Με το ένα χέρι την κρατούσε πίσω του, ενώ ταυτόχρονα το άλλο σηκώθηκε και εμπόδιζε το κεντρί από το να την αγγίξει. Έμοιαζαν να κοιτούν ο ένας στα μάτια του άλλου επίμονα μέχρι που ο γιος της Κητούς γρύλισε κτητικά. «Η τυχερή σου μέρα, φιλαράκο. Έψαχνα για έναν αντίπαλο και παρά είμαι τζέντλεμαν για να χτυπήσω την πριγκίπισσα από εδώ. Εσύ από την άλλη μου κάνεις μια χαρά».

Έσπρωξε πίσω το αρθρόποδο, με το αίμα στο χέρι του να ποτίζει το έδαφος, μα το αγνόησε επιδεικτικά. Πήδηξε πάνω στο τεράστιο πλάσμα, έβαλε τα πόδια στη βάση της ουράς του και τράβηξε με τόση μανία που την ξεκόλλησε από το υπόλοιπο σώμα του. Το τέρας ούρλιαζε αγωνιωδώς καθώς αργοπέθαινε, μην μπορώντας να τσιμπήσει τον εαυτό του και να απαλλαγεί από τον πόνο.

Ο Κάιλ έκανε ένα βήμα πίσω, μα όχι πολύ μακριά, παρακολουθώντας τις τελευταίες στιγμές του σκορπιού βαριανασαίνοντας. «Τίποτα προσωπικό, φιλαράκο».

Όταν το τέρας σταμάτησε επιτέλους να κουνιέται, γύρισε και αγριοκοίταξε τη Ροξάν. Τα μάτια του δεν ήταν πια παγωμένα ή κενά. Αντ’ αυτού φαίνονταν θυμωμένα και, καλυμμένος όπως ήταν με το αίμα του σκορπιού, έμοιαζε πραγματικά τρομακτικός.

«Δεν ακούς ποτέ όταν σου μιλούν;» Θα μπορούσες να έχεις σκοτωθεί, ήθελε να της φωνάξει μα κρατήθηκε.

«Θα πάψεις επιτέλους να με φωνάζεις, πριγκίπισσα;» Έβαλε το σπαθί πίσω στη θήκη του και τον κοίταξε επίμονα. «Αν πάψεις τότε ίσως σε ακούσω».

Χαμογέλασε για μια στιγμή και έγειρε κοντά της, τόσο κοντά που μπορούσε να νιώσει την ανάσα του καθώς ψιθύρισε στο αυτί της. «Θα σου πω κάτι, γλύκα. Ξερίζωσε τον γέρο σου από τον κρύο του θρόνο και τότε… μπορεί να αρχίσω να σε φωνάζω Βασίλισσα».

Σκούπισε το αίμα του σκορπιού από το πρόσωπό της και γλύφοντας ξεδιάντροπα τα χείλη του, άρχισε να περπατάει προς τις καμπίνες, μουρμουρίζοντας μια μελωδία που έμοιαζε φριχτά με το τραγούδι του Joe Cocker: You can leave your hat on.

 Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν