Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4.11.20

The Damaged Trooper (Κεφάλαιο 5)

~Όθροξορ, 23η μέρα της 516ης χρονιάς μετά το Μέγα Αμάρτημα~

Ο Ντάντο περίμενε έξω από την είσοδο του κάστρου μαζί με τους δύο συντρόφους του. Ο Πέβαλ είχε κατεβάσει μούτρα και ο Ζίζου κοιτούσε τον Ντάντο εχθρικά. Λές και έφταιγε εκείνος για ό,,τι συνέβη. Τα πανθηροϋβρίδια είχαν ξαπλώσει κάτω από τη σκάλα του κάστρου και κοιτούσαν ψηλά, προς την κατεύθυνση των καβαλάρηδών τους.

«Ω, σταματήστε να με κατηγορείτε» γκρίνιαξε ο Ντάντο. «Τι θέλατε να κάνω δηλαδή; Να την χτυπήσω; Να την σκοτώσω μήπως; Αυτό ίσως χαροποιούσε τον Λέρνι, τώρα που το σκέφτομαι. Θα τον έβγαζε και από τη δύσκολη θέση να κοιμάται ανήσυχος τα βράδια επειδή θα' ξερε ότι είναι ζωντανή» τον ειρωνεύτηκε με ένα υποτιμητικό βλέμμα.

«Ξέρεις ποιο είναι το μεγαλύτερό σου πρόβλημα;» τον ρώτησε ο Ζίζου μέσα απ' τα δόντια του. «Δεν έχεις ίχνος σεβασμού μέσα σου. Δεν αντιλαμβάνεσαι την αξία των πραγμάτων. Θεωρείς πώς όλα προκύπτουν από καπρίτσια. Ξέρεις γιατί; Γιατί έτσι αποφασίζεις εσύ. Υπακούοντας στα ανώριμα, αφελή και παιδιάστικα καπρίτσια σου-»

«Ζίζου, συγκρατήσου» τον προειδοποίησε ο Πέβαλ. «Είναι μικρός. Θα μάθει» ολοκλήρωσε αδιάφορα. Ο Ζίζου και ο Πέβαλ ήταν περίπου διακοσίων ετών.

Ο Ζίζου γύρισε προς τον Πέβαλ. «Αυτό πιστεύεις; Ότι το θράσος του οφείλεται στο νεαρό της ηλικίας του μονάχα;» Ξαναγύρισε προς τον Ντάντο, ο οποίος παρέμενε αμίλητος και ανέκφραστος. «Κάτι μου λέει ότι δε φταίει αυτό. Όχι. Η βασική αντιληπτική ικανότητα δεν είναι συνάρτηση του χρόνου, μικρέ. Δεν είσαι ανώριμος. Είσαι απλώς ένας βλάκας» είπε τελικά. Η έκφραση των τελευταίων λέξεων ήταν τόσο έντονη, που μερικές σταγόνες σάλιου πετάχτηκαν την ίδια στιγμή από το στόμα του και προσγειώθηκαν στο ντροπιασμένο πρόσωπο του Ντάντο.

«Σταμάτα να είσαι τόσο σκληρός μαζί του» επέμεινε ο Πέβαλ. Αυτή τη φορά είχε θορυβηθεί περισσότερο. Θεωρούσε υπερβολική τη συμπεριφορά του Ζίζου. «Μην τον αποθαρρύνεις τόσο. Ήταν η πρώτη του Τελετή Κατάπνιξης. Και έτυχε να πέσει πάνω σε μια τρελή. Δε φταίει αυτός».

«Μα δεν καταλαβαίνεις, Πέβαλ; Εκείνος την ενθάρρυνε να συμπεριφερθεί τόσο άτυπα! Πρώτα την ρώτησε γιατί δεν ήθελε να Συντηχθεί -λες και μας αφορά η ανωμαλία του κάθε τυχαίου Πολόπετρου-, μετά χάζευε σα χάνος το τελετουργικό του Λέρνι με τη φρίκη χαραγμένη στο πρόσωπό του και, μέσα σ' όλα, την κοίταζε και σαν κουτάβι που έχει χεστεί από το φόβο του. Οποιοσδήποτε και αν ήταν στη θέση εκείνης της κακομοίρας θα έκανε το ίδιο!»

«Αρκετά, Ζίζου» είπε κοφτά ο Πέβαλ. Το ψυχρό του βλέμμα μαρτυρούσε ότι πλέον δε σήκωνε κουβέντα.

Ο Ζίζου το βούλωσε πια με προθυμία. Είχε πει όσα είχε σκοπό να πει και είχε ξαλαφρώσει. Τώρα, ήταν σειρά του Ντάντο.

«Με συγχωρείς που δεν είμαι γεννημένος δολοφόνος. Δεν είμαστε όλοι το ίδιο ευλογημένοι με τον Λέρνι».

«Τι πρόβλημα έχεις με τον Λέρνι, ρε κωλόπαιδο; Γιατί αναφέρεις συνέχεια το όνομά του;» Ο Ζίζου είχε εξαγριωθεί. ΄Έτρεξε καταπάνω του, αρπάζοντας τον λαιμό του. Ο Πέβαλ έλαβε δράση. Προτού προλάβει να απελευθερώσει το λαιμό του Ντάντο, ακούστηκε η φωνή του Λέρνι.

«Είστε ένα μάτσο, ηλίθιοι» είπε μονάχα. Όλοι τους χωρίστηκαν και στάθηκαν σιωπηλοί, κορδώνοντας τις δερμάτινες στολές τους και στρώνοντας τους μανδύες τους. Ο Λέρνι, αφού έβαλε πρώτα την κουκούλα του, άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες και οι σύντροφοί του τον ακολούθησαν, τοποθετώντας και τις δικές τους κουκούλες στο κεφάλι τους. Όταν φτάσανε στα πανθηροϋβρίδια, ο Λέρνι τα προσπέρασε.

«Πού πάμε;» ρώτησε ο Πέβαλ.

«Πάμε στο εργαστήριο των αδερφών Κάερ. Έχουν κάτι να μας δείξουν».

Όπως πρόσταζε το πρωτόκολλο, πέρασαν πρώτα από το στέκι των Φεγγαρόπετρων, που βρισκόταν κοντά στο κάστρο. Εκεί μαζεύονταν οι Φεγγαρόπετροι που είχαν επισκεφθεί το Όθροξορ, για ξεχωριστούς λόγους ο καθένας. Σε κάθε Τελετή Κατάπνιξης, ήταν υποχρεωμένοι να συγκεντρώνονται εκεί, για την ασφάλεια των Φεγγαρόπετρων που πραγματοποιούσαν την τελετή. Οι τελευταίοι εισέρχονταν μέσα με τις κουκούλες τους και μπορούσαν πλέον να φύγουν χωρίς αυτές. Έτσι, απέκρυπταν το πρόσωπό τους πριν και μετά την τελετή, μα μπορούσαν ταυτόχρονα, μέσω αυτής της μεθόδου, να κυκλοφορήσουν στην τελετή, χωρίς να γνωρίζει κανείς για ποιο λόγο είχαν επισκεφθεί την πόλη.

Οι τέσσερις Φεγγαρόπετροι εισήλθαν στο στέκι, ένα υπόγειο και σκοτεινό μπαρ που επιτρεπόταν η είσοδος μόνο σε Αφυπνόπετρους. Μέσα σε αυτό συνάντησαν άλλους είκοσι δύο Φεγγαρόπετρους.

Ο Λέρνι, πριν καλά καλά κατέβει τη σκάλα, έκανε νόημα στους είκοσι από αυτούς να σηκωθούν από τις θέσεις τους. Εκείνοι υπάκουσαν και κατευθύνθηκαν προς την σκάλα, ακολουθώντας τον Λέρνι και την παρέα του. Οι τέσσερις νεοεισαχθέντες κατέβασαν τις κουκούλες τους και ανέβηκαν τις σκάλες, μαζί με άλλους είκοσι Φεγγαρόπετρους. Όταν εξήλθαν, διασκορπίστηκαν στο δρόμο έξι ομάδες των τεσσάρων ατόμων προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Ντάντο ακολουθούσε αυτή τη διαδικασία. Πριν δύο χρόνια, είχε τύχει να παρευρίσκεται στο Κράζαρ, κατά τη διάρκεια μιας Τελετής Κατάπνιξης. Λίγο μετά την είσοδο των Φεγγαρόπετρων που θα την τελούσαν, οι γονείς του τον είχαν αναγκάσει να τους ακολουθήσει στο αντίστοιχο στέκι Φεγγαρόπετρων που υπήρχε στο Κράζαρ. Περίμεναν εκεί μία ώρα, μέχρι που κατεύθασαν εκείνοι των οποίων έπρεπε να αποκρύψουν την ταυτότητα. Είχαν πραγματοποιήσει ακριβώς την ίδια ακολουθία κινήσεων.

Τότε, του είχε φανεί διασκεδαστικό και περιπετειώδες. Αυτή τη φορά, το βρήκε υπερβολικό, δειλό και αχρείαστο. Μα υπάκουσε, διότι δεν τον έπαιρνε να κάνει κι άλλα λάθη.

Αυτός και οι σύντροφοί του κατευθύνθηκαν προς το κέντρο της πόλης. Εκεί υπήρχε η κεντρική λαϊκή αγορά. Διάσπαρτοι πάγκοι με προϊόντα, φαγώσιμα και μη, δρόμοι γεμάτοι με ντόπιους ή ξένους πολίτες, θνητά παιδιά να τρέχουν από δω και από κει, παίζοντας και φωνάζοντας. Το Όθροξορ ήταν η πιο δημοφιλής πόλη στη Μεγάλη Νήσο, με το μεγαλύτερο ποσοστό τουρισμού. Αυτό που τραβούσε κυρίως τους τουρίστες ήταν η αγορά ποικίλων χρήσιμων κατασκευών, μα και η θέαση όλων εκείνων των κάστρων και παλατιών που ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία.

Ο Ντάντο, ακολουθώντας τον βιαστικό Λέρνι, προσπέρασε όλους τους πάγκους, μην προλαβαίνοντας να ρίξει τις ματιές που ήθελε. Λάτρευε τις βόλτες στην αγορά του Όθροξορ. Είχε να την επισκεφθεί κοντά ένα χρόνο. Οι ικανότητές του στα παζάρια με τους τοπικούς μαγαζάτορες είχαν σκουριάσει και πολύ θα ήθελε να τις εξασκήσει και πάλι. Άλλη φορά.

Ξάφνου, μέσα από στο πλήθος, ξεπρόβαλε ένα ροζ πέτρινο στέμμα. Εκείνη! Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει κοντά της και να την γνωρίσει. Η Πυροξαγγάνια τον αντιλήφθηκε. Ο Ντάντο παρατήρησε ότι προηγουμένως κοίταζε προς το μέρος του Λέρνι. Όταν συνάντησε το δικό του βλέμμα, όμως, το πρόσωπό της φωτίστηκε από μια πρωτοφανή χαρά. Χαίρεται και εκείνη που με βλέπει, σκέφτηκε ενθουσιασμένος.

«Ντάντο! Τι κάνεις; Προχώρα» του φώναξε ο Πέβαλ. Ο Ντάντο, χωρίς να το καταλάβει, είχε επιβραδύνει το βήμα του και λίγο ήθελε να τους χάσει. Εκνευρισμένος που θα έχανε και τη δεύτερη ευκαιρία που του δόθηκε με εκείνη τη γυναίκα, απέστρεψε το βλέμμα του από εκείνη και προχώρησε σε ταχύτερο ρυθμό, ώστε να προλάβει τους συντρόφους του.

Σταμάτησαν μπροστά από ένα διώροφο σπίτι. «Φτάσαμε» είπε αδιάφορα ο Λέρνι. Ο Ντάντο απόρησε αν υπήρχε έστω και ένα πράγμα -πέρα από τις Τελετές Κατάπνιξης- που να μπορούσε να διατηρήσει τεταμένο το ενδιαφέρον του Λέρνι.

Ο Πέβαλ προσπέρασε τον Λέρνι και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, η πόρτα άνοιξε, αποκαλύπτοντας τον οικοδεσπότη, τον μεγαλύτερο από τους τέσσερις αδελφούς Κάερ. Οι δύο ήταν Πυροξαγγάνιοι και οι άλλοι δύο Βορνήτιοι. Το ίδιο λεπτοκαμωμένοι και κοντοστούπηδες, λάτρευαν τις κατασκευές και τα μαστορέματα. Η δουλειά τους, η οποία απαιτούσε κυρίως πνευματική δραστηριότητα, επιταχυνόταν με τη δημιουργία πνευματικών δυάδων. Ένας Πυροξαγγάνιος και ένας Βορνήτιος ενώνονταν μέσω της Σύντηξης Δύο-σε-Ένα που πραγματοποιούσε ο υπολειπόμενος Βορνήτιος. Ο τελευταίος Πυροξαγγάνιος, αφού ολοκληρωνόταν η ημερήσια εργασία, πραγματοποιούσε Σχάση Ένα-σε-Δύο. Οι ρόλοι μεταξύ των δύο Βορνήτιων και των δύο Πυροξαγγάνιων εναλλάσσονταν ανά εβδομάδα.

«Καλώς τους!» αναφώνησε ο Λίγκο, ο Βορνήτιος που άνοιξε την πόρτα.

«Τι έχεις για μας, Λίνγκο;»

Το πρόσωπο του Λίνγκο φωτίστηκε. «Ω, έχω να σας παρουσιάσω κάτι υπέροχο, κύριε Λέρνι!» Ο Ντάντο κοίταξε τριγύρω. Το σπίτι των αδελφών Κάερ ήταν γεμάτο παραφορτωμένα ράφια. Εργαλεία, εξαρτήματα, πρώτες ύλες, χαρτιά με σχέδια και, κυρίως, σκόνη. Πολλή σκόνη. Μα, πέρα από τους τοίχους, όλο το υπόλοιπο σπίτι ήταν κανονικά διακοσμημένο με έπιπλα. Δεν έβλεπε κανένα προϊόν, ούτε κάποιο εργαστηριακό πάγκο.

Ο Λίνγκο τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν στο υπόγειο. Έτσι κι έκαναν. Κατέβηκαν την στενή σκάλα, ο ένας πίσω από τον άλλο, με τον Λίγκο πρώτο και τον Ντάντο τελευταίο. Όταν ο Ντάντο πάτησε το πόδι του στο δάπεδο του υπογείου και αντίκρισε τον χώρο στον οποίο βρισκόταν, η προηγούμενή του απορία λύθηκε. Πάνω από έξι εργαστηριακοί πάγκοι φιλοξενούσαν μικρές και μεγάλες ξύλινες, μεταλλικές και ανάμεικτων πρώτων υλών κατασκευές. Ο Λίνγκο προχώρησε προς τον τελευταίο πάγκο που βρισκόταν στο βάθος του δωματίου και στάθηκε δίπλα στα τρία του αδέρφια. Και οι τρεις τους υποκλίθηκαν ετεροχρονισμένα.

«Παρακαλώ, ελάτε προς τα δω» παρακίνησε ο Λίνγκο τον Λέρνι.

Ο Λέρνι γύρισε προς τους συντρόφους του και, αφού εξέτασε το χώρο γύρω τους, τους έκανε νεύμα να προχωρήσουν. Ο Ντάντο, μαζί με τον Ζίζου και τον Πέβαλ, προσπέρασαν τον Λέρνι και προχώρησαν προς το βάθος του δωματίου. Ο Λέρνι παρέμεινε δίπλα στη σκάλα. Ακριβώς από πίσω του, υπήρχε στερεωμένος μέσα σε ένα στενό μεταλλικό δακτύλιο ένας αναμμένος πυρσός, σε ύψος ενάμισι μέτρου από το πάτωμα.

Ο Ντάντο αντίκρισε την κατασκευή που βρισκόταν πάνω στον πάγκο. Ένας κωνικός σωλήνας -με πολύ μικρή κλίση- ήταν στερεωμένος πλάγια με δύο κάθετα ξύλινα στηρίγματα κολλημένα στα πλαϊνά του. Η πάνω πλευρά του κυλίνδρου είχε ενσωματωμένες στο εσωτερικό της μερικές στρώσεις γυάλινων δισκίων, ίσης ακτίνας με την αύξουσα ακτίνα του κυλίνδρου. Ο Ντάντο δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν αυτό που είχε μπροστά του.

Ο Λίνγκο, με φουσκωμένο το στήθος του από την περηφάνεια, καθάρισε το λαιμό του ξεροβήχοντας και μίλησε με δυνατή φωνή.

«Αυτό που αντικρίζετε, κύριοι, είναι ένα τηλεσκόπιο! Βασική του λειτουργία είναι η παρακολούθηση αντικειμένων που βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά-»

Ξάφνου, ακούστηκε μια κραυγή.

Ο Λέρνι, με βλέμμα μπερδεμένο και τρομαγμένο, έπεσε στο πάτωμα. Πίσω από τον Λέρνι, εμφανίστηκε η μορφή εκείνης της Πυροξαγγάνιας που είχε δει ο Ντάντο στην αγορά, κρατώντας μια καφέ πέτρα που έχανε το χρώμα της σταδιακά. Πληγές ξεκίνησαν να ανοίγουν σε ολόκληρο το σώμα του Λέρνι.

«Ανδαλουσ-» πήγε να πει ο Πέβαλ, μα μια ροζ λεπίδα εκσφεντονίστηκε προς την κοιλιά του. Η Πυροξαγγάνια εισβολέας, που είχε σηκώσει οριζόντια και τεντωμένα τα δύο της χέρια, τα άνοιξε διάπλατα και η λεπίδα που είχε μπηχτεί στον Πέβαλ, έσπασε στα δύο, σκίζοντάς τον προς αντίθετες κατευθύνσεις και ξεκοιλιάζοντάς τον. Η άγνωστη Πυροξαγγάνια είχε μόλις πραγματοποιήσει Σχάση Ένα-σε-Δύο στην λεπίδα που εκτόξευσε.

Τα εντόσθια του Πέβαλ χύθηκαν στο ξύλινο έδαφος και έπεσε στα γόνατα μη μπορώντας πια να στηριχτεί στα πόδια του. Οι δύο λεπίδες, αφού δραπέτευσαν από το σώμα του Πέβαλ, ανέλαβαν τον Ντάντο και τον Ζίζου, που στέκονταν εκατέρωθέν του. Ο Ντάντο ούρλιαξε, καθώς η λεπίδα τον τρύπησε βαθιά στο πλευρό του. Η λεπίδα που στόχευσε τον Ζίζου τον βρήκε στην καρδιά. Έπεσε νεκρός σε δευτερόλεπτα. Οι αδερφοί Κάερ είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό και τα χέρια τους σηκωμένα σε στάση παράδοσης. Η Πυροξαγγάνια, κοιτάζοντας τον Ντάντο απειλητικά, έβγαλε τον πυρσό από τον μεταλλικό δακτύλιο και τον πέταξε στο ξύλινο δάπεδο, ανάμεσα στον Λέρνι και τους υπόλοιπους, φράζοντας τη μόνη έξοδο διαφυγής.

«Για- Γιατί;» ψέλλισε ο Ντάντο όσο οι φλόγες δυνάμωναν και το αίμα δραπέτευε βιαστικά από το σώμα του. Οι πληγές στο σώμα του Λέρνι πολλαπλασιάζονταν, αφού το πηγμένο αίμα του είχε πετρώσει το μανδύα του. Το πρόσωπό του ήταν στραμμένο προς το μέρος των συντρόφων του. Η έκφρασή του, που ο Ντάντο τη διέκρινε αμυδρά μέσα από τις φλόγες που υπήρχαν ανάμεσά τους, ήταν πλημμυρισμένη από έκδηλη ευχαρίστηση.

«Ξεκινάει» είπε μόνο η Πυροξαγγάνια και, όταν πια η φωτιά είχε δυναμώσει αρκετά ώστε να φράξει πλήρως την έξοδο, ανέβηκε τις σκάλες και εξαφανίστηκε.

Αρτεμησία Σ.