Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13.11.20

The Damaged Trooper (Κεφάλαιο 6)

~Ζέρνοκ, 27η μέρα της 516ης χρονιάς μετά το Μέγα Αμάρτημα~

Ο Κάλντορ δεν είχε σηκωθεί από το ράντζο εδώ και πέντε ημέρες. Έξι ημέρες πριν, μετακινήθηκε στο Κατώτερο Στρώμα.

Ζαλιζόταν. Η πείνα τον είχε χτυπήσει κατακέφαλα. Οι αισθήσεις του είχαν αμβλυνθεί σημαντικά. Δεν υπήρχε διαθέσιμο απόθεμα ενέργειας για κάτι τόσο επουσιώδες, όταν το απόθεμα αυτό δεν επαρκούσε ούτε για τις βασικές λειτουργίες του σώματός του.

Δεν ήξερε τι σκόπευε να πετύχει με αυτήν την αέναη αδράνεια. Δεν είχε αποφασίσει αν ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει τον κόσμο ακόμη. Από την άλλη, δεν είχε απομείνει τίποτα για αυτόν. Είχε χάσει το σπίτι του. Γιατί αυτό το γκρίζο υπόγειο των δέκα τετραγωνικών μέτρων, με ένα ράντζο, ένα κομοδίνο και μια σαπισμένη ξύλινη συρταριέρα, δεν ήταν σπίτι.

Αρκετά, πρόσταξε τον εαυτό του. Θα έχεις άπλετο χρόνο να πάθεις κατάθλιψη. Προτεραιότητα έχει να ζήσεις.

Σηκώθηκε με πολύ κόπο από το ράντζο, που έτριζε σαν πληγωμένο ζώο. Η ορθοστατική πίεση τον ζάλισε και παραλίγο να πέσει. Αποφάσισε να πάει να φάει. Περπάτησε μέχρι τη βαλίτσα του, που την είχε ακουμπισμένη στο πενταβρώμικο δάπεδο, και βρήκε το πορτοφόλι του. Είχε πολλά χρήματα μέσα. Άρπαξε ατσούμπαλα τριάντα βίριμπους και τα έχωσε μέσα στην τσέπη του παντελονιού του. Παρατήρησε ότι το παντελόνι του έπεφτε. Είχε χάσει πολύ βάρος. Έσφιξε τη ζώνη του πρόχειρα και έστρωσε λίγο τα λαδωμένα μαλλιά του. Δεν είχε καθρέφτη να αντικρίσει τα χάλια του, αλλά δεν ήθελε κιόλας.

Άνοιξε την πόρτα του υπογείου. Οι ακτίνες του ήλιου φώτιζαν την τσιμεντένια σκάλα στα δεξιά της πόρτας. Ο Κάλντορ παρατήρησε μια μικροσκοπική σκιά να εξαφανίζεται βιαστικά προς τα σκαλοπάτια. Ήταν όμως πολύ ζαλισμένος και δεν έδωσε σημασία.

Την ανέβηκε με μεγάλο κόπο. Έκλεισε τα βλέφαρά του για να προστατέψει τα μάτια του από το έντονο φως. Ήταν μεσημέρι. Στα αριστερά του βρισκόταν η είσοδος του μπαρ. Τέτοια ώρα ήταν σχεδόν άδειο. Περπάτησε μέχρι εκεί και μπήκε μέσα. Ο Ίανθ σκούπιζε τα ποτήρια. Όταν είδε τον Κάλντορ να μπαίνει, χαμογέλασε. Μα όταν αντιλήφθηκε τα χάλια στα οποία βρισκόταν, το χαμόγελο χάθηκε από το πρόσωπό του και την θέση του πήρε μια έκφραση ανησυχίας. Ο Ίανθ ήταν καλόκαρδος άνθρωπος. Δεν του άρεσε να βλέπει συνανθρώπους του να υποφέρουν. Πόσο μάλλον ανθρώπους που είχαν συμφωνήσει να πληρώνουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για να νοικιάζουν το υπόγειό του.

«Είσαι εντάξει; Γιατί είσαι τόσο αδυνατισμένος; Δεν έτρωγες το φαγητό που άφηνα έξω από την πόρτα σου; Άδεια έβρισκα τα πιάτα μετά από λίγο» ξεκίνησε να λέει ο Ίανθ.

Ο Κάλντορ παραξενεύτηκε. Δεν βγήκε καθόλου από το υπόγειο τις προηγούμενες μέρες. Ποιος είχε φάει το φαγητό; Υπέθεσε ότι θα το είχε φάει καμιά γάτα.

«Μπορείς να μου φτιάξεις ένα σάντουιτς;» είπε μόνο. Ο Ίανθ χαμογέλασε. «Εγώ θα σου πρότεινα να δοκιμάσεις από τη φασολάδα μου! Την έφτιαξα λίγο πριν. Είναι το πιάτο ημέρας. Φρέσκια και ζεματιστή. Αλλά αν προτιμάς σάντουιτς, μπορώ να-»

«Δεν με νοιάζει καθόλου. Βάλε ό,τι έχεις» τον διέκοψε ο Κάλντορ αφήνοντας είκοσι βίριμπους πάνω στον πάγκο του μπαρ.

Ο Ίανθ τα κοίταξε διστακτικά. Το σκέφτηκε λίγο, αλλά τελικά τα πήρε. Φαντάστηκε ότι ο Κάλντορ θα έχει πολλά χρήματα για να τα πετάει έτσι για λίγη φασολάδα. Έτσι κι αλλιώς, δεν μετρούσαν και πολύ τα χρήματα σε εκείνη τη ζώνη. Ελάχιστοι χρησιμοποιούσαν πια αυτή τη μέθοδο εμπορίου. Οι περισσότεροι επέλεγαν την οδό της ανταλλαγής.

«Εντάξει, φίλε μου. Όπως θέλεις. Να σου φέρω και μια μπυρίτσα;» τον ρώτησε ευγενικά. Ο Κάλντορ δεν απάντησε. Απλώς ανασήκωσε τους ώμους του.

«Επιστρέφω αμέσως. Αν μπει πελάτης, ρίξε μια φωνή» είπε προσχαρα ο Ίανθ πριν μπει στην κουζίνα που βρισκόταν πίσω από τη μπάρα. Και τότε ακούστηκε δυνατά η -όχι και τόσο ευγενική και ψύχραιμη- φωνή του Ίανθ.

«Κωλόπαιδο! Ξεκουμπίσου από μπροστά μου! Στα τσακίδια! Δεν σου έχω πει να μην τρως από την κατσαρόλα; Πάρε τουλάχιστον ένα κουτάλι! Ή ένα πιάτο! Τι; Φοβάσαι μην σε θεωρήσω κλέφτη;» Τότε ακούστηκε μια δυνατή κλωτσιά.

Ξάφνου, από την πόρτα της κουζίνας εμφανίστηκε ένα υποσιτισμένο παιδί, το οποίο δεν ξεπερνούσε σε ύψος το ένα μέτρο. Ήταν μελαχρινό και τα άπλυτα ίσια μαλλιά του έφταναν μέχρι τους ώμους του και έκρυβαν το μισό του πρόσωπο. Φορούσε ένα λασπωμένο κουρελάκι, που είχε τρεις τρύπες για το κεφάλι και τα χέρια του, και είχε δύο μικρά κομμάτια ξύλου κάτω από την πατούσες του. Το κάθε ξύλο ήταν στερεωμένο στην πατούσα του με ένα σχοινί πολλαπλά τυλιγμένο γύρω της.

Ο Κάλντορ και το αγόρι κοιτάχτηκαν. Μονάχα το ένα μάτι του αγοριού φαινόταν και κοιτούσε τον Κάλντορ σαν τρομαγμένο γατί. Ήταν γουρλωμένο και γεμάτο τσίμπλες. Δύο δευτερόλεπτα αργότερα βγήκε τρέχοντας από το μαγαζί.

Αμέσως μετά εμφανίστηκε στην πόρτα της κουζίνας ο Ίανθ -φανερά εκνευρισμένος.

«Καλέ μου φίλε, λυπάμαι. Το κωλόπαιδο έτρωγε πάλι μέσα από την κατσαρόλα, σαν κόπρος που τρώει από το μπολ του. Το είχα ταΐσει μια φορά, επειδή το λυπήθηκα, και από τότε μου έχει γίνει κολλιτσίδα και κλέβει συνέχεια φαγητό από την κουζίνα. Είναι και μια σταλιά παιδί και τρυπώνει χωρίς να το πάρω χαμπάρι. Λυπάμαι. Θα σου φτιάξω ένα σάντουιτς» απολογήθηκε ο Ίανθ.

«Βάλε μου φασολάδα» είπε κοφτά ο Κάλντορ.

Ο Ίανθ υπάκουσε. Σε πέντε λεπτά είχε επιστρέψει με ένα βαθύ πιάτο φασολάδα, ένα κομμάτι μαύρο ψωμί και μια κανάτα μπύρα. Τα ακούμπησε μπροστά από τον Κάλντορ και πήρε ένα ποτήρι από το ράφι πίσω του. Το γέμισε με μπύρα και του το πρόσφερε.

«Στην υγειά σου».

«Δεν έχει γονείς;» τον ρώτησε ο Κάλντορ πίνοντας μια γενναία γουλιά από την μπύρα του. Μετά ξεκίνησε να τρώει λαίμαργα το κομμάτι ψωμιού.

«Δε νομίζω. Περιφέρεται μόνο του. Κοιμάται στο δρόμο. Μερικές φορές, το άφηνα να κοιμάται κάτω από το γωνιακό τραπέζι δίπλα στην είσοδο. Κυρίως τις μέρες που είχε κρύο καιρό ή όταν έβρεχε. Αλλά είχα βαρεθεί να καθαρίζω κάτουρα και σκατά από το πάτωμα κάθε πρωί. Πλέον, κάθε βράδυ πριν κλειδώσω, ελέγχω μήπως έχει τρυπώσει κάπου και αν ναι, το διώχνω. Αλλά έχει παρατήσει την προσπάθεια. Μόνο φαγητό μου κλέβει».

«Πώς το λένε;» ρώτησε ο Κάλντορ ανάμεσα στις μπουκιές του. «Η φασολάδα είναι πεντανόστιμη».

Ένα λαμπερό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του Ίανθ.

«Είναι, δεν είναι;» Ήταν περήφανος για τη δημιουργία του.

«Δεν ξέρω πώς το λένε. Δε μου μιλάει».

«Και το υπόγειο που μένω εγώ; Γιατί δεν το άφηνες να μένει εκεί;»

Ο Ίανθ χαμογέλασε μελαγχολικά.

«Από ποιο στρώμα ήρθες;»

«Ανώτερο» απάντησε ξερά ο Κάλντορ.

«Ωραία, το φαντάστηκα. Όλες εκείνες οι καλές πράξεις που θυμάσαι, οι αλληλέγγυες, οι καλόψυχες… δεν περνάνε εδώ. Ξέχνα τες. Γιατί αν μπεις στην διαδικασία της προσφοράς και της βοήθειας, δεν θα ξέρεις από που να ξεκινήσεις και που να τελειώσεις. Είναι τόσοι πολλοί αυτοί που θα χρειαστούν την βοήθειά σου, και αν τους δώσεις το παραμικρό θάρρος να ελπίζουν, θα αρχίσουν να απαιτούν. Και εκείνοι, σε αντίθεση με σένα, δεν έχουν την πολυτέλεια να είναι καλόκαρδοι, θέλουν απλώς να επιβιώσουν μέχρι την επόμενη μέρα» του εξήγησε ο Ίανθ.

«Δεν παύει να είναι ένα πεινασμένο παιδί που μένει στο δρόμο» επέμεινε ο Κάλντορ.

«Είχες οικογένεια πριν; Εννοώ, άφησες οικογένεια πίσω σου;» τον ρώτησε ο Ίανθ. Υπέθεσε ότι η ευαισθησία του απέναντι στα παιδιά προερχόταν από αυτό.

«Όχι» απάντησε.

«Δε βρήκες την κατάλληλη;»

«Πώς και δέχεσαι χρήματα; Προσπέρασα τέσσερα μαγαζιά πριν φτάσω στο δικό σου. Κανείς δεν δεχόταν χρήματα. Μου είπαν πώς δεν έχουν αξία εδώ πέρα. Ζήτησαν να τους δώσω τα πράγματά μου αν θέλω στέγη ή φαγητό».

«Α, είναι απλό. Ανήκω στο Τρίτο Στρώμα. Εδώ πέρα όλοι πετάνε τα λεφτά τους. Δεν έχουν αξία και τα σκορπάνε σε όσους τα δέχονται. Όταν κουραστώ να δουλεύω, θα έχω πια πρόσβαση στο Ανώτερο Στρώμα, και θα πάω να ζήσω εκεί με το κομπόδεμά μου. Μαζεύω χρήματα για την σύνταξή μου δηλαδή. Αν έκανα το ίδιο πράγμα στη ζώνη που κατοικούσα, δεν θα είχα ούτε το ένα δέκατο των χρημάτων που έχω τώρα. Και εδώ δεν κινδυνεύω να με κλέψει κανείς, γιατί δεν έχει λόγο να το κάνει».

«Μάλιστα. Και τα προϊόντα σου τα προμηθεύεσαι από το Τρίτο Στρώμα;» τον ρώτησε ο Κάλντορ. Του είχε φανεί αρκετά ενδιαφέρουσα η τακτική του Ίανθ.

«Ναι. Πηγαίνω κάθε δύο εβδομάδες και προμηθεύομαι τα απαραίτητα από εκεί. Υπάρχει ρίσκο, μα παίρνω τις απαραίτητες προφυλάξεις. Μέχρι τώρα, το σύστημά μου δουλεύει. Δεν έχει συμβεί κάποιο απρόοπτο».

«Και δεν έχεις επιλέξει τυχαία την τοποθεσία σου…» σχολίασε ο Κάλντορ. Ο Ίανθ χαμογέλασε.

«Τι πιστεύεις εσύ;»

«Πιστεύω ότι δεν την έχεις επιλέξει καθόλου τυχαία. Στοιχηματίζω ότι έχεις κάνει συμφωνία με τα υπόλοιπα μαγαζιά να μην δέχονται χρήματα από τους πελάτες με αντάλλαγμα μερικές από τις προμήθειές σου. Άλλωστε, εκείνοι ζουν εδώ. Άρα όντως, περισσότερο χρειάζονται αγαθά, παρά χρήματα. Στοιχηματίζω, επίσης, ότι επέλεξες αυτό το κτίσμα, επειδή βρίσκεται μόλις εκατό μέτρα από την κοντινότερη Πύλη. Καταφθάνουν όλοι με γεμάτα πορτοφόλια, τους απορρίπτουν οι πρώτοι μαγαζάτορες, έρχονται σε σένα απεγνωσμένοι, πιστεύοντας ότι τα χρήματά τους είναι εντελώς άχρηστα, και τους χρεώνεις όσο γουστάρεις. Μετά, αναχωρούν για τα έξω χωριά, με στόχο να βρουν κάπου να μείνουν, και ξεχνούν την ύπαρξή σου. Δεν επιστρέφουν ποτέ στην Πύλη, γιατί δεν υπάρχει λόγος, δεν υπάρχει γυρισμός για κανέναν».

Στο πρόσωπο του Κάλντορ εμφανίστηκε ένα στραβό χαμόγελο.

«Πώς τα πήγα;» Ο Ίανθ γέλασε δυνατά.

«Έξοχα!» Άρπαξε ένα ακόμα ποτήρι από το ράφι και το γέμισε με μπύρα. Σήκωσε το ποτήρι του ψηλά.

«Στην υγειά μας, φίλε μου!» Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και ήπιαν γελώντας.

«Θέλεις λίγη ακόμα φασολάδα;»

«Δε χρειάζε-» Μα το ξανασκέφτηκε. «Ναι. Θα την πάρω μαζί μου στο δωμάτιο. Και κάτι άλλο. Θέλω να συνεχίσεις να μου φέρνεις ένα πιάτο φαΐ κάθε μέρα έξω από την πόρτα του υπογείου. Και να έρχεσαι να παίρνεις το πιάτο μετά από κάνα δίωρο. Θα αυξήσω το νοίκι στα τριακόσια βίριμπους, για να συμπεριλάβω και τα φαγητά που θα τρώω».

Ο Ίανθ του έδωσε το χέρι του ενθουσιασμένος.

«Σύμφωνοι. Τριακόσια, και συμπεριλαμβάνεται και ό,τι ποτό θα πίνεις».

«Οφείλω να σε προειδοποιήσω ότι πίνω αρκετά. Θα πέσεις έξω».

«Υποσχέσου ότι θα πίνουμε παρέα τότε» απάντησε και του έκλεισε το μάτι διαβολικά. Ύστερα, μπήκε στην κουζίνα και επέστρεψε με ένα πιάτο φασολάδα και ένα μπουκάλι νερό.

«Ορίστε, πάρτα μαζί σου. Θα έρθω να τα πάρω όταν νυχτώσει. Όταν και αν θελήσεις να πλυθείς, έχω αφήσει αρκετό σαπούνι στη συρταριέρα σου. Πίσω από το μαγαζί έχει ένα λάστιχο. Γδύσου και πλύσου εκεί. Έχω και λεκάνη για τα ρούχα σου. Αν τη χρειαστείς, πες μου να στη δανείσω».

Ο Κάλντορ τα πήρε και του χαμογέλασε καλοπροαίρετα.

«Τα λέμε». Σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι την έξοδο. Βγήκε από το μπαρ και κατέβηκε στις σκάλες προς το υπόγειο. Ακούμπησε το πιάτο έξω από την πόρτα του και μπήκε μέσα. Άφησε την πόρτα ανοιχτή και προχώρησε μέχρι τη συρταριέρα.

Άνοιξε το πρώτο συρτάρι. Σαπούνι, απορρυπαντικό ρούχων, δύο λεπίδες ξυρίσματος, μία οδοντόβουρτσα και μία οδοντόκρεμα. Άνοιξε το δεύτερο. Ένα σεντόνι και μία μαξιλαροθήκη. Άνοιξε το τελευταίο. Μια ζεστή κουβέρτα. Μέσα σε δέκα λεπτά είχε στρώσει το ράντζο και το μαξιλάρι με τα περιεχόμενα των δύο τελευταίων συρταριών. Αποφάσισε ότι είχε φτάσει η ώρα να πλυθεί. Πήρε το σαπούνι, ανέβηκε τις σκάλες και προχώρησε μέχρι την πίσω μεριά του μαγαζιού. Εκεί, όπως του είχε πει ο Ίανθ, βρήκε ένα λάστιχο. Γδύθηκε και άρχισε να πλένεται. Βρωμοκοπούσε. Έτριβε πολλή ώρα το σώμα του μέχρι να σιγουρευτεί ότι ήταν πια καθαρός. Άφησε τα ρούχα του εκεί, πήρε το σαπούνι και περπάτησε γυμνός μέχρι το υπόγειο.

Μόλις βρέθηκε πάνω από τις σκάλες, είδε το αγόρι να έχει σκύψει και να γλείφει μέσα από το βαθύ πιάτο. Όταν τον αντιλήφθηκε, τον κοίταξε τρομοκρατημένο. Τα μαλλιά του ήταν γεμάτα ζουμιά από τη φασολάδα και είχαν πέσει μες τη μούρη του. Μα ο Κάλντορ μπορούσε να διακρίνει τα γουρλωμένα μάτια του. Το αγόρι σηκώθηκε όρθιο και στριμώχτηκε στη γωνία του τοίχου. Προσπαθούσε να χωθεί όσο πιο μέσα μπορούσε, μα ο τοίχος -προφανώς- δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε χιλιοστό. Συνέχισε όμως την προσπάθεια, πιέζοντας το κουρελάκι του πάνω στους σοβάδες.

Ο Κάλντορ δεν ήξερε τι να κάνει.

«Μη φοβάσαι, δε θα σε πειράξω. Για σένα το άφησα… Εσύ το έτρωγες το φαγητό όλες αυτές τις μέρες ε;»

Το αγόρι συνέχισε αμίλητο να στριμώχνεται στη γωνία. Κάτι τον είχε τρομοκρατήσει πάρα πολύ. Δεν ήταν απλά τρομαγμένο. Έτρεμε.

«Όχι, όχι, δεν σε μαλώνω! Χαίρομαι που το έφαγες, φαίνεσαι πεινασμένος». Ξεκίνησε να κατεβαίνει τις σκάλες αργά. Δεν ήθελε να το τρομάξει περισσότερο.

Στο τρίτο βήμα του Κάλντορ, το αγόρι άρχισε να κλαίει σιγανά. Και τότε, άρχισε να βγάζει το κουρελάκι του. Ο Κάλντορ μαρμάρωσε.

«Όχι! Σταμάτα! Τι κάνεις;» Το αγόρι σταμάτησε και άφησε το κουρελάκι στη θέση του. Το σιγανό του κλάμα, όμως, συνεχίστηκε. Τότε ο Κάλντορ ένωσε τις τελείες. Το παιδί αυτό το είχαν κακοποιήσει σεξουαλικά. Όταν τον είδε γυμνό, υπέθεσε ότι θα του έκανε το ίδιο, γι αυτό πήγε να γδυθεί. Κάτι μέσα του έγινε χίλια κομμάτια. Αισθάνθηκε έναν απερίγραπτο πόνο στο στήθος του. Ανακατεύτηκε και μόνο στην ιδέα μιας τόσο αρρωστημένης πράξης. Ανέβηκε τις σκάλες και απομακρύνθηκε όσο περισσότερο μπορούσε, για να δώσει χώρο στο παιδί. Και τότε, το αγόρι βρήκε ευκαιρία να ανέβει τις σκάλες και να φύγει τρέχοντας.

Ο Κάλντορ ορκίστηκε στον εαυτό του ότι θα προστάτευε εκείνο το παιδί με κάθε κόστος.

Aρτεμησία Σ.