Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18.11.20

The Damaged Trooper (Κεφάλαιο 7)

~Όθροξορ, 23η μέρα της 516ης χρονιάς μετά το Μέγα Αμάρτημα~

Η Λουθένα έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Φρόντισε να μη γίνει αντιληπτή από κανένα αδιάκριτο μάτι. Ούτε η ίδια δεν πίστευε στην τύχη της. Η Ρούκι είχε στοχεύσει τη λάθος τετράδα Φεγγαρόπετρων και λίγο ήθελε να γίνει μακελειό. Αν δεν ήταν εκείνος ο Φεγγαρόπετρος που είχε κατεβασμένη την κουκούλα του στην πομπή, θα είχαν δολοφονήσει αθώους. Κανείς δεν είναι αθώος. Δεν έπρεπε να το ξεχνάει.

Είχε μάθει τα σοκάκια της πόλης απέξω και ανακατωτά. Τρύπωνε και ξετρύπωνε από αυτά σαν αρουραίος. Εκπαιδευόταν για εκείνη τη στιγμή εδώ και τέσσερα χρόνια. Το ίδιο και η Ρούκι. Ομοίως και η Λάβια. Λάβια… Στη θύμηση της Λάβια, εξοργίστηκε. Είχαν αργήσει πολύ. Και η Λάβια πλήρωσε αυτήν τους την καθυστέρηση πολύ ακριβά.

Έτρεχε ασταμάτητα για είκοσι λεπτά. Το σπίτι της, ευτυχώς, βρισκόταν στην άλλη άκρη της πόλης. Κανείς δε θα υποπτευόταν ότι σχετιζόταν η Λουθένα -ή οι δύο συντρόφισσές της- με την πυρκαγιά. Πρώτοι ύποπτοι θα ήταν οι γείτονες των αδερφών Κάερ. Ή οι ίδιοι οι Κάερ και τα επικίνδυνα πειράματά τους. Η Λουθένα θα προτιμούσε να μην τελούσαν εκείνοι το ρόλο των παράπλευρων απωλειών της επίθεσης. Είχαν προσφέρει πολλά στους Πολόπετρους, αλλά και σε ολόκληρη τη Μεγάλη Νήσο. Δεν είναι ώρα για τέτοιες σκέψεις. Ό,τι έγινε, έγινε. Οι Φεγγαρόπετροι που έβλαψαν τη Λάβια πλήρωσαν. Η επανάσταση ξεκίνησε. Εγώ την ξεκίνησα.

Είχε λαχανιάσει, μα έφτασε επιτέλους στο σπίτι της. Ξεκλείδωσε βιαστικά και μπήκε μέσα. Εκεί την περίμενε η Ρούκι. Όταν αντίκρισε τη Λουθένα, το πρόσωπό της φωτίστηκε. Έτρεξε να την αγκαλιάσει.

Η Λουθένα αισθάνθηκε τη ζεστασιά της και το μεγαλύτερο μέρος της ανησυχίας της εξανεμίστηκε. Τη φίλησε τρυφερά στο στόμα.

«Είσαι καλά!» Η Ρούκι είχε πια ανακουφιστεί. Για αρκετή ώρα βρισκόταν σε αναμμένα κάρβουνα.

 Όταν η Λουθένα απελευθερώθηκε -απρόθυμα- από την αγκαλιά της, την κοίταξε επιτακτικά, αγκαλιάζοντας το πρόσωπο της συντρόφου της με τις παλάμες της.

«Το έκανα, Ρούκι. Πραγματικά το έκανα! Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι τα κατάφερα… Ήταν τέσσερις. Ανάμεσά τους κι ο Λέρνι. Ξέρεις για ποιον λέω; Θυμάσαι που μιλούσαμε για εκείνον κάποτε; Είναι -ήταν- ένας από τους γηραιότερους. Τον κάρφωσα με τη βλαβερή λεπίδα. Άνοιξαν τόσες πληγές… Ολόκληρο το σώμα του μάτωσε, γέμισε γκρίζα ρυάκια. Ρίσκαρα με τη βλαβερή λεπίδα, μπορεί να μην έφερνε αποτέλεσμα. Μα την έμπηξα στον γηραιότερο, Ρούκι! Ήμουν τόσο τυχερή! Μπορείς να φανταστείς όλες εκείνες τις πληγές που κουβαλούσε ένας Φεγγαρόπετρος τετρακοσίων ετών; Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο το ευχαριστήθηκα! Ήταν σφαγή, στυγνή μαζική δολοφονία. Μα… Είναι τόσο κακό που το ευχαριστήθηκα; Είναι αρρωστημένο; Έχω αρχίσει να… να χάνω το μυαλό μου;» Η Λουθένα παραληρούσε. Δεν μπορούσε να σταματήσει να μονολογεί. Όλη εκείνη η αδρεναλίνη που προσπαθούσε να καταπνίξει εσωτερικά απέδρασε μέσα από το στόμα της.

Η Ρούκι την άκουγε υπομονετικά και τα μάτια της γυάλιζαν από θαυμασμό για τη σύντροφό της. Τη διέκοψε με ένα ακόμα φιλί.

«Σ' αγαπώ τόσο πολύ, Λου… Φοβήθηκα για σένα σήμερα… Νόμιζα ότι θα πάθαινες κακό. Δε θα άντεχα να σε χάσω την ίδια μέρα που χάσαμε τη Λάβια…»

«Μη λες ανοησίες! Δε χάσαμε τη Λάβια! Θα βρούμε τρόπο να την επαναφέρουμε. Μετά από αυτό που έκανα σήμερα, ξέρω ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Τα πάντα!» επανέλαβε γεμάτη ενθουσιασμό.

«Είσαι σίγουρη ότι είναι όλοι νεκροί;» τη ρώτησε δύσπιστα. Πίστευε πολύ στις δυνατότητες της Λουθένα, μα το να σκοτώσει κάποιος τέσσερις Φεγγαρόπετρους και να φύγει αλώβητος ήταν σχεδόν αδύνατο.

«Ναι. Είμαι σίγουρη. Δεν τους σκότωσα απλώς. Τους έκαψα ζωντανούς. Κανείς δε θα μπορούσε να αποδράσει από κει μέσα» τη διαβεβαίωσε.

«Εντάξει» είπε τελικά η Ρούκι. «Πώς τους αναγνώρισες; Ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι τους είχα βρει. Τι σε έκανε τόσο βέβαιη;»

«Ένας από αυτούς είχε κατεβασμένη την κουκούλα του στην πομπή. Τον αναγνώρισα στην αγορά. Σχεδόν μου χαμογέλασε. Τι θράσος που έχουν… Πρώτα Καταπνίγουν τους δικούς μας και μετά μας χαμογελάνε. Πάω στοίχημα ότι του γυάλισα κιόλας». Η έκφραση της Λουθένα ήταν παραμορφωμένη από την αηδία. Και μόνο η σκέψη του να κοιμόταν με ένα Φεγγαρόπετρο αρκούσε για να ανακατευτεί.

«Εντάξει. Σταθήκαμε τυχερές, Λουθένα. Ήταν πολύ έξυπνο να τους κάψεις. Θα φανεί σαν ατύχημα». Ξεφύσηξε ανακουφισμένη.

«Τι θα κάνουμε τώρα; Δράσαμε ανεξάρτητα από τους άλλους. Θεωρείς ότι πρέπει να τους πούμε ότι ευθυνόμαστε εμείς για το θάνατο αυτών των τεσσάρων; Ή να υποκριθούμε ότι δεν έχουμε ιδέα τι συνέβη;»

«Δε θα πούμε τίποτα» απάντησε η Λουθένα χωρίς να σηκώνει κουβέντα. «Ήταν προσωπική υπόθεση. Δε θα συμφωνούσαν ποτέ μαζί μας σε αυτό που κάναμε. Μα το χρωστούσαμε στη Λάβια. Άλλωστε…» δίστασε. «Υπήρξαν παράπλευρες απώλειες. Οι αδερφοί Κάερ… είναι όλοι τους νεκροί».

Η Ρούκι γούρλωσε τα μάτια της.

«Τ-τι;» τραύλισε.

«Ήταν αναπόφευκτο. Αλλά λειτουργεί τέλεια ως άλλοθι, Ρούκι. Κανείς δε θα υποπτευθεί ότι έγινε ηθελημένα. Κανείς δε θα έκανε κακό στους Κάερ. Ήμουν τυχερή που οι Φεγγαρόπετροι μπήκαν σε εκείνο το σπίτι και όχι σε κάποιο άλλο». Η έκφραση της Λουθένα ήταν ψυχρή. Η Ρούκι την κοίταξε ανήσυχη, μα δεν είπε τίποτα. Έπρεπε να σεβαστεί το ρίσκο που πήρε η Λουθένα και να της συγχωρέσει λάθη που θα έκανε και η ίδια στη θέση της.

«Έχεις δίκιο. Καταλαβαίνω» απάντησε και την αγκάλιασε ξανά. «Τώρα μένει να περιμένουμε να γυρίσει η Λάβια» συμπλήρωσε, όσο την είχε στην αγκαλιά της.

Αρτεμησία Σ.