The Damaged Trooper (Κεφάλαιο 8)

~Ζέρνοκ, 27η μέρα της 516ης χρονιάς μετά το Μέγα Αμάρτημα~

Πέρασε τις επόμενες μέρες καθαρίζοντας τα ρούχα του, το υπόγειο και παρακολουθώντας παζαρέματα. Έδωσε στον Ίανθ οκτακόσια βίριμπους με αντάλλαγμα να του πάρει μερικά παιδικά αντικείμενα που του ζήτησε. Συγκεκριμένα, ζήτησε δύο ζεστά πουλόβερ, δύο μπλούζες, δύο παντελόνια, δύο βρακάκια και παπούτσια. Ζήτησε, επίσης, τέσσερις σοκολάτες, δύο μπουκάλια πορτοκαλάδα, μια μπάλα και, τέλος, ένα ακόμα ράντζο, με όλα τα απαραίτητα συμπληρωματικά του, δηλαδή σεντόνι, κουβέρτα και μαξιλάρι.

Ο Ίανθ ανασήκωσε τους ώμους του, πήρε τα λεφτά και ξεκίνησε την έρευνα. Κάθε μέρα ερχόταν και διαφορετικός επίδοξος πωλητής με παιδικά ρούχα, λιχουδιές και παιχνίδια. Ο Κάλντορ παρακολουθούσε τον Ίανθ να κάνει παζάρια χωρίς να μιλάει. Ο Ίανθ κατέληξε να ανταλλάξει τα ρούχα με μια κατσαρόλα, δύο ζευγάρια παπούτσια με ένα τηγάνι, τις σοκολάτες με μία μπύρα και την μπάλα με ένα πακέτο τσιγάρα. Πορτοκαλάδα και δεύτερο ράντζο είχε ήδη στην αποθήκη.

«Δεν ξέρω τι σκοπεύεις να καταφέρεις με όλο αυτό» του είπε ο Ίανθ όταν του παρέδωσε τα πράγματα.

«Εγώ ξέρω» απάντησε χωρίς να δέχεται κουβέντα. Εντωμεταξύ, όσες μέρες περνούσαν, το αγόρι συνέχιζε να τρώει το φαγητό που ήταν ακουμπισμένο έξω από την πόρτα του δωματίου του Κάλντορ.



Μέχρι που μια μέρα, ο Κάλντορ αποφάσισε να κάνει ένα πείραμα. Πήγε ο ίδιος να πάρει το φαγητό από τον Ίανθ, το ακούμπησε στο πάτωμα του υπογείου και έκλεισε την πόρτα. Είχε τακτοποιήσει το δεύτερο ράντζο και πάνω του είχε αφήσει όλα τα πράγματα που αγόρασε για το αγόρι.

Μετά από μία ώρα που περίμενε υπομονετικά πάνω στο κρεβάτι του, ακούστηκε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα.

«Ναι;» φώναξε ο Κάλντορ. Κανείς δεν μίλησε. Δεύτερο χτύπημα. «Ποιος είναι;» ξαναρώτησε. Ήθελε να δει αν το αγόρι είχε μιλιά. Τρίτο χτύπημα.

Δεν ήθελε να το φτάσει στα όριά του. Ήδη το παιδί είχε κάνει την υπέρβαση και δεν σκόπευε να παίξει κι άλλο με την πείνα του. Σηκώθηκε βιαστικά και πλησίασε την πόρτα. Έσκυψε και κάθισε στο πάτωμα, ώστε να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με το αγόρι.

«Το φαγητό είναι μέσα. Θα ανοίξω σιγά σιγά την πόρτα. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι. Έχω και μερικά πράγματα να σου δώσω. Μου υπόσχεσαι ότι αν ανοίξω την πόρτα, δεν θα τρέξεις;» το ρώτησε.

Καμία απάντηση.

«Αν μου το υπόσχεσαι, χτύπα την πόρτα δύο φορές» ξαναπροσπάθησε. Και τότε ακούστηκαν δύο δειλά χτυπήματα. Ο Κάλντορ χαμογέλασε ανακουφισμένος. Μισάνοιξε την πόρτα απαλά και περίμενε. Στην αρχή, δεν φάνηκε κανείς. Ένα λεπτό αργότερα, μια μικροσκοπική μορφή άρχισε να εμφανίζεται αργά. Όταν είχε μπει το μισό του σώμα μέσα στο δωμάτιο, στάθηκε στην πόρτα και τον κοίταξε. Ο Κάλντορ του χαμογέλασε γλυκά και έδειξε προς το φαγητό. Το αγόρι εντόπισε το πιάτο και έτρεξε βιαστικά προς το μέρος του. Όρμησε στο πιάτο, το έκανε μια χαψιά και έφυγε τρέχοντας.

Το λες και πρόοδο, σκέφτηκε.

Η κατάσταση με το παιδί συνεχίστηκε με τον ίδιο τρόπο για μερικές εβδομάδες. Δεν αντάλλασσαν κουβέντα, μα το αγόρι χτυπούσε κάθε μέρα την πόρτα του υπογείου και έτρωγε μέσα, παρέα με τον Κάλντορ. Ο Κάλντορ είχε προσπαθήσει να το παρακινήσει να χρησιμοποιήσει κουτάλι και πιρούνι, μα το παιδί ήταν ακατάδεκτο. Με το που τελείωνε το φαγητό του, το έβαζε στα πόδια. Δεν είχε προλάβει να του δείξει αυτά που του είχε αγοράσει ακόμα. Τα ρούχα, τα παπούτσια, οι λιχουδιές και η μπάλα περίμεναν υπομονετικά πάνω στο καινούργιο ράντζο.

Ένα μεσημέρι, μετά την συνηθισμένη ακολουθία κινήσεων, το παιδί έκατσε λίγο περισσότερο πάνω από το άδειο πιάτο του. Το σώμα του είχε πάρει βάρος λόγω του φαγητού που έτρωγε κάθε μέρα και το κουρέλι που φορούσε είχε αρχίσει να το στενεύει. Κοίταζε το πιάτο επίμονα χωρίς να μιλάει.

«Θέλεις κι άλλο;» το ρώτησε διστακτικά ο Κάλντορ, ξέροντας ότι μάλλον δεν θα έπαιρνε απάντηση. Παραδόξως, το παιδί κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Ο Κάλντορ ενθουσιάστηκε και άρπαξε μια από τις σοκολάτες. Την άφησε στο πάτωμα και κάθισε πάνω στο κρεβάτι του. Το αγόρι πλησίασε με περιέργεια την σοκολάτα και την άρπαξε. Πήγε και έκατσε στη συνηθισμένη του θέση, δίπλα από το πιάτο του, και άρχισε να μυρίζει τη λιχουδιά. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, τη δάγκωσε.

«Όχι όχι, θα πρέπει να βγάλεις το περιτύλιγμα» του εξήγησε ο Κάλντορ. Το αγόρι τον κοίταξε σα χαμένο. «Θέλεις να το κάνω εγώ;» Το αγόρι ένευσε καταφατικά. «Ωραία, δώστο μου» το παρότρυνε τεντώνοντας το χέρι του προς το μέρος του. Το αγόρι, χωρίς να δυσκολευτεί ιδιαίτερα, περπάτησε μέχρι τον Κάλντορ και του έδωσε τη σοκολάτα. Ο Κάλντορ την πήρε απαλά και την ξετύλιξε σιγά σιγά εξηγώντας αναλυτικά τις κινήσεις του.

«Κατάλαβες;» το ρώτησε πριν του δώσει το γλυκό. Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του και άρπαξε τη σοκολάτα. Την καταβρόχθισε μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα και κοίταξε τον Κάλντορ ενθουσιασμένο. "Θέλεις κι άλλο;" το ρώτησε. Το παιδί ένευσε. Ο Κάλντορ πήρε και την δεύτερη σοκολάτα πάνω από το ράντζο και του την έδωσε. Το αγόρι ακολούθησε την διαδικασία που του είχε μόλις δείξει ο Κάλντορ και έφαγε αχόρταγα και τη δεύτερη σοκολάτα.

«Θέλεις να μου πεις το όνομά σου;» το ρώτησε.

Το αγόρι μαρμάρωσε.

«Έχεις όνομα;» συνέχισε.

Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.

«Και γιατί δεν μου λες πώς σε λένε;» Σιωπή. «Θες να γίνουμε φίλοι;» Το αγόρι ένευσε. «Εμένα με λένε Κάλντορ. Εσένα;» έκανε μια ακόμη προσπάθεια. Σιωπή. «Οι γονείς σου;» Σιωπή. «Πού είναι;»

Το αγόρι αρχικά δίστασε. Μετά, σήκωσε το αριστερό του χέρι και, σαν ο δείκτης του να σχημάτιζε ένα νοερό μαχαίρι, έκοψε οριζόντια το λαιμό του. «Άξιζαν αυτό το τέλος» απάντησε, με ανεξήγητα ώριμο και ψύχραιμο τόνο για το νεαρό της ηλικίας του.

Ο Κάλντορ ξεροκατάπιε.
Αρτεμησία Σ.


Τα κεφάλαια 
Πρόλογος, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8