Εξόριστοι (Κεφάλαιο 10)

Drite

Ήταν εκείνη η ώρα που απεχθάνονταν περισσότερο, η ώρα που σχολούσαν τα σχολεία και μαζευόταν εκεί συνήθως οι ανεγκέφαλοι πιτσιρικάδες. Στην καλύτερη, θα της αφήναν τα ειρωνικά, προσβλητικά τους σχόλια μαζί με τα αποφάγια τους και εκείνη θα τα δεχόταν χωρίς να μπορεί να πει ή να κάνει οτιδήποτε. Έτσι και αλλιώς, είχε μάθει να υπομένει τα πάντα.

Το αφεντικό της Drite την κοίταξε λοξά πίσω από τον ανοξείδωτο πάγκο, κάνοντάς της νόημα να πάει να πάρει παραγγελία από ένα τραπέζι. Πήρε το σημειωματάριο και στάθηκε μπροστά στους δύο νεαρούς. Ο ένας είχε ένα αυθάδικο πρησμένο πρόσωπο, ενώ ο φίλος του ήταν ένας ψηλός, καχεκτικός τύπος με ένα στεγνό, γεμάτο σπυριά μουσούδι. Την κοίταξε με ένα ηλίθιο βλέμμα και, από το στόμα του που έχασκε καθώς χαμογελούσε, φάνηκαν δυο σειρές κιτρινισμένα δόντια.

-Πού είναι η άλλη γκαρσόνα; τη ρώτησε.

-Έχει ρεπό σήμερα, είπε με σφιγμένα δόντια. Σήμερα σερβίρω εγώ.

-Δε γουστάρω να αγγίζει το φαγητό μου μια αλβανίδα, είπε ο φίλος του καγχάζοντας. Σιχαίνομαι τη ράτσα σας.

Η Drite πίεσε τον εαυτό της να καταπιεί το σχόλιο του.

-Δυστυχώς, μόνο εγώ είμαι σήμερα εδώ. Αν θέλετε καλώς, αλλιώς να του δίνετε.

Ο αδύνατος σηκώθηκε εμφανώς προσβεβλημένος και την άρπαξε νευριασμένος από το χέρι.

-Τι είπες, μωρή βρωμιάρα;

Σήκωσε το χέρι να τη χτυπήσει μα, πριν προλάβει να αντιδράσει η Drite, ένα άλλο χέρι το έπιασε στον αέρα πριν βρει τον στόχο του. Γύρισε ξαφνιασμένη και αντίκρισε έναν άγνωστο νεαρό που είχε εμπλακεί χωρίς να του το ζητήσει.

-Ποιος είσαι εσύ, ρε φίλε και ανακατεύεσαι; ρώτησε ο σπυριάρης.

-Χαλάρωσε, μεγάλε, του είπε ο Φάνης σφίγγοντάς του το χέρι με δύναμη. Η κοπέλα προσπαθεί απλώς να κάνει τη δουλειά της.

Στο σημείο κατέφθασε ο μαγαζάτορας κατακόκκινος και ασθμαίνοντας. Έριξε ένα άγριο βλέμμα στην Drite.

-Μάζεψε τα πράγματα σου και τσακίσου, εμείς θα τα πούμε αύριο.

-Μα, προσπάθησε να πει, μα η οργισμένη ματιά του αφεντικού της την απέτρεψε να συνεχίσει.

Έσκυψε το κεφάλι της και έφυγε βρίζοντας μέσα από τα δόντια της.

-Συγγνώμη για την αναστάτωση, είπε με δουλοπρέπεια γυρνώντας προς τους νεαρούς. Καθίστε, καθίστε, θα σας εξυπηρετήσω σε λίγο!

Ο Φάνης κάθισε στο τραπέζι του χαμογελώντας. Το έλεγε η ψυχή της μικρής. Το βλέμμα της, ο τρόπος που έσφιξε τις γροθιές της και ετοιμάστηκε να του ορμήσει, σωστό αγρίμι. Τότε ήταν που είδε ένα αντικείμενο πεσμένο εκεί δίπλα στα πόδια του. Έσκυψε και το μάζεψε περίεργος. Ήταν ένα ασημένιο βραχιόλι με σκαλισμένα τα γράμματα «liri» επάνω.

Κοίταξε πίσω του, προς το μέρος που είχε πάει η νεαρή σερβιτόρα. Το έβαλε χωρίς δεύτερη σκέψη στην τσέπη του και βγήκε από το μαγαζί. Κάθισε στο απέναντι παγκάκι και μόλις την είδε που έφευγε φουριόζα, έτρεξε να την προφτάσει. Την πρόλαβε λίγο πιο κάτω.

-Ε περίμενε, της είπε, πιάνοντάς την από το μπράτσο.

Γύρισε ξαφνιασμένη και σήκωσε τα χέρια της να αμυνθεί.

-Όπα, της είπε χαμογελώντας. Έρχομαι με ειρήνη!

Σαν κατάλαβε ποιος ήταν, χαμήλωσε τα χέρια και το πρόσωπό της συννέφιασε.

-Δεν ήταν ανάγκη να ανακατευτείς, του είπε. Μπορώ και τα βγάζω πέρα μόνη μου ξέρεις!

Τα μικρά αεικίνητα καστανά της μάτια ήταν γεμάτα θυμό. Τα καστανά μαλλιά της ήταν πιασμένα σε δύο σφιχτές πλεξούδες πάνω από το πλατύ της μέτωπο, ενώ τα λεπτά της χείλη σχημάτιζαν μια λεπτή, κόκκινη γραμμή κάτω από τη μικρή και ομολογουμένως χαριτωμένη της μύτη.

-Ηρέμησε, της είπε. Απλά ήθελα να σου δώσω αυτό.

Έβγαλε το βραχιόλι από την τσέπη του και εκείνη το κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Έπιασε ασυναίσθητα τον καρπό της και διαπίστωσε ότι όντως έλειπε από το χέρι της. Του το άρπαξε με βία και το φόρεσε ξανά.

-Παρακαλώ, της είπε με μια δόση ειρωνείας και αυτή τον κοίταξε θυμωμένη.

-Πρέπει να φύγω, του είπε. Έχω δουλειά.

-Τουλάχιστον πες μου το όνομά σου! της φώναξε μα εκείνη ούτε που του έδωσε σημασία.

Έμεινε να την κοιτά που απομακρύνονταν και χαμογέλασε. Γύρισε και κάθισε στο παγκάκι και περίμενε υπομονετικά. Μόλις είδε τους δύο νεαρούς να βγαίνουν από το μαγαζί, τους πλησίασε με δύο μεγάλες δρασκελιές. Πριν προλάβουν καν να τον αντιληφτούν και να αντιδράσουν, με μια γροθιά ξάπλωσε τον αδύνατο στο οδόστρωμα αιμόφυρτο, σπάζοντας του δυο δόντια και έπιασε τον δεύτερο από την μπλούζα και τον κόλλησε με δύναμη στον τοίχο.

-Αν σας ξαναδώ εδώ κοντά, θα σας διαλύσω! Συνεννοηθήκαμε;

 Ηλίας Στεργίου