Φοίνιξ (Κεφάλαιο 12)

Δευτέρα 28 Αυγούστου, 8:20

Ο Κρίστοφερ βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω σε όλο το διαμέρισμα. Από τη στιγμή που η Χλόη του αποκάλυψε το όνομα το οποίο την εμπόδιζε να βρει τον Τζέιμς, δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Ήθελε να ξεδώσει κάπου, να αρχίσει να σπάει ό,τι έβρισκε μπροστά του ή να δείρει κάποιον και πιο συγκεκριμένα τον Λούκας. Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε προδώσει μόνο τα Φαντάσματα, αλλά και τον ίδιο και ίσως με το χειρότερο τρόπο. 
Αν τον είχε μπροστά του, θα τον έκανε μαύρο στο ξύλο.

«Κρις» αναφώνησε η Χλόη και τον έπιασε μαλακά από τον ώμο για να τον σταματήσει. «Έχουμε εξελίξεις»

«Τι εξελίξεις; Τον βρήκατε;»

Η κοκκινομάλλα πίεσε τα χείλη της μεταξύ τους και το βλέμμα της έγινε θλιμμένο.

«Δεν τον βρήκαμε και αυτό οφείλεται στον ίδιο το Φοίνικα. Αυτή τη φορά αυτός εμποδίζει το Σμαραγδένιο Δράκο να εντοπίσει τον Τζέιμς»

Ο νεαρός έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. «Ορίστε;» ψέλλισε σαστισμένος. Από πού κι ως πού ο Φοίνικας δεν ήθελε να βρεθεί;

«Κρις» έκανε η κοπέλα ανήσυχη και τοποθέτησε τις παλάμες της στους ώμους του. «Μάλλον τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο νομίζαμε»

«Τι εννοείς;»

«Πάμε στο σαλόνι μαζί με τους υπόλοιπους και θα σου εξηγήσουμε»

Εκείνος έγνεψε θετικά και την ακολούθησε. Στο σαλόνι ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι υπόλοιποι. Ο Άγγελος, ο Μαξ, η Ηλιάνα και η Μυρτώ. Τις δύο τελευταίες τις είχαν ξυπνήσει με το που έμαθαν για τον Τζέιμς. Είχε πάει ο Μαξ από το διαμέρισμα όπου έμενε με την αδελφή του και τις είχε κυριολεκτικά ρίξει από το κρεβάτι για να ξυπνήσουν. Η Μυρτώ ήταν η εύκολη περίπτωση, μιας και με το που άκουσε για την εξαφάνιση του Τζέιμς ετοιμάστηκε πιο γρήγορα και από δρομέα. Από την άλλη, η Ηλιάνα κοιμόταν πολύ βαριά, με αποτέλεσμα να της ρίξουν ένα ποτήρι με παγωμένο νερό. Και να τες τώρα, έπιναν τον πρωινό τους καφέ στο διαμέρισμα του Κρίστοφερ. Η Μυρτώ ήταν πάνω από τον φορητό της υπολογιστή, ενώ η Ηλιάνα καθόταν δίπλα της στον καναπέ.

«Η Χλόη μού είπε ότι έχουμε νέα» μπήκε κατευθείαν στο ψητό ο νεαρός με τα πράσινα μάτια.

«Η Μυρτώ έχει, βασικά» σχολίασε η Ηλιάνα και έγνεψε προς την κοπέλα με τα γκρι μάτια.

«Αχά. Εντόπισα τον Λούκας από τις κάμερες ασφαλείας της πόλης κοντά στο δημοτικό κολυμβητήριο» απάντησε η Μυρτώ με τη σειρά της. «Βέβαια, δε μπορώ να γνωρίζω αν βρέθηκε τυχαία εκεί ή όχι»

«Μπορώ να πάω να το ερευνήσω» πρότεινε ο Άγγελος. «Ανήκω στη στρατιωτική ακαδημία, άρα έχω τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσω τις δυνάμεις και το όπλο μου όποτε θέλω, χωρίς να χρειαστεί να δώσω εξηγήσεις»

«Αν, όμως, συναντήσεις τον Λούκας, ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι δε θα χρησιμοποιήσει τον ρούνο Μέριλ εναντίον σου, Άγγελε;» ρώτησε η Χλόη. «Μην ξεχνάς πως έχει ακόμα ισχύ μιας και σφραγίζει τις δυνάμεις του Μαύρου Ρόδου»

«Τότε έλα κι εσύ! Με τη δύναμη του Δράκου, εξάλλου, μπορείς να τον κάνεις να μην έχει επιρροή πάνω μου!»

«Αυτό δε γίνεται. Αν ο Φοίνικας είναι όντως κάπου εκεί κοντά και νιώσει τον Σμαραγδένιο Δράκο, τότε το πιο πιθανό είναι πως θα πάει αλλού. Θα υψώσει τα τείχη του ακόμα περισσότερο»

«Θα πάω εγώ» ακούστηκε η φωνή της Ηλιάνας και όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. «Για τον Λούκας είμαι ακίνδυνη, μιας και δεν έχω δυνάμεις και μπορώ να πάρω και το μπλοκ μου μαζί, ότι τάχα πήγα εκεί για να σχεδιάσω»

«Ούτε να το σκέφτεσαι, ηλιαχτίδα μου!» δήλωσε κατηγορηματικά ο Μαξ. «Δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω να πας μόνη σου στο στόμα του λύκου!»

«Μα-»

«Δεν έχει μα! Ο Λούκας είναι επικίνδυνος και δεν ξέρουμε και αν είναι μόνος του ή με ομάδα!» επέμεινε ο Μαξ. «Δε σε αφήνω να πας εκεί! Μυρτώ, στήριξέ με!»

Η μικρή του αδελφή σήκωσε το γκρίζο βλέμμα της από την οθόνη του υπολογιστή και κοίταξε μία τον Μαξ και μία την κολλητή της.

«Εδώ θα πάω με τον αδερφό μου. Είναι επικίνδυνα»

«Ναι, αλλά δε μπορώ να κάθομαι με σταυρωμένα τα χέρια!» ξέσπασε η κοπέλα με τα γυαλιά. «Όλοι σας έχετε κάποιο ρόλο σε αυτή την υπόθεση! Όλοι εκτός από μένα! Δηλαδή, εγώ τι είμαι, η μασκότ;»

Κανένας δε μίλησε και μία αμήχανη σιωπή έπεσε στο χώρο. Η Ηλιάνα άφησε την κούπα της στην ξύλινη επιφάνεια του χαμηλού τραπεζιού και φόρεσε τα πάνινα παπούτσια της. Πήρε την τσάντα της και βρόντηξε την πόρτα πίσω της, καθώς έφευγε. Οι υπόλοιποι αλληλοκοιτάχτηκαν, μην μπορώντας να συνειδητοποιήσουν τι είχε γίνει ακριβώς.

«Πάω να της μιλήσω» δήλωσε ο Άγγελος και ακολούθησε την κοπέλα.

Έτσι όπως έφυγε φουριόζα από το διαμέρισμα του Κρίστοφερ, είχε ξεχάσει το κινητό της. Αλλά ποσώς την ένοιαζε, μιας και τα νεύρα της είχαν γίνει κρόσσια. Άκουσε βήματα να την πλησιάζουν και κάποιον να φωνάζει το όνομά της, ωστόσο, προτίμησε να τον αγνοήσει. Εκείνος, όμως, επέμεινε και τη σταμάτησε, πιάνοντάς την από το μπράτσο.

«Ηλιάνα!» είπε για δωδέκατη φορά ο Άγγελος και τη γύρισε προς το μέρος του. «Περίμενε».

«Τι θες;» γρύλισε εκείνη.

«Να μιλήσουμε. Σε παρακαλώ».

«Δεν έχω όρεξη» του αντιγύρισε.

«Σε παρακαλώ!» επέμεινε ο νεαρός και την κοίταξε παρακλητικά. Η κοπέλα πλατάγισε τη γλώσσα της και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει.

«Ξέρω μία ωραία καφετέρια, έλα…»

Τον πήγε σε μία καφετέρια, η οποία βρισκόταν σε μία ήσυχη γειτονιά. Για την ακρίβεια, μέχρι πριν από δύο χρόνια ήταν από τις κακόφημες γειτονιές, αλλά αυτό είχε αλλάξει χάρη στις προσπάθειες των επιθεωρητών Άντονι Γκρέις και Μπρέντα Τζόουνς. Άνοιξε την πόρτα και ένα κουδούνι ανακοίνωσε την άφιξή τους. Το ξανθό κεφάλι της ιδιοκτήτριας ξεπρόβαλλε κάτω από το μπαρ και τους χαμογέλασε θερμά.

«Καλημέρα, Ηλιάνα!»

«Γεια σου Τζιν!» χαιρέτησε η κοπέλα και κατευθύνθηκε προς ένα γωνιακό τραπέζι, δίπλα από τη τζαμαρία.

«Ωραίο μέρος!» αναφώνησε ο Άγγελος και κάθισε στην καρέκλα απέναντι από την κοπέλα.

«Τι ήθελες να μου πεις;» μπήκε κατευθείαν στο θέμα η Ηλιάνα.

«Καταρχάς, σου έφερα το κινητό σου» απάντησε και της έδωσε τη συσκευή. «Δεύτερον, ξέρεις, καταλαβαίνω πώς νιώθεις σχετικά με όλο αυτό… και έχεις δίκιο»

Η κοπέλα ύψωσε επιδεικτικά το φρύδι της. Πήγε να απαντήσει, αλλά εκείνη τη στιγμή ήρθε η Τζιν να τους πάρει παραγγελία.

«Έχω;» έκανε μόλις η ιδιοκτήτρια έφυγε, κι ο Άγγελος έγνεψε καταφατικά.

«Αλλά το ξέρεις ότι έχουν και αυτοί ένα δίκιο, σωστά;»

«Σωστά...» μουρμούρισε απρόθυμα η κοπέλα. «Αλλά επειδή δεν έχω κάποιες ειδικές ικανότητες, όπως εσείς, δε σημαίνει ότι δεν είμαι ικανή να σας βοηθήσω!»

«Ναι, φυσικά! Δε διαφωνώ!»

«Γιατί διαισθάνομαι ότι υπάρχει και ένα αλλά εδώ;»

«Επειδή υπάρχει. Στην πραγματικότητα είσαι πιο χρήσιμη απ' όσο πιστεύεις. Απλά ο Μαξ και ο Κρις προσπαθούν να σας προστατεύσουν εσένα και τη Μυρτώ όσο πιο πολύ μπορούν».

«Η Μυρτώ είναι πιο μπλεγμένη από μένα!»

«Το ξέρω. Γι' αυτό ο Μαξ βάζει τα δυνατά του να μην μπλέξεις παραπάνω κι εσύ! Σε νοιάζεται, Ηλιάνα! Οπότε, μην του θυμώνεις, σε παρακαλώ!»

Η κοπέλα ξεροκατάπιε.

«Δεν του θυμώνω γιατί νοιάζεται, Άγγελε! Απλά θέλω κι εγώ να βοηθήσω!» είπε, κι έκανε παύση καθώς ένας σερβιτόρος τούς έφερε τα ροφήματά τους.

«Κι εγώ, μόνο που ούτε κι εμένα με αφήνουν!» σχολίασε ο Άγγελος, κάνοντας την Ηλιάνα να απορήσει.

«Γιατί δε σε αφήνουν; Αφού είσαι σαν κι αυτούς!»

«Επειδή ο Λούκας -αυτός που έχει τον Τζέιμς- έχει τη δύναμη των ρούνων»

«Ναι, και;»

«Το θέμα είναι ότι έχει τη δυνατότητα να με κάνει μαριονέτα του με έναν ρούνο, τον οποίο δημιούργησε η Χλόη»

«Δεν μπορεί να τον ακυρώσει, κάπως;» ρώτησε η Ηλιάνα μπερδεμένη.

«Μπορεί, αλλά αν το κάνει, τότε θα ελευθερωθεί το Μαύρο Ρόδο, πράγμα το οποίο θέλουμε να αποφύγουμε» της εξήγησε. «Οπότε, εγώ είμαι έξω από το παιχνίδι, όσο δεν είναι μαζί μου η Χλόη»

Τα χείλη της κοπέλας είχαν σχηματίσει ένα 'ο'. «Θέλεις να τους κάνουμε κερκίδα;» πρότεινε μετά από ένα λεπτό σιωπής. Ο Άγγελος γέλασε ελαφρά και ήπιε μία γουλιά από τον κρύο καφέ του.

«Μέσα!»

Το κουδουνάκι της πόρτας αντήχησε στην ήσυχη καφετέρια, σημάδι πως κάποιος είχε εισέλθει στο χώρο. Ακούστηκε η φωνή της Τζιν να καλημερίζει τον νέο πελάτη, αλλά εκείνος είχε αλλού το νου του και δεν της απάντησε.

«Ηλιάνα!» ακούστηκε η φωνή του Μαξ και αυτός προχώρησε προς το τραπέζι στο οποίο καθόταν με τον Άγγελο. Φαινόταν ανήσυχος και αναψοκοκκινισμένος λες και είχε τρέξει σε μαραθώνιο.

«Γιατί έφυγες έτσι από το σπίτι; Χωρίς κινητό και χωρίς να ενημερώσεις για το πού θα βρίσκεσαι;»

Η κοπέλα ανακάτεψε με το καλαμάκι τον καφέ της και έστρεψε το βλέμμα της προς τα αριστερά, στον Μαξ, ο οποίος είχε καθίσει δίπλα της.

«Το κινητό το ξέχασα και όσο για το μέρος, τυχαία ήρθαμε εδώ»

«Δεν ξέρεις πόσο ανησύχησα, ηλιαχτίδα μου!»

Η Ηλιάνα έριξε μία κλεφτή ματιά στον Άγγελο, ο οποίος ανασήκωσε απλά τους ώμους του και χαμογελούσε αχνά.

«Σε παρακαλώ, μη μου το ξανακάνεις αυτό!» συνέχισε ο Μαξ.

«Καλά, δε θα σ' το ξανακάνω!» απάντησε η Ηλιάνα. «Αλλά θα με αφήνετε να βοηθάω!»

Ο νεαρός αναστέναξε και τα γαλανά του μάτια γέμισαν με ανακούφιση.

«Ήδη βοηθάς πιο πολύ απ' όσο φαντάζεσαι».

«Πώς;»

«Είσαι το φως μέσα στο σκοτάδι που έχουμε όλοι»

«Ορίστε;»

«Είσαι η πιο αθώα από όλους μας, Ηλιάνα! Μας δίνεις ελπίδα και μόνο που είσαι μαζί μας! Σαν τις ηλιαχτίδες που πάντα θα ξετρυπώνουν ανάμεσα από τα κλειστά παντζούρια σε ένα σκοτεινό δωμάτιο… Όσο παράξενο και να σου φαίνεται, χάρη σε σένα παραμένουμε στην επιφάνεια και δε βυθιζόμαστε»

Η κοπέλα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Δεν ήξερε τι να απαντήσει στα λόγια, γεμάτα ειλικρίνεια, του φίλου της. 

«Δεν- δεν ξέρω τι να απαντήσω...»

«Δε χρειάζεται να απαντήσεις, ηλιαχτίδα μου, αρκεί που με άκουσες»

«Τώρα ξέρεις ότι είσαι σημαντική για την ομάδα και μόνο που κάθεσαι στις κερκίδες» δήλωσε ο Άγγελος και της έκλεισε το μάτι ενθαρρυντικά.

Γυρίζοντας πίσω στο διαμέρισμα του Κρίστοφερ, τους βρήκαν περίπου όπως τους είχαν αφήσει. Ο νεαρός με τα πράσινα μάτια βημάτιζε ακόμα νευρικά πάνω κάτω στο χώρο, η Χλόη στεκόταν δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και φαινόταν χαμένη στις σκέψεις της και η Μυρτώ πληκτρολογούσε κάτι στον υπολογιστή.

«Καμία εξέλιξη;» ρώτησε ο Άγγελος.

«Η Θάλεια πήγε να ελέγξει το μέρος» έδωσε την απάντηση η Μυρτώ.

«Η Θάλεια;» της ξέφυγε της Ηλιάνας.

«Είναι Φάντασμα» σχολίασε ο Μαξ.

«Πόσα να αντέξω σε μία μέρα, η έρημη!» μουρμούρισε η κοπέλα με τα γυαλιά και έβγαλε τα παπούτσια της. Ο Μαξ της έκανε νόημα να καθίσει δίπλα της στον καναπέ και η κοπέλα κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Πριν προλάβει να κάτσει, ο νεαρός την έπιασε από τη μέση και την έβαλε να καθίσει στα πόδια του.

«Τι κάνεις;» αναφώνησε έκπληκτη η κοπέλα και έκανε να φύγει, αλλά το κράτημα του Μαξ δυνάμωσε γύρω της.

«Θέλω να σε έχω στην αγκαλιά μου, κακό είναι;» απάντησε αισθησιακά, με την ανάσα του να γαργαλάει το αυτί της. Άθελά της, η Ηλιάνα κοκκίνισε.

«Μα, αγάπη μου, έχουμε κοινό! Και το ξέρεις ότι ντρέπομαι!»

Ο νεαρός την έσφιξε πάνω του και της έδωσε ένα φιλί στον κρόταφο.

«Αυτό που μου αρέσει σε εσάς, είναι ότι συμπεριφέρεστε πιο πολύ σαν ζευγάρι απ' ο τι εγώ με τη Χλόη ή η Μυρτώ με τον Κρις» σχολίασε ο Άγγελος.

«Φαντάσου και να ήταν όντως ζευγάρι!» δήλωσε η Μυρτώ. Τα γκρίζα μάτια της ξεκόλλησαν στιγμιαία από την οθόνη του υπολογιστή και πρόσεξε τον Κρίστοφερ, ο οποίος περιφερόταν μέσα στο διαμέρισμα. Άφησε τη συσκευή στην άκρη και τον πλησίασε.

«Κρις, γιατί δεν πας να κοιμηθείς καλύτερα; Δείχνεις πολύ χλομός...»

«Έχω τόσα νεύρα που δε θα με πάρει ο ύπνος, Μυρτώ μου»

«Ναι, αλλά πρέπει να κοιμηθείς, για να έχεις δυνάμεις για απόψε!»

«Το ξέρω, αλλά-»

«Δεν έχει αλλά!» τον διέκοψε η κοπέλα. «Πήγαινε μέσα στο δωμάτιο κι εγώ θα σου φτιάξω ένα χαμομήλι!»

Ο Κρίστοφερ, καταλαβαίνοντας πως δεν είχε άλλη επιλογή, έγνεψε καταφατικά. Η κοπέλα του είχε δίκιο, χρειαζόταν ύπνο για να ανταπεξέλθει στη δουλειά του ως εκδικητής. Η Μυρτώ του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και τον προέτρεψε να πάει στο δωμάτιό του. Η ίδια κατευθύνθηκε προς την κουζίνα και έβαλε νερό στο βραστήρα. Κατέβασε μία κούπα από το ντουλάπι και τοποθέτησε μέσα σε αυτή ένα φακελάκι τσάι χαμομήλι. Από ένα άλλο ντουλάπι έβγαλε μία συσκευασία με μπισκότα και την άνοιξε. Έβαλε το νερό στην κούπα και πρόσθεσε και ένα κουταλάκι του γλυκού μέλι. Σε ένα πιάτο τοποθέτησε μερικά μπισκότα και στη συνέχεια πήγε προς το δωμάτιο του Κρίστοφερ. Τον βρήκε καθισμένο στο σκαμπό του πιάνου, τα ακροδάχτυλά του να χαϊδεύουν απαλά τα πλήκτρα από σμάλτο.

«Έτοιμο το τσάι!» ανακοίνωσε και άφησε την κούπα και το πιάτο πάνω στην επιφάνεια του γραφείου. «Και επειδή είμαι σίγουρη ότι δεν έχεις φάει τίποτα από χθες το βράδυ, σου έφερα και μερικά μπισκότα»

«Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα...» της χαμογέλασε ζεστά ο Κρίστοφερ και αφού σηκώθηκε από τη θέση του της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και την ευχαρίστησε.

«Μην ανησυχείς, Κρις, όλα θα πάνε καλά» προσπάθησε να τον καθησυχάσει και τον αγκάλιασε σφιχτά.

Ξανθίππη Γιωτοπούλου