Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 8)


Το επόμενο πράγμα που αντιλήφθηκα ήταν οι επαναλαμβανόμενες προσφωνήσεις του ονόματός μου από τον Σεμπάστιαν. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, βρισκόμουν ξαπλωμένη στο στρώμα και εκείνος ήταν σκυμμένος πάνω μου με διαγραμμένη την ανησυχία στο πρόσωπό του –αυτό το είχα ξαναζήσει.

«Με κατατρόμαξες!» σχολίασε μόλις ανασηκώθηκα από το στρώμα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ήμουν λαχανιασμένη και το στομάχι μου πονούσε. «Τι συνέβη;»

Η ερώτησή του ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

«Εγώ θα είμαι αυτή που θα εξηγήσει τι συνέβη; Εσύ να μου πεις τι συνέβη! Κάθε φορά που ακολουθώ τις οδηγίες σου βρίσκομαι λιπόθυμη και το στομάχι μου κοντεύει να εκραγεί!» είπα αγανακτισμένη από όλα αυτά που μου είχαν συμβεί τις τελευταίες ημέρες, αλλά το ξέσπασμά μου προερχόταν κυρίως από το γεγονός ότι φοβόμουν. Εξαρχής φοβόμουν. Διένυα ήδη την τρίτη ημέρα στην Ακαδημία –τρίτη ημέρα που το σώμα μου θα έμοιαζε νεκρό–, κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι μου συνέβαινε και δεν είχα λάβει ξεκάθαρη απάντηση αν θα γύριζα ποτέ πίσω. Και τώρα, αυτό!

Το σαστισμένο βλέμμα του Σεμπάστιαν με ώθησε να συνειδητοποιήσω σε ποιον ακριβώς φώναζα. Δαγκώθηκα στιγμιαία, αλλά παρέμεινα να τον κοιτάζω σταθερά. Το υπόλοιπο τμήμα είχε στραφεί προς το μέρος μας, ενώ κάποιοι είχαν πλησιάσει, πιθανότατα όσο ήμουν λιπόθυμη.

Ανοιγόκλεισε δυο τρεις φορές τα μάτια του, ώστε να βρει την αυτοκυριαρχία του.

«Ηρέμησε».

Μα πώς δεν το σκέφτηκα;

Στριφογύρισα τα μάτια μου και προσπάθησα να σηκωθώ από το πάτωμα. Αυθόρμητα έκανε κίνηση να με βοηθήσει, όμως τελευταία στιγμή φάνηκε να θυμάται την κατάστασή μου και δεν την ολοκλήρωσε ποτέ. Με κοιτούσε υπομονετικά μέχρι που κατάφερα να σταθώ, αφότου σταμάτησε να φέρνει γύρω το δωμάτιο. Με ένα νόημα κινητοποίησε τους παρευρισκόμενους να απομακρυνθούν και να συνεχίσουν τις ασχολίες τους και εκείνοι τον υπάκουσαν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Αυτό ήταν κάτι που μου προκαλούσε εντύπωση στον Σεμπάστιαν. Όλοι τον σέβονταν και τον άκουγαν χωρίς αντιρρήσεις, μαθητές και εργαζόμενοι στην Ακαδημία.

«Πες μου τι συνέβη» είπε χαμηλόφωνα μόλις μείναμε οι δυο μας.

Δεν ήμουν σίγουρη τι έπρεπε να του απαντήσω.

«Νομίζω πως… παραλίγο να πεθάνω» σχολίασα, με τη συνειδητοποίηση να στέλνει ρίγη σε όλο μου το σώμα.

Εκείνος σκυθρώπιασε.

«Δε λιποθύμησες απλώς;»

«Δε… Δεν ξέρω» προσπάθησα να βάλω το μυαλό μου σε μια τάξη και να απαντήσω. «Όχι αμέσως. Ήμουν κάπου σκοτεινά. Φοβήθηκα, Σεμπάστιαν. Φοβήθηκα πως θα χαθώ για πάντα. Όπως την ημέρα που με βρήκες. Μου είπες ότι εδώ δεν κινδυνεύω. Ήταν όλα ψέματα;» η φωνή μου πήγε να σπάσει και κρατιόμουν με δυσκολία να μην ξεσπάσω σε κλάματα.

«Πρέπει να μιλήσουμε. Η κατάσταση είναι πιο σοβαρή από ό,τι πίστευα. Θα έρθω να σε βρω το βράδυ, να είσαι έτοιμη στις εννιά. Προς το παρόν θα σε πάω στο δωμάτιό σου. Χρειάζεσαι ξεκούραση».

Πήγα να φέρω αντιρρήσεις, όμως το αυστηρό του βλέμμα μού απάντησε πως δε χωρούσε η παραμικρή κουβέντα. Άφησε μερικές οδηγίες στους υπόλοιπους μαθητευόμενους και βγήκαμε έξω από την αίθουσα. Όσο προχωρούσαμε αντιλήφθηκα πως δεν υπήρχε μέλλον αν ξεκινούσα τις ερωτήσεις. Εφόσον μου είπε πως θα συζητήσουμε το βράδυ, αυτό και μόνο θα γινόταν.

«Αλήθεια, γιατί σε φοβούνται όλοι τόσο;» ρώτησα.

Ένα στραβό χαμόγελο ήταν η αρχική του αντίδραση.

«Ποιος σου είπε ότι με φοβούνται;»

«Κανείς. Εγώ το διαπίστωσα».

«Εσύ με φοβάσαι;» ρώτησε χωρίς να με κοιτάζει.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Δεν τον φοβόμουν με την κυριολεκτική έννοια του όρου, ωστόσο ήταν ένα κομμάτι του «κόσμου» που φοβόμουν. Επιπλέον η παρουσία του κοντά μου μου προκαλούσε περίεργα συναισθήματα. Άνετα μαζί του δεν ένιωθα, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.

«Λίγο» απάντησα τελικά.

Το μικρό ειρωνικό χαμογελάκι επέστρεψε στο πρόσωπό του και, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την πορεία μας, είπε κοφτά:

«Ωραία».

Η επόμενη φορά που ξαναμίλησε ήταν όταν φτάσαμε στην πτέρυγά μου. Στάθηκα μπροστά στην πόρτα μου, έτοιμη να τον αποχαιρετίσω, όμως η στάση του έλεγε πως εκείνος δεν ήταν διατεθειμένος να το κάνει.

«Να φύγω ή θα ξαναλιποθυμήσεις;» με πείραξε.

«Θα είμαι εντάξει. Δε χρειαζόταν καν να έρθεις μέχρι εδώ. Έχω μάθει κάποια πράγματα» δήλωσα και μπήκα στο δωμάτιο.

Ο Σεμπάστιαν ανασήκωσε το ένα του φρύδι, ενώ ακουμπούσε στο κούφωμα της πόρτας.

«Ναι, μου το απέδειξες χθες. Λοιπόν, γρήγορα, ξάπλωσε».

Υπάκουσα και σε πολύ λίγο βρισκόμουν κάτω από το λεπτό πάπλωμα που πλαισίωνε το κρεβάτι μου, το οποίο εξυπηρετούσε σκοπούς ανάπαυσης και όχι τόσο θερμοκρασίας. Βολεύτηκα στη θέση μου και τον κοίταξα με το ύφος μου να φωνάζει «Εντάξει τώρα;»

Χαμογέλασε και μου ένευσε θετικά, έτοιμος να φύγει.

«Τι πιστεύεις πως συνέβη σήμερα;» ρώτησα, μην μπορώντας να κρατηθώ για αργότερα.

Αφού αμφιταλαντεύτηκε για λίγα δευτερόλεπτα, μπήκε στο δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Πήρε την καρέκλα του γραφείου μου, την τοποθέτησε δίπλα στο κρεβάτι και κάθισε.

«Δεν είμαι σίγουρος. Μοιάζει σαν να μπορείς να μεταφερθείς σε άλλα σημεία. Σε σημεία έξω από την Ακαδημία. Σε μέρη που, για παράδειγμα, κυριαρχούν οι δαίμονες. Πράγμα αδύνατον…»

Δεν ήθελε να με τρομάξει. Τα λόγια του είχαν ειπωθεί σιγανά, με προσοχή. Σαν να ακουμπούσαν πάνω σε ένα εύθραυστο γυαλί.

«Δεν μπορώ να καταλάβω πλήρως τι συμβαίνει με εσένα, Ναντίν» συμπλήρωσε. Είσαι τόσο… διαφορετική».

Ένιωσα το άγχος να με κυριεύει, με έναν περίεργο, αλλιώτικο τρόπο από αυτόν που είχα συνηθίσει. Δεν είχα αφομοιώσει ακόμη τους παραλλαγμένους τρόπους που λειτουργούσαν όλα στο αστρικό πεδίο. Κυρίως έμοιαζε σαν ένα μούδιασμα σε όλο μου το σώμα.

«Εγώ θα το αποκαλούσα άχρηστη» σχολίασα τελικά, βγάζοντας από μέσα μου όλη την πικρία που είχε συγκεντρωθεί, εξαιτίας της απραγμοσύνης μου.

«Εντελώς το αντίθετο» έδειξε να ξαφνιάζεται. «Δε θα ανταπεξέρχονταν πολλοί Άνιμους όπως εσύ. Τόσες μέρες δίχως να έχεις περάσει στο τρίτο στάδιο ύλης… Άλλοι θα κινδύνευαν να χαθούν στην άβυσσο».

Η υπενθύμιση πως ο χρόνος μου τελείωνε δεν ήταν κάτι που χρειαζόμουν.

«Και πώς ξέρεις ότι εγώ δεν κινδυνεύω να χαθώ;» ρώτησα ανήσυχη.

«Θα υπήρχαν σημάδια. Θα εξασθενούσες υπερβολικά. Δε θα μπορούσες να ανταπεξέλθεις στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Για αυτό σε έβαλα να ξεκινήσεις κανονικά τη φοίτηση. Ήταν ένα τεστ…» Τα μάτια του έλαμψαν με πονηριά. «Το οποίο πέρασες εύκολα. Είναι σαν να είσαι μια φυσιολογική Άνιμους, όμως κάτι μοιάζει να σε κρατά πίσω».

Τα λόγια του ακουμπούσαν πολλές χορδές μου, δυσκολεύοντάς με να απαντήσω το οτιδήποτε.

«Έχεις δύναμη μέσα σου και ας μην το πιστεύεις. Είσαι ξεχωριστή. Το νιώθω».

Το μόνο που δε χρειαζόταν τώρα ήταν το μικρό χαμόγελο που έσπασε το κατά τα άλλα σοβαρό πρόσωπό του. Αν δεν ήμουν ήδη ξαπλωμένη, ίσως να είχα χάσει την ισορροπία μου από τα απανωτά σοκ.

«Σε… σε ευχαριστώ» είπα, κοιτάζοντάς τον στα μάτια, πρώτη φορά για τόση συνεχόμενη ώρα. Δεν έδειχνα καμία προθυμία να τα αποσύρω, και το μούδιασμά μου εξαπλωνόταν στη συνειδητοποίηση πως ούτε εκείνος απομάκρυνε τα δικά του.

Η στιγμή αυτή δε θα κρατούσε για πάντα, όμως.

«Σε αφήνω να ξεκουραστείς και θα περάσω να σε πάρω το βράδυ».

 

Λίγο μετά από τις εννιά βρισκόμασταν έξω από μία μεγάλη πόρτα, στην οποία αναγραφόταν με χρυσά γράμματα η ονομασία του μέρους.

«Σοβαρά τώρα; Μαύρη Σούπα;» κορόιδεψα.

Ο Σεμπάστιαν μειδίασε.

«Είμαι σίγουρος ότι θα σου αρέσει».

Έσπρωξε τη βαριά πόρτα και μια απαλή μουσική ήρθε στα αυτιά μου. Με εξέπληξε ευχάριστα και ακολούθησα τον εκπαιδευτή μου, που κατευθυνόταν στο εσωτερικό του μισογεμάτου μαγαζιού.

Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα χωρίς την επίσημη ενδυμασία της Ακαδημίας και ομολογουμένως ήταν ένα πολύ ευχάριστο θέαμα. Το στενό τζιν που αγκάλιαζε τους γοφούς του και η γκρι μπλούζα που αναδείκνυε το σφιχτό σώμα του τον έκαναν να δείχνει τρομερά σέξι, γοητευτικό και ανάλαφρο ταυτόχρονα –ειδικά από την οπτική που είχα εκείνη τη στιγμή. Η πιο ανοιχτόχρωμη μπλούζα αναδείκνυε το σταρένιο δέρμα και τα καστανοπράσινα μάτια του. Ο Σεμπάστιαν γενικώς απέπνεε κάτι μυστήριο και παρότι άνετα θα τον χαρακτήριζε κανείς όμορφο, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του ήταν η γοητεία του. Το βλέμμα του ήταν πάντα έντονο, εύκολα αντιλαμβανόσουν πως σκεφτόταν πολλά περισσότερα από όσα τελικά εξέφραζε και, όταν χαμογελούσε... Όταν χαμογελούσε ήξερες πως είχες κάνει κάτι σωστό.

Τίναξα το κεφάλι μου τη στιγμή που εκείνος σταμάτησε να βηματίζει, συνειδητοποιώντας πως δεν είχα παρατηρήσει καθόλου το δωμάτιο γύρω μας. Έριξα κλεφτές ματιές, ενώ ο Σεμπάστιαν με ρωτούσε αν μου άρεσε να καθίσουμε στο συγκεκριμένο τραπέζι. Ο χώρος θύμιζε παμπ δεκαετίας του σαράντα, με έναν μεγάλο πάγκο και διάσπαρτα ξύλινα τραπέζια. Έψαξα με το βλέμμα μου την πηγή της μουσικής, ενώ ταυτόχρονα καθόμουν στην καρέκλα που είχε τραβήξει για εμένα ο Σεμπάστιαν, για να εντοπίσω μία μικρή ορχήστρα που έπαιζε ζωντανά.

«Πώς σου φαίνεται;» πήρε τον λόγο εκείνος, αφότου βολευτήκαμε στις θέσεις μας.

«Περίεργο» είπα αυθόρμητα, προκαλώντας του ένα βλέμμα απορίας. «Δεν περίμενα πως θα υπήρχε εδώ κάτι τέτοιο» δικαιολογήθηκα.

«Σωστά. Έχεις να ανακαλύψεις πολλά για το αστρικό πεδίο ακόμα. Νιώθεις καλύτερα;»

«Αρκετά. Δεν ξεκουράστηκα και πολύ. Μόλις έφυγες με επισκέφθηκαν ο Ρετζινάρντο και η Άντρεα και δεν έλεγαν να φύγουν, αν δε βεβαιώνονταν πως ήμουν εντελώς καλά» ανασήκωσα τους ώμους μου.

«Χαίρομαι» σχολίασε. «Είμαι σίγουρος πως ο Ρετζινάρντο θα σε βοηθήσει να εξερευνήσεις όλα τα μέρη της Ακαδημίας».

Τον κοίταξα παρατεταμένα και εκείνος συνέχισε.

«Απλώς έχε τον νου σου. Έχει φήμη για τις γυναίκες».

«Ναι, κάτι έχω καταλάβει» σχολίασα τελικά κάπως μπερδεμένη με την τροπή της συζήτησης.

«Γιατί σου φαίνεται περίεργο;» επανήλθε στο θέμα που είχαμε πριν.

«Κυρίως δεν είχα σκεφτεί πως οι άνθρωποι εδώ έχουν μια ζωή, εργάζονται, προσφέρουν. Το εξέταζα σύμφωνα με τα δικά μου δεδομένα, πως προσπαθούν απλώς να δυναμώσουν, να σταθεροποιηθούν και να επιβιώσουν στο αστρικό πεδίο. Υποθέτω πως κάποιοι επιλέγουν οικειοθελώς να ζήσουν εδώ».

«Το κατακρίνεις αυτό, έτσι;»

«Όχι. Αλλά το θεωρώ αδιανόητο, αν έχεις αφήσει πίσω σου μία ζωή. Τους ανθρώπους σου».

«Δεν ισχύει για όλους αυτό, όμως. Πολλοί έκαναν μια καινούρια αρχή εδώ. Και εννοείται πως για να μπορέσεις να αποκτήσεις μια φυσιολογική καθημερινότητα, πρέπει να είσαι χρήσιμος. Και στο αστρικό πεδίο υπάρχουν πράγματα που πρέπει να γίνονται. Στην Ακαδημία είμαστε όλοι μια ομάδα. Δουλεύουμε όλοι για όλους, προσφέρουμε για να μας προσφέρουν. Δεν υπάρχουν χρήματα ή αντίτιμα. Όλοι επιλέγουν τι θέλουν να κάνουν και γίνονται ένα γρανάζι σε μια μεγαλύτερη μηχανή».

Πολύ ρομαντικό ακουγόταν όλο αυτό και ο λογικός εαυτός μου μπήκε στη μέση.

«Είναι δυνατό να δουλέψει ένα τέτοιο μοντέλο; Τι γίνεται όταν κάποιος θελήσει μεγαλεία;»

«Μεγαλεία; Στην Ακαδημία;» γέλασε. «Τι είδους μεγαλεία;»

«Δεν ξέρω. Ο άνθρωπος είναι κατά κύριο λόγο καταναλωτικό ον. Τι εμποδίζει τον καθένα από το να κάνει ό,τι θέλει; Από το να πάρει εκατό μπουκάλια φίλτρου ή να ξημεροβραδιάζεται στην παμπ, δίχως να κάνει κάτι;»

«Στην Ακαδημία δεν υπάρχουν κανόνες ή νόμοι. Πόσο μάλλον τιμωρίες. Είσαι εδώ με τη θέλησή σου. Αν το επιθυμείς, μπορείς να φύγεις ελεύθερα. Η πόρτα είναι ανοιχτή για να μπεις αλλά και για να βγεις. Όταν κάποιος δε συμμορφώνεται με τους άτυπους κανόνες, όταν ξεπερνάει το μέτρο, απλώς του το λέμε» ανασήκωσε τους ώμους του.

«Και πιάνει;» ρώτησα γεμάτη απορία.

«Όταν η δεύτερη επιλογή σου είναι η Άβυσσος, τι λες ότι γίνεται;»

«Η Ακαδημία παίζει βρώμικα» σχολίασα, όταν μας διέκοψε ο σερβιτόρος.

Με έπιασε απροετοίμαστη· δεν είχα ιδέα τι να παραγγείλω.

«Τι γεύσεις σου αρέσουν;» ρώτησε ο Σεμπάστιαν, αντιλαμβανόμενος αμέσως τον προβληματισμό μου.

«Εμ, γλυκές. Σοκολατένιες» αποκρίθηκα, μετά από σύντομη σκέψη. Και τι δε θα έδινα για μία σοκολάτα εκείνην τη στιγμή.

Ο Σεμπάστιαν είπε δύο περίεργα ονόματα στον σερβιτόρο, που υποθέτω αντιπροσώπευαν τα ποτά μας, και ξαναγύρισε προς το μέρος μου.

«Περίεργο όνομα για παμπ, όμως. Με δυσκολία θα δοκίμαζα να πιω κάτι από ένα μέρος που ονομάζεται “Μαύρη Σούπα”» δήλωσα.

«“Μαύρη Σούπα” είναι η αγγλική ονομασία για τον “Μέλανα ζωμό”. Ο Μέλανας ζωμός ήταν η κύρια τροφή των αρχαίων Σπαρτιατών. Τους προσέφερε δύναμη, γι’ αυτό και ήταν από τους καλύτερους πολεμιστές. Είναι ένας παραλληλισμός. Όπως εκείνοι πολεμούσαν εισβολείς, εμείς πολεμάμε δαίμονες. Ίδια κατάσταση». Η αναφορά του στους δαίμονες ήταν τόσο απαθής, λες και μιλούσε για το πιο φυσιολογικό πράγμα. Εγώ από την άλλη ένιωθα την ανάσα μου να κόβεται ακόμα και στην ανάμνησή τους.

«Και πάλι δεν το λες φυσιολογικό όνομα για παραδοσιακή αγγλική παμπ».

«Όπως θα διαπιστώσεις στην πορεία, η Ακαδημία έχει πολλές επιρροές από την ελληνική κουλτούρα» χαμογέλασε. «Ο Μπράντερ είναι φαν. Δε χρειάζεται να κάνουμε άλλες εισαγωγές όμως. Έχουμε να συζητήσουμε ένα πολύ συγκεκριμένο θέμα» η γνωστή αυστηρή του αντιμετώπιση επανήλθε. Ήταν ώρα του καθήκοντος ξανά. «Είμαι έτοιμος να απαντήσω στις ερωτήσεις σου».

Διερωτήθηκα για λίγο από που να ξεκινήσω. Όμως άμεσα εντόπισα αυτό που με φόβιζε περισσότερο από όλα. Ανασκουμπώθηκα στη θέση μου και μίλησα σιγανά, λες και αν άρθρωνα δυνατά τις λέξεις, θα τους προκαλούσα.

«Τι ακριβώς είναι οι δαίμονες;»

«Ωραία ξεκινάμε» σχολίασε. «Είναι ψυχές κυριευμένες από το σκότος». Αυτό δεν ακουγόταν σίγουρα καλό. «Ναντίν, τη στιγμή που μια ψυχή αποκόβεται από το σώμα της και εισέρχεται στο αστρικό πεδίο, ξεκινά μια μάχη για την κυριαρχία της. Το φως και το σκοτάδι, αιώνιοι αντίπαλοι, τη διεκδικούν και ανάλογα με το ποιο θα κερδίσει, η ψυχή μεταμορφώνεται σε Άνιμους ή Δαίμονα. Δημιουργεί το ανάλογο δοχείο και ξεκινά το ταξίδι της. Αυτός είναι ο ένας τρόπος γέννησης ενός δαίμονα».

Η ροή της συζήτησης διακόπηκε από την άφιξη των ποτών μας. Παρά την ευχή του σερβιτόρου για καλή απόλαυση, διατηρούσα κάποιες αμφιβολίες για το αν θα έπρεπε να πιω άλλο ένα άγνωστο κατασκεύασμα, ωστόσο τσούγγρισα το ποτήρι μου με του Σεμπάστιαν και ήπια μια μικρή γουλιά. Η γεύση της σοκολάτας γέμισε το στόμα μου και προς στιγμήν ένιωσα τον υπόλοιπο κόσμο να χάνεται, εξαιτίας της έκρηξης που συνέβαινε στις αισθήσεις μου. Η δεύτερη γουλιά ήταν πολύ μεγαλύτερη και ενθουσιώδης από την πρώτη και μόνο μετά την παρότρυνση του εκπαιδευτή μου άφησα το ποτήρι στο τραπέζι.

«Προσεκτικά, δεν είναι αθώο, έχει μέσα αιθανόλη».

«Δεν πίστευα ότι θα μου έλειπε τόσο γρήγορα η σοκολάτα».

«Λείπει σε πολλούς. Το συγκεκριμένο ποτό είναι δημοφιλές».

Όταν ο οργανισμός μου ξεπέρασε το σοκ της γεύσης και, αφού αμφιταλαντεύτηκα αν για δεύτερο ποτό θα έπαιρνα το ίδιο ή αν θα δοκίμαζα κάτι διαφορετικό, επανέφερα τη συζήτηση.

«Και ποιος είναι ο δεύτερος τρόπος δημιουργίας ενός δαίμονα;»

Μια μικρή παύση και ένα ξεφύσημα ήταν οι αρχικές απαντήσεις που πήρα από τον Σεμπάστιαν. Το συγκεκριμένο σημείο φαινόταν πως τον δυσκόλευε.

«Ένας Άνιμους μπορεί να γίνει δαίμονας αν κυριευτεί αργότερα από το σκότος. Ηθελημένα, αν διαφθαρεί τόσο που το φως δεν μπορεί να τον κρατήσει άλλο και χάνει τη μάχη. Κάτι σαν τη γνωστή πτώση των αγγέλων». Ήπιε μια γουλιά από το δικό του ποτό και έμεινε σιωπηλός, αφήνοντάς με να επεξεργαστώ τις καινούριες πληροφορίες.

Ομολογουμένως με έπιασε απροετοίμαστη. Με τις ελλιπείς γνώσεις που είχα αποκτήσει μέχρι στιγμής για το αστρικό πεδίο, είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως όλοι οι Άνιμους ήταν με την καλή πλευρά, με αυτή του φωτός. Πίστευα πως, αν είχες καταφέρει να κερδίσεις την πρώτη μάχη, ήσουν άτρωτος απέναντι στο σκότος. Μετέφερα αυτές τις σκέψεις μου στον Σεμπάστιαν, ο οποίος ήρθε να ταράξει ακόμη περισσότερο τα ήδη αγριεμένα νερά του μυαλού μου.

«Η πρώτη μάχη της κυριαρχίας γίνεται ερήμην σου. Δεν είσαι υπεύθυνος για καμία από τις πράξεις σου και για το ποιο στοιχείο θα κυριαρχήσει πάνω σου. Βέβαια έχει να κάνει και λίγο με το πρώτο υλικό· το τι άνθρωπος ήσουν. Το δύσκολο όμως είναι να παραμείνεις στη φωτεινή πλευρά. Το σκότος καραδοκεί και προσπαθεί να σε καταπιεί με κάθε τρόπο. Δυναμώνει με τις ψυχές που χάνονται σε αυτό, είτε καταλήξουν στην Άβυσσο είτε γίνουν κομμάτι του. Και στις δύο περιπτώσεις είναι κερδισμένο».

 «Σεμπάστιαν…» δίστασα για μερικά δευτερόλεπτα, όμως αποφάσισα πως έπρεπε να ρωτήσω «πόσο καιρό βρίσκεσαι εδώ;»

Άνοιξε το στόμα του, ώστε να απαντήσει, και το έκλεισε ξανά σμίγοντας τα φρύδια του. «Πολύ» απάντησε, όμως πολύ γρήγορα κατάλαβε πως κάτι τέτοιο δε με κάλυπτε. «Αποκόπηκα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο».

Είχε καρφώσει τα μάτια του στα δικά μου, σίγουρα περιμένοντας να δει πόσο θα με σοκάρει η αποκάλυψή του. Και είχε δίκιο για την αντίδρασή μου, όμως προσπάθησα οικτρά να μην αφήσω να φανούν όλες οι τρομαγμένες σκέψεις που δημιουργήθηκαν στο κεφάλι μου στα επόμενα κλάσματα του δευτερολέπτου.

«Τόσα χρόνια… Αν δεν κατάφερες εσύ να γυρίσεις πίσω, τότε ποιος μπορεί;» η φωνή μου ακουγόταν απελπισμένη, παρόλο που προσπαθούσα απεγνωσμένα να το κρύψω. Αν εκείνος δεν είχε κατορθώσει να ξεφύγει από το αστρικό, τότε εγώ δεν είχα καμία ελπίδα…

«Δεν μπορούμε να γυρίσουμε όλοι πίσω, Ναντίν» είπε βαριά, χαμηλώνοντας το βλέμμα στο ποτήρι του. «Κάποιοι δεν είχαμε ζωή για να γυρίσουμε σε αυτή. Ο καθένας είναι διαφορετικός. Και δε σημαίνει πως επειδή είμαι επικεφαλής των Επιδρομέων, είμαι και παντοδύναμος ή άτρωτος. Έχω και εγώ τις αδυναμίες μου».

Είχε δίκιο σε όσα έλεγε. Είχα κατατάξει τον Σεμπάστιαν σε αυτή την κατηγορία, λες και εκείνος δεν ήταν άνθρωπος σαν και εμένα. Μου άρεσε αυτή η σιγουριά που εξέπεμπε, με βοηθούσε να πατώ στα πόδια μου και να νιώθω πως ίσως διορθωθούν τα πράγματα στο μέλλον. Ότι ίσως τα καταφέρω.

«Απλώς ώρες ώρες νιώθω σαν να με πολεμάει το ίδιο το αστρικό πεδίο. Δε με θέλει εδώ. Δε με αφήνει να ενσωματωθώ, παρόλο που είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι με τόσα άτομα σαν και εμένα. Πάλι κάτι με διαφοροποιεί».

Ένιωθα ξανά την επιθυμία να κλάψω, όμως δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω κάτι τέτοιο μπροστά του. Είχα δημιουργήσει ήδη μια αρκετά άσχημη εικόνα ως προς τις δυνατότητές μου και το να δείχνω ευάλωτη ή το να μην πετυχαίνω τους στόχους μου ήταν πράγματα που ποτέ δε με χαρακτήριζαν.

«Είσαι μία από εμάς και αυτό δεν αλλάζει. Ανήκεις εδώ. Αν θελήσεις να ανήκεις δηλαδή…».

Άφησε τη φράση του μετέωρη και εγώ έσκυψα στο ποτό μου. Ευτυχώς, με γλίτωσε από οποιαδήποτε απάντηση ένας απρόσμενος επισκέπτης. Ήταν ένας ψηλόλιγνος άντρας, ο οποίος ήρθε να χαιρετίσει τον αρχηγό της φρουράς των Επιδρομέων. Όση ώρα μιλούσαν, είχα απορροφηθεί στις σκέψεις μου. Όλα έμοιαζαν τόσο τρομακτικά. Η αιώνια μάχη του καλού και του κακού υπήρχε και ήταν πιο επικίνδυνη από ποτέ.

 «Με συγχωρείς» απολογήθηκε, όταν μείναμε ξανά μόνοι μας.

«Κανένα πρόβλημα. Σεμπάστιαν» ξεκίνησα να εκφράζω σκεπτική. «Γιατί πολεμάμε τους Δαίμονες; Δηλαδή, καταλαβαίνω τον προφανή λόγο για τις ψυχές που είναι ήδη εδώ και για όσες θα αποκοπούν στο μέλλον. Όμως νιώθω ότι δεν είναι μόνο αυτό. Το σκότος μοιάζει άτρωτο και επικίνδυνο…»

Τα δευτερόλεπτα που πέρασαν έδειξαν πως είχα θίξει ένα πολύ σοβαρό θέμα.

«Αν οι Δαίμονες καταλάβουν εντελώς το αστρικό πεδίο, με τη δύναμη που έχουν τώρα και με τις ψυχές που θα αφανίσουν αργότερα, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να κυριαρχήσουν και στο κοσμικό πεδίο. Όλα, πάντα, είναι θέμα διατήρησης της ισορροπίας».

Μάλιστα…

«Κάτι μου λέει ότι δημιουργηθήκαμε με αυτές τις δυνατότητες, για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Για να είμαστε το αντίβαρο».

«Πιάνεις το νόημα σιγά σιγά» μου έκλεισε το μάτι, σηκώνοντας το ποτήρι του, ώστε να πιει μία γερή δόση ποτού.


Αγγελίνα Παπαδημητρίου