Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

20.1.21

Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 10)

Είχαμε συγκεντρωθεί σε μία μεγάλη αίθουσα, της οποίας την ύπαρξη δε γνώριζα ως εκείνην τη στιγμή. Πολλά από τα πρόσωπα που με περιτριγύριζαν ήταν οικεία, άλλους τους ήξερα από τις προπονήσεις και τα μαθήματα και άλλους από τους κοινόχρηστους χώρους. Ήταν νωρίς το απόγευμα, είχαν ακυρωθεί οι περισσότερες προπονήσεις, καθώς ο διευθυντής ανακοίνωσε το πρωί πως θα επιθυμούσε να μας μιλήσει για κάποια ζητήματα.

Ο χώρος ήταν μεγάλος, διαμορφωμένος με τρόπο που σου επέτρεπε να έχεις ορατότητα και από τις τελευταίες θέσεις, λόγω των υπερυψωμένων διαζωμάτων, ενώ θύμιζε αρχαίο ελληνικό θέατρο. Εγώ, ο Ρέτζι και η Άντρεα είχαμε καθίσει περίπου στη μέση και περιμέναμε με περιέργεια την έναρξη της ομιλίας.

Λίγα λεπτά αργότερα εισήλθαν στην αίθουσα οι καθηγητές της Ακαδημίας, ανάμεσά τους ο κύριος Γιόρεκ Μπέλροουζ, η Τζοάννα Σάλιβαν, με τον κλασικό κότσο εποχής, φυσικά ο Σεμπάστιαν και πίσω του η Νταβίνα, η ξανθιά γυναίκα που είχα συναντήσει στον διάδρομο μαζί του. Εντύπωση μου προκάλεσε μία φιγούρα ενός καθηγητή με μακριά μαύρα μαλλιά, ο οποίος φορούσε έναν μακρύ σκούρο μανδύα. Κάθισαν όλοι με τη σειρά στις καρέκλες που είχαν τοποθετηθεί πάνω σε ένα βάθρο, αφήνοντας τη μεσαία για τον διευθυντή Μπράντερ Κέιντελ. Εκείνος εμφανίστηκε τελευταίος και, αντί να καθίσει στη θέση που προοριζόταν για εκείνον, στάθηκε απλώς μπροστά της και περίμενε έως ότου κοπάσουν οι συζητήσεις.

«Καλωσήρθατε, Άνιμους. Οφείλω να σας ζητήσω συγγνώμη για την αναταραχή του προγράμματός σας, όμως έχει περάσει καιρός από την τελευταία μας επικοινωνία». Η φωνή του γέμισε τον χώρο, παρά το μεγάλο μέγεθός του, και υπέθεσα πως έπαιζε σίγουρα κάποιο ρόλο η ακουστική του δωματίου. «Θα ήθελα αρχικά να καλωσορίσω όλους τους νεοφερμένους και να σας ανακοινώσω πως ο ετήσιος χορός της Ακαδημίας θα πραγματοποιηθεί αύριο, δίνοντάς μας την ευκαιρία να γιορτάσουμε όλοι μαζί».

Χειροκροτήματα γέμισαν την αίθουσα στο άκουσμα της ανακοίνωσης, ενώ εγώ κοιτούσα με περιέργεια τριγύρω.

«Επιτέλους!» αναφώνησε η Άντρεα με τον ενθουσιασμό διάχυτο στο πρόσωπό της. Το απορρημένο βλέμμα μου την προέτρεψε να συνεχίσει. «Μετά τον ετήσιο χορό, ξεκινούν οι εβδομάδες κατευθύνσεων. Ησυχία, όμως, τώρα. Να ακούσουμε» δήλωσε και έστρεψε την προσοχή της στον διευθυντή.

«Επίσης, ελπίζω αυτό να σας αποζημιώσει κάπως για τα άσχημα νέα που έχω να σας μεταφέρω. Έχει παρατηρηθεί μία αύξηση της δαιμονικής ενέργειας στις περιοχές γύρω από την Ακαδημία. Δε γνωρίζουμε τι το προκάλεσε ή αν πρόκειται για μία απλή σύμπτωση, όμως έχει καταστεί πλέον μείζονος σημασίας να ενισχυθεί η άμυνα της Ακαδημίας με νέα ενεργειακά ξόρκια, αλλά και προστάτες. Οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα. Όλοι οι Επιδρομείς μας δουλεύουν νυχθημερόν για να επιτευχθεί αυτό και χρειάζονται κάθε δυνατή βοήθεια. Ο κίνδυνος παραμονεύει πάντα και δεν πρέπει να εφησυχάζουμε ποτέ. Αλλά, σας υπόσχομαι, πως ο σκοπός της ύπαρξής μου είναι η προστασία όλων σας. Και δε θα σας απογοητεύσω».

Κανείς δε χειροκροτούσε τώρα. Όλοι είχαν παγώσει, και ο φόβος φαινόταν να έχει απλώσει το πέπλο του πάνω σε όλο το ακροατήριο.

«Θα έπρεπε να τα έχει ανακοινώσει ανάποδα» σχολίασα σιγανά, με στόχο να ακουστώ μόνο μέχρι τους δύο φίλους μου δεξιά και αριστερά.

«Δε φημίζεται για τον χειρισμό του ακροατηρίου ο διευθυντής» απάντησε ο Ρέτζι χαμογελώντας.

«Το ξέρετε ότι αυτό είναι πολύ σοβαρό, έτσι;» μας διέκοψε η Άντρεα. «Κινδυνεύουμε όλοι. Αν οι δαίμονες κόβουν βόλτες τριγύρω και πέσουν οι άμυνες της Ακαδημίας, έχουμε χαθεί. Ακόμα και αν καταφέρουμε να επιβιώσουμε τις όποιες επιθέσεις, θα χαθούμε στην Άβυσσο».

«Μην ανησυχείς, Άντρεα. Θα τα καταφέρουν. Με τον Σεμπάστιαν ως αρχηγό, εγώ προσωπικά δε φοβάμαι τίποτα».

«Τον Σεμπάστιαν; Τι εννοείς;» ρώτησα ανήσυχη.

«Ο Σεμπάστιαν θα ηγείται των αποστολών. Μπορεί να επιλέγει να περνά χρόνο και με τους νεοφερμένους, εκπαιδεύοντάς τους, κυρίως για να τους γνωρίσει καλύτερα και να τους καθοδηγήσει σωστά, όμως, όταν σφίγγουν τα πράγματα, αναλαμβάνει τα ηνία όλων των εξορμήσεων. Είναι ο επικεφαλής των Επιδρομέων. Έτσι γίνεται πάντα».

Σε κλάσματα δευτερολέπτων ένιωσα να με λούζει κρύος ιδρώτας. Δεν ήμουν καθόλου χαρούμενη από αυτό που άκουγα. Όχι γιατί δεν είχα εμπιστοσύνη στον Σεμπάστιαν ότι θα μας προστατεύσει, αλλά κυρίως γιατί ανησυχούσα για εκείνον. Θυμήθηκα τις στιγμές που αναγκάστηκα να περιπλανηθώ στην Άβυσσο και ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου, όπως συνέβαινε κάθε φορά.

Ο Σεμπάστιαν τριγυρίζει κάθε τρεις και λίγο στην Άβυσσο, μου υπενθύμισα, είναι η δουλειά του.

«…η Ναντίν Βιλνέβ».

Το άκουσμα του ονόματός μου από τα χείλη του διευθυντή με επανέφερε στην πραγματικότητα. Το χτυποκάρδι που ήδη υπήρχε διπλασιάστηκε, καθώς πίστεψα ότι με καλούσε για κάποιον λόγο, όμως λίγα δευτερόλεπτα αργότερα εκείνος συνέχισε, διαβάζοντας και άλλα ονόματα μετά από το δικό μου.

«Είναι η λίστα των νεοφερμένων των τελευταίων μηνών» με καθησύχασε η Άντρεα. «Αλφαβητικά».

«Η τελευταία ανακοίνωση για σήμερα, όμως καθόλου ισχνής σημασίας, αφορά την πορεία των αρχάριων Άνιμους που έχουμε υποδεχτεί τους τελευταίους μήνες στην Ακαδημία. Κρίνεται σκόπιμο, έπειτα από τον ετήσιο χορό, να ξεκινήσουν οι Εβδομάδες Κατευθύνσεων και η τελετή επιλογής. Γνωρίζω πως για κάποιους το διάστημα προπαρασκευής είναι σύντομο, όμως πρέπει να παραμείνουμε στο πρόγραμμα της Ακαδημίας, ειδικά μετά από τα τελευταία γεγονότα

»Για όσους δεν έχουν προλάβει να ενημερωθούν, οι Εβδομάδες Κατευθύνσεων αποτελούν μία δοκιμαστική περίοδο, στην οποία θα εστιάσετε στα μαθήματα κάθε ειδικότητας με τη σειρά. Θα δοκιμάσετε τις ικανότητές σας, αλλά θα πάρετε και μία γεύση, ώστε μετά το πέρας τους να είστε σε θέση να επιλέξετε μία εξ αυτών, καθώς θα αποτελέσει την οικογένειά σας για τον επόμενο χρόνο εκπαίδευσης ή και για πάντα. Επιπλέον, θα λάβει χώρα μία μεγάλη εξόρμηση, πριν ξεκινήσουν οι εβδομάδες αυτές, ώστε να εντοπίσουμε τυχόν χαμένες ψυχές».

Μας έδωσε λίγες παραπάνω πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία και την αλλαγή του προγράμματος των μαθημάτων, η μάζωξη τελείωσε και εμείς αφεθήκαμε ελεύθεροι. Η διάθεσή μου είχε πέσει εμφανώς, μιας και πέρα από την πληροφορία για τις εξορμήσεις του Σεμπάστιαν, όλα όσα είχαν ειπωθεί στην αίθουσα ανακοινώσεων δημιουργούσαν ένα αίσθημα παγίωσης μέσα μου. Εβδομάδες κατευθύνσεων, εκπαιδεύσεις, μάχες, κίνδυνοι… Όλα έμοιαζαν να παίρνουν σάρκα και οστά μπροστά μου και η επιστροφή στην κανονική ζωή μου απομακρυνόταν όλο και περισσότερο.

«Πρέπει να πάω να πάρω φίλτρο» δήλωσα τη στιγμή που φεύγαμε από την αίθουσα.

Δεν είχα άλλα μαθήματα να παρακολουθήσω, η προπόνησή μου είχε σχεδόν χαθεί και με όλα αυτά είχα αρχίσει να νιώθω έντονη αδυναμία. Ο Ρέτζι προθυμοποιήθηκε να έρθει μαζί μου και, αφού αποχαιρετίσαμε τη φίλη μας, κινηθήκαμε προς την τραπεζαρία.

«Ρέτζι, τι άποψη έχεις για τον κύριο Κέιντελ;» ρώτησα καθώς προχωρούσαμε. Του είχα αφήσει τον πλήρη έλεγχο της καθοδήγησης και σχεδόν δεν παρακολουθούσα πού πηγαίναμε.

Έτσι δε θα μάθεις ποτέ να πηγαίνεις πουθενά, με επέπληξε ο εσωτερικός επικριτικός εαυτός μου, όμως συνέχισα να το κάνω.

«Το σίγουρο είναι ότι αγαπάει την Ακαδημία. Τη δημιούργησε από το μηδέν. Μέχρι τότε, όλες οι ψυχές που αποκόπτονταν ήταν σχεδόν χαμένη υπόθεση. Πιστεύει στις ικανότητές μας και προσπαθεί να κάνει το μέρος όσο πιο άνετο και λειτουργικό μπορεί. Βήμα βήμα έχει χτίσει τα πάντα. Είναι θαρραλέος άνθρωπος» απάντησε, χαμένος σχετικά στις σκέψεις του.

«Το έχει φτιάξει όλο αυτό μόνος του;» σοκαρίστηκα στην ιδέα πως ένας άνθρωπος είχε την ικανότητα να δημιουργήσει κάτι μέσα στο απόλυτο χάος, στην ίδια την Άβυσσο.

«Στην αρχή είχε βοήθεια, ήταν δύο οι δημιουργοί. Ο δεύτερος δημιουργός ήταν ο προπάτορας των Επιδρομέων και μπορείς να φανταστείς την κατάληξή του… Επίσης, ο διευθυντής έχει χάσει και την οικογένειά του, τη γυναίκα και το παιδί του. Γενικά, τον λες αρκετά άτυχο…»

Συμφώνησα και αμέσως ένιωσα ένα τσίμπημα συμπόνιας για τον μοναχικό διευθυντή, τον άνθρωπο που δημιούργησε με τόσο κόπο ένα μέρος για τις χαμένες ψυχές, σαν και εκείνον. Ήμουν ευγνώμων κατά έναν περίεργο τρόπο. Αν δεν υπήρχε η Ακαδημία, τώρα θα ήμουν σίγουρα νεκρή. Ή χαμένη… Ή ό,τι καταλήγεις να είσαι τέλος πάντων, όταν σε καταπιεί το σκότος.

«Ναντίν;» η γνώριμη φωνή με ανάγκασε να γυρίσω, λίγο πριν μπούμε στην τραπεζαρία. Από την άλλη άκρη του διαδρόμου ερχόταν ο Σεμπάστιαν. «Μπορώ να σε απασχολήσω για δύο λεπτά;» Έριξε μία αυστηρή ματιά στον Ρέτζι και έπειτα έστρεψε ξανά το βλέμμα του πάνω μου.

«Επιστρέφω».

Προχώρησα προς το μέρος του. Ο Ρέτζι συμφώνησε και με περίμενε στωικά, ακουμπώντας στον τοίχο, χαλαρώνοντας το σώμα του.

«Συγγνώμη που δε σου είπα πως θα λείψω».

Δεν τον κατηγορούσα για αυτό, φυσικά.

«Ισχύει δηλαδή…» προσπάθησα να κάνω τον τόνο μου όσο πιο επαγγελματικό γινόταν. Λες και με ενδιέφερε μόνο από άποψη εκπαίδευσης.

«Ισχύει. Θα λείπω αρκετές ημέρες, όμως θα είμαι εδώ στην εβδομάδα Επιδρομέων, στην οποία θα εκπαιδευτείτε όλοι. Απλώς σκεφτόμουν… Επειδή τα μαθήματα θα σταματήσουν, αν θέλεις, αύριο να κάνουμε μαζί ένα μάθημα ενδυνάμωσης. Όλοι οι άλλοι θα έχουν προβάδισμα και πιστεύω πως θα σε βοηθήσει…» είπε διστακτικά, σαν να φοβόταν μήπως με προσβάλλει, μπαίνοντας σε πολύ προσωπικά ζητήματα. Δεν είχα δει τον Σεμπάστιαν να διστάζει ποτέ και αποτελούσε ένα παράξενο, μα συνάμα ωραίο, θέαμα.

«Αύριο βράδυ είναι ο χορός» σχολίασα σκεπτική.

«Είναι αργά. Μπορούμε να βρεθούμε το πρωί, να εξασκηθούμε και μετά να σε αφήσω να ξεκουραστείς, να ετοιμαστείς και να πας».

«Εσύ δε θα έρθεις;»

«Θα έρθω. Όμως θα φύγω νωρίς. Η επόμενη ημέρα προβλέπεται δύσκολη…»

Δέχτηκα την πρότασή του, αποφεύγοντας να σκεφτώ ότι την Κυριακή θα πήγαινε στην αποστολή, τον αποχαιρέτισα και επέστρεψα στον φίλο μου. Το σώμα μου ζητούσε απεγνωσμένα ενέργεια και, παρότι σκέφτηκα να πιω διπλή δόση φίλτρου, απέτρεψα τον εαυτό μου και αρκέστηκα στην ενδεδειγμένη ποσότητα.

«Τι σε ήθελε ο Σεμπάστιαν;» με ρώτησε ο Ρέτζι, καθώς καθόμασταν σε ένα άδειο τραπέζι.

«Να κάνουμε έξτρα εξάσκηση. Κλασικά» στριφογύρισα τα μάτια μου, ώστε να μη δείξω πως μου άρεσε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του, παρόλο που το έκανε καθαρά από επαγγελματική σκοπιά. Ήταν υπεύθυνος για την πρόοδό μου και εγώ είχα μία τάση να τον απογοητεύω και να αποδεικνύομαι αδύναμη.

«Αυτός ο άνθρωπος δε σταματάει ποτέ να δουλεύει!» σχολίασε συμφωνώντας με την αντίδρασή μου.

 

Αργά το πρωί της επόμενης ημέρας άνοιγα την πόρτα της αίθουσας προπονήσεων, αναζητώντας τον εκπαιδευτή μου. Δεν είχα ξαναδεί τόσο άδειο το συγκεκριμένο μέρος, και το μεγάλο μέγεθός του το έκανε να φαντάζει ακόμη πιο έρημο. Προχώρησα προς έναν από τους πάγκους και κάθισα εκεί, προσφέροντας στον χώρο λίγη από την ενέργειά μου ώστε να φωτίσει περισσότερο στο σημείο που βρισκόμουν. Μου άρεσε αυτή η απόλυτη ησυχία· μου θύμιζε τα αστρικά μου ταξίδια.

Η ειρωνεία της κατάστασης με έκανε να γελάσω. Χρησιμοποιούσα το χάρισμά μου για να ξεφύγω από την καθημερινότητα και τον συνηθισμένο κόσμο μου, για να καταλήξω σε ένα σημείο που θα αντάλλασσα τα πάντα για να επιστρέψω σε αυτόν. Τα λόγια της Κρις στριφογύριζαν στη σκέψη μου:

«Όταν θα την πατήσεις για τα καλά, δε θα είμαι εκεί για να σε καλύψω. Δε θα μπορώ να είμαι. Μη μου στερείς τη δυνατότητα να σε προσέχω».

Η καρδιά μου σφίχτηκε και έσμιξα τα μάτια μου, προσπαθώντας να μην παρασυρθώ για άλλη μια φορά από τα συναισθηματά μου.

«Κράτα, Κρις. Χρειάζομαι όσο χρόνο μπορείς να μου δώσεις» της είπα σιγανά, ευχόμενη να μπορούσε να με ακούσει.

Πίστευα σε εκείνη, όπως πίστευα στην ελπίδα που θα φώλιαζε στη μητέρα μου. Οι δύο γυναίκες της ζωής μου δε θα εγκατέλειπαν τα όπλα εύκολα. Ούτε οι άντρες. Αν και δεν ήμουν σίγουρη σε τι κατάσταση θα ήταν ο Τόμας, αν θα είχε προχωρήσει στη ζωή του, όμως ήξερα πως θα βρισκόταν δίπλα στη φίλη και στη μητέρα μου. Ήταν καλός άνθρωπος. Ίσως όχι ο ιδανικότερος σύντροφος, όμως είχε πολλά όμορφα χαρακτηριστικά. Μπορεί το πρόβλημα να το είχα εγώ άλλωστε… Ή το πρόβλημα να ήταν ο Μπερνάρντ…

Σίγουρα εκείνος αποτελούσε ένα σημείο κλειδί στην εξέλιξη της σχέσης μου. Ο Μπερνάρντ ήταν τέλειος. Ένα συνονθύλευμα όλων των χαρακτηριστικών που έψαχνα σε έναν άντρα. Κομμένος και ραμμένος στα μέτρα μου. Όμως δεδομένης της τότε κατάστασης, όσο και να το επιθυμούσα, δε θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί.

Άφησα μία μεγάλη ανάσα να ξεφύγει από τα χείλη μου, τη στιγμή που η πόρτα άνοιγε και πίσω της εμφανιζόταν ο Σεμπάστιαν. Έκρυψα όλα τα συναισθήματα που κόντευαν να με κατασπαράξουν πίσω από ένα βεβιασμένο χαμόγελο και τον χαιρέτισα. Κάθισε δίπλα μου και ακούμπησε ανάμεσά μας ένα μπουκάλι με φίλτρο.

«Θα το χρειαστείς μετά» εξήγησε.

«Έχεις σκοπό να με ξεθεώσεις;»

Ένα ρουθούνισμα ήταν η απάντησή του, συνοδευμένο από μισό χαμόγελο. Με λοξοκοίταξε, συμπληρώνοντας:

«Θα εύχεσαι να μην είχες δεχτεί την πρότασή μου».

Άλλαξα τη συζήτηση, πνίγοντας όλα τα σαρκαστικά σχόλια που κατέκλυσαν τη σκέψη μου.

«Γιατί μου το πρότεινες εξαρχής;»

Σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα και έπειτα το ύφος του σοβάρεψε, καθώς έστρεψε το πρόσωπό του προς το μέρος μου.

«Ναντίν, δεν είναι καλό που δεν έχεις περάσει ακόμη στο τρίτο στάδιο ύλης. Μπορεί να κατάφερες να τελέσεις ένα ενεργειακό ξόρκι, αλλά αυτά που θα γίνουν στις εβδομάδες εκπαίδευσης θα σε εξαντλήσουν. Θα έπρεπε να έχεις ήδη αποκτήσει ύλη. Σκέφτομαι ότι ίσως…» Η ανήσυχη ματιά μου τον προέτρεψε να συνεχίσει. «Ίσως φταίω εγώ που ακόμη δεν το έχεις καταφέρει».

Ξεφύσηξε, βγάζοντας από μέσα του τη σκέψη που από ό,τι φαινόταν τον κατέτρωγε καιρό.

«Πώς γίνεται να φταις εσύ;» παραξενεύτηκα. Τι σχέση είχε η δική μου αδυναμία με εκείνον;

«Έπρεπε να σε είχα εντοπίσει νωρίτερα. Ένιωθα την αύρα σου, όμως δεν μπορούσα να σε βρω. Αναγκάστηκα να διαχωρίσω την ομάδα, για να χτενίσουμε περισσότερο χώρο. Σε έψαχνα για ώρα. Ίσως, αν δε σε είχε βρει ο δαίμονας, να μην είχες αποδυναμωθεί τόσο. Το ότι τράφηκε από το νεογέννητο σώμα σου, από την πρώτη δύναμη που σου έδωσε η ψυχή σου, μπορεί να είναι ο λόγος που δεν μπορείς να αναπληρώσεις τη χαμένη ενέργεια».

«Πόσες πιθανότητες δίνεις να ισχύουν όλα αυτά;»

«Το ερευνήσαμε αρκετά με τον Μπράντερ. Ήταν ένα από τα πιο λογικά συμπεράσματα που καταλήξαμε. Συγγνώμη, Ναντίν».

Ώστε αυτό ήταν. Προσπάθησα να μη σταθώ στο γεγονός ότι η προσοχή του Σεμπάστιαν όλον αυτό τον καιρό προερχόταν από τις τύψεις που ένιωθε για αυτό που συνέβη, αλλά να εστιάσω στα θετικά της υπόθεσης: δεν ήμουν άχρηστη. Όλα όσα μου συνέβαιναν είχαν κάποιο λόγο και δεν προέρχονταν από κάποια προσωπική αδυναμία που τυχόν είχα. Άρα θα μπορούσαν να ξεπεραστούν, σωστά;

«Και τώρα τι κάνουμε;» ρώτησα, δίχως να δώσω καθόλου χρώμα στη φωνή μου. Δεν ήθελα να αποτυπώσω κανένα συναίσθημα.

«Έχω σκεφτεί κάτι που ίσως σε βοηθήσει. Αυτό θέλω να δοκιμάσουμε σήμερα. Θα χρειαστεί να προσπαθήσεις πολύ, Ναντίν. Οι εβδομάδες των κατευθύνσεων είναι από μόνες τους δύσκολες. Με όλα όσα θα έχεις να μάθεις, όλη την εξάσκηση, θα χρειαστεί να δαπανάς τη διπλάσια ενέργεια. Είσαι έτοιμη να δουλέψεις σκληρά;» με κοίταξε σταθερά, με αυτό το βλέμμα που έλεγε πως πίστευε σε εμένα, πως ήταν σίγουρος ότι δε θα τον απογοήτευα. Με αυτό το βλέμμα που μου έδινε την ώθηση να γίνω καλύτερη.

Ένευσα θετικά, φορώντας την πιο αποφασιστική μάσκα στο πρόσωπό μου, κερδίζοντας ένα χαμόγελο επιβράβευσης από μέρους του.

«Σήκω τότε. Θα χρειαστεί για άλλη μία φορά να ακολουθείς τις εντολές μου κατά γράμμα. Μη με παρακούσεις. Είμαστε σύμφωνοι;»

Ένα μικρό χαμόγελο αποδοχής ήταν αρκετό για την επισφράγιση της συμφωνίας μας. Λες και είχα την επιλογή να μην κάνω αυτά που μου έλεγε. Στάθηκε απέναντί μου και άνοιξε τα χέρια του ελαφριά στο πλάι, περιμένοντάς με να τον αντιγράψω.

«Κλείσε τα μάτια σου…»

Ω, τι πρωτότυπο!

Υπάκουσα.

«Και προσπάθησε να εκπέμψεις ενέργεια προς τα έξω αυτήν τη φορά. Οδήγησέ τη στην κοιλιά σου και ανάγκασέ τη να βγει από το σώμα σου.

Αν το να συγκεντρωθώ για να απορροφήσω ενέργεια ήταν δύσκολο, το να την αποβάλλω έμοιαζε ακατόρθωτο. Ωστόσο δε θα το έβαζα κάτω. Είχα δώσει μια υπόσχεση, σε εκείνον αλλά και στον εαυτό μου, και θα έκανα τα πάντα για να την πετύχω.

Ένιωσα το στομάχι μου να καίγεται, όμως προσπάθησα να μη χάσω το πείσμα μου.

«Μπράβο, Ναντίν. Τώρα αγκάλιασε το σώμα σου με αυτή» με πρόσταξε. «Δημιούργησε έναν κύκλο ενέργειας γύρω σου».

Την ένιωθα να με αγγίζει, σαν ένα μεταξωτό χάδι που κυλούσε σε όλο μου το κορμί και μου προκαλούσε μια ζεστασιά, που όμοιά της δεν είχα ξανανιώσει. Μπορούσα να αναγνωρίσω πως ήταν η δική μου ενέργεια αυτή που ένιωθα, με έναν τρόπο αυτονόητο, παρόμοιο με αυτόν που σε οδηγεί να γνωρίζεις πως το χέρι που σε αγγίζει είναι το δικό σου.

«Απορρόφησέ την ξανά» δήλωσε την εκκίνηση του δύσκολου σημείου του εγχειρήματος.

Έσμιξα το μέτωπό μου και διέταξα την ενέργειά μου να αναστρέψει την πορεία της. Τίποτα. Τη διέταξα ξανά, όμως δεν έδειχνε διατεθειμένη να με ακούσει. Ένιωσα τα πόδια μου να τρέμουν αδύναμα, ενώ η αυτοσυγκέντρωσή μου άρχισε να σπάει. Στο μυαλό μου εμφανίζονταν περίεργες εικόνες· εκλάμψεις από το παρελθόν μου, μέρη που κυριαρχούσε το σκότος...

Η αίσθηση της ευφορίας που μου προσέδιδε η ενεργειακή αγκαλιά ξεθώριαζε και αντικαθιστούνταν από τον φόβο.

«Σεμπάστιαν» ξεκίνησα να λέω, συνειδητοποιώντας πως η φωνή μου έτρεμε.

Είχα χάσει τον έλεγχο της ενέργειάς μου. Έφευγε μακριά μου.

«Ω να σου…» άκουσα τον Σεμπάστιαν να λέει, δίνοντας το έναυσμα στον πανικό μου να με κυριεύσει.

Δεν ήξερα τι συνέβαινε, πού βρισκόμουν. Είχα σχεδόν χάσει επαφή με το περιβάλλον, όταν ένιωσα ένα κύμα ενέργειας να τρυπάει τη δική μου και να βυθίζεται αργά στο σώμα μου. Πισωπάτησα τρομαγμένη, όμως πολύ γρήγορα η ζαλάδα έπαψε και οι περίεργες εικόνες ξεθώριασαν. Το κάψιμο υποχώρησε και αντικαταστάθηκε από μία διαφορετική θέρμη. Κατάλαβα πως ο Σεμπάστιαν ήταν κοντά μου ·απελπιστικά κοντά μου. Το κάψιμο δεξιά και αριστερά από τη μέση μου υποδείκνυε τα σημεία που με κρατούσε, ενώ ένα μυρμήγκιασμα άρχισε να απλώνεται παντού. Ήταν σαν…

Ο Σεμπάστιαν μού δίνει την ενέργειά του;

Μπορούσα να καταλάβω πως ήταν εκείνος και ας είχα τα μάτια μου κλειστά. Η αίσθησή του με γέμιζε. Ένιωθα το σώμα μου να απορροφά την ενέργεια λαίμαργα, με έναν τρόπο που θύμιζε πεινασμένο ζώο, ενώ από ένα σημείο και έπειτα ξεκίνησα και εγώ να την «τραβάω» μέσα μου, μαζί με τη δική μου.

Πρόφερε σιγανά το όνομά μου, λέγοντάς μου να ηρεμήσω. Ένιωθε την αναστάτωσή μου, την ανυπομονησία μου. Κατόρθωσα να ανοίξω τα μάτια μου. Το πρόσωπό του βρισκόταν λίγα εκατοστά μακριά από το δικό μου και ήταν συνοφρυωμένος, συγκεντρωμένος στην προσπάθεια που κατέβαλε. Χαμήλωσα το βλέμμα μου και είδα τα γαλάζια ρυάκια φωτός να ξεκινούν από τις παλάμες του και να εισχωρούν στον ημιδιάφανο κορμό μου, διαγράφοντας διαδρομές σε όλο το σώμα μου. Ένιωθα όλο και πιο δυνατή.

«Σεμπάστιαν» ψιθύρισα και έφερα ξανά το βλέμμα μου στο πρόσωπό του. Ήταν τόσο όμορφος. «Κοίταξέ με…»

Άνοιξε τα μάτια του και αυτό που αντίκρυσα με έπιασε απροετοίμαστη. Οι κόρες των ματιών του ήταν καλυμμένες από τη γαλάζια λάμψη που έρρεε μέσα μου. Με κοίταξε αυστηρά, μαλώνοντάς με σιωπηρά για την παραβίαση των εντολών του, όμως δεν πήρε το βλέμμα του από πάνω μου. Έβλεπα στα μάτια του τα ρυάκια να στροβιλίζονται και αναρωτήθηκα αν και τα δικά μου εξέπεμπαν την ίδια λάμψη.

Ήταν τόσο έντονο. Όμως έβλεπα πως τον εξαντλούσε. Προσπαθούσε υπερβολικά και είχε χάσει πολλή ενέργεια, ενώ εγώ ένιωθα δυνατότερη από ποτέ. Με το βλέμμα μου τον παρακίνησα να σταματήσει. Εκείνος έκλεισε τα μάτια του και το μούδιασμα σταμάτησε μετά από λίγα δευτερόλεπτα. Όταν τα ξανάνοιξε, είχε επανέλθει το γλυκό καστανοπράσινό τους χρώμα. Άφησε τα χέρια του να πέσουν στο πλάι και κάθισε αποκαμωμένος στον πάγκο.

«Δεν ήταν καλή η ιδέα μου» απολογήθηκε, έχοντας τα μάτια του κλειστά, ενώ ακουμπούσε την πίσω πλευρά του κεφαλιού του στον τοίχο πίσω του.

«Δε φταις εσύ» προσπάθησα να πάρω τις ευθύνες από πάνω του. Ξανά.

Χαμογέλασε κουρασμένα, ενώ ψαχούλεψε με το δεξί του χέρι τον χώρο για το μπουκάλι με το φίλτρο. Αφού το εντόπισε, μου το προσέφερε.

 «Νομίζω πως αυτός που το χρειάζεται είσαι εσύ» αντιγύρισα ξεφυσώντας πειραχτικά.

Τα μάτια του παρέμεναν κλειστά, ενώ η εικόνα του, αν και εξαντλημένη, ήταν από τα πιο όμορφα πράγματα που είχα δει. Πρώτη φορά έμοιαζε τόσο ευάλωτος… Αδύναμος. Όλες οι άμυνές του ήταν κατεβασμένες.

Εν τέλει, αφού αμφιταλαντεύτηκε αρκετά ανάμεσα στο αίσθημα της αυτοσυντήρησης και του καθήκοντος, απάντησε αποφασισμένος:

«Θα το μοιραστούμε».

Αγγελίνα Παπαδημητρίου