Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 11, μέρος 1)

Ένα επίμονο χτύπημα στην πόρτα διέκοψε ίσως τον καλύτερο και πιο ξεκούραστο ύπνο που είχα μέχρι στιγμής στο αστρικό πεδίο. Σηκώθηκα απρόθυμα και, με ύφος που απαιτούσε εξηγήσεις από τον υπαίτιο, άνοιξα την πόρτα μου.

«Κοιμάσαι;» ήρθε η επιτακτική φωνή της Άντρεα, καθώς εισερχόταν με φόρα στο δωμάτιό μου.

«Ήμουν κουρασμένη, είχα προπόνηση» απολογήθηκα, δίχως να αναφερθώ στο ότι παραλίγο να εξαφανιστώ εντελώς.

«Έχουμε τρεις ώρες μέχρι τον χορό» σήκωσε τα χέρια της στον αέρα, αγνοώντας σχεδόν την απάντησή μου.

«Νωρίς είναι ακόμα, τι φωνάζεις! Προλαβαίνω να ετοιμαστώ».

«Α, ναι; Και τι θα φορέσεις, για να έχουμε καλό ερώτημα; Τα ρούχα της προπόνησης;»

Το ύφος στο πρόσωπό της ήταν σχεδόν αστείο. Δεν μπορούσε να διανοηθεί την απάθεια που είχα δείξει για το συγκεκριμένο ζήτημα.

«Σκεφτόμουν να φορέσω την επίσημη ενδυμασία της Ακαδημίας»

Η φωνή της ήχησε τσιριχτή.

«Τι!»

Δίστασα.

«Όχι;»

«Φυσικά και όχι! Δε γίνονται κάθε τρεις και λίγο χοροί. Ήμουν σίγουρη ότι δε θα σε είχε ενημερώσει κανείς. Λοιπόν, ντύσου. Θα πάμε για ψώνια».

Αποφάσισα να μην κάνω περαιτέρω ερωτήσεις σχετικά με το τι ακριβώς σήμαιναν τα «ψώνια» στο αστρικό πεδίο και, εφόσον δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσω από την Άντρεα, ξεκίνησα να ετοιμάζομαι. Το σώμα μου βρισκόταν σε μία πρωτόγνωρη ευφορία, σε αντίθεση με το μυαλό μου, που προσπαθούσε να μη σκέφτεται τα γεγονότα της συγκεκριμένης ημέρας.

Αφού ήπιαμε το φίλτρο, ο Σεμπάστιαν επέμεινε να με συνοδεύσει ως το δωμάτιό μου. Η συζήτησή μας περιφέρθηκε γύρω από αυτό που είχαμε ζήσει, ενώ με δυσκολία κατάφερα να μη σκέφτομαι πως είχε μοιραστεί την ενέργειά του μαζί μου. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί και πως υποτίθετο πως η τακτική που είχε χρησιμοποιήσει ήταν αποδεδειγμένο πως βοηθούσε στην ενίσχυση των ενεργειακών επιπέδων ενός αστρικού σώματος.

Όμως όλα έπρεπε να λειτουργούν ανάποδα με εμένα, πράγμα που είχε αρχίσει να μου τη δίνει στα νεύρα. Και εκείνην τη στιγμή αποφάσισα πως δε θα ανέφερα σε κανέναν τι είχε συμβεί και αυτήν τη φορά.

Ειδικά στην Άντρεα. Η οποία δυστυχώς είχε βαλθεί να με καλλωπίσει και να επαναφέρει στην επιφάνεια τη θηλυκότητα που είχα ξεχάσει για μέρες. Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα φαν των καλλυντικών, όμως πάντα είχα μία προσεγμένη εμφάνιση, χρησιμοποιώντας τα απαραίτητα.

Περιφερόμασταν στους διαδρόμους, με εμένα να μη δίνω σημασία στην κατεύθυνση που ακολουθούσαμε, με μόνη αναγνώριση το γεγονός πως απομακρυνόμασταν αρκετά από τους συνηθισμένους χώρους που κινούμασταν συνήθως, και μου έκανε διάλεξη για το ότι έχω παραμελήσει τον εαυτό μου και πως «αυτό δεν ήταν καθόλου καλό», καθώς «έτσι είναι εύκολο να χάσουμε την ταυτότητά μας» και πολλά τέτοια ανθρωπιστικά.

Πολλά λεπτά και διαλέξεις αργότερα, με εμένα να συμφωνώ πειστικά και να παρατηρώ ταυτόχρονα τον κόσμο που τριγυρνούσε στα πέριξ, βρισκόμασταν έξω από ένα κατάστημα που ονομαζόταν «Η ασημένια κλωστή». Στριφογύρισα τα μάτια μου με τον παραλληλισμό, όμως η προσοχή μου απορροφήθηκε από την τελειότητα του μέρους. Στη βιτρίνα δέσποζαν τρία φορέματα από άλλη εποχή, από αυτά που έβλεπα στις παλιές ταινίες, καθένα σε διαφορετικό χρώμα και η πρώτη μου σκέψη ήταν πως θα ταίριαζαν άψογα σε πριγκίπισσες της Ντίσνεϊ. Απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω, βρισκόμασταν στο εμπορικό κομμάτι της Ακαδημίας, το οποίο δεν είχα σκεφτεί καν πως θα μπορούσε να υπάρχει. Κόσμος πηγαινοερχόταν με γεμάτες πάνινες τσάντες και ζωντανές συζητήσεις.

«Άντρεα, περίμενε». Η φίλη μου με κοίταξε απορημένη. «Πώς θα αγοράσουμε το οτιδήποτε;»

Εκείνη χαμογέλασε αυθόρμητα.

«Δεν θα αγοράσουμε ακριβώς. Θα το δηλώσουμε».

«Δηλώσουμε;»

«Ακριβώς. Η Ακαδημία σε προμηθεύει με τα απαραίτητα. Και τα λίγο λιγότερο απαραίτητα. Υπάρχει μόνο ένας έλεγχος για να μην το παρακάνεις».

Ένευσα θετικά και την ακολούθησα στο εσωτερικό της Ασημένιας Κλωστής, εντυπωσιασμένη από το πλήθος των κοριτσιών που κοιτούσαν και δοκίμαζαν τα ξεχωριστά ρούχα. Αν λάβουμε υπόψη πως ο χορός μεταφέρθηκε απροειδοποίητα νωρίτερα, ήταν αναμενόμενο.

Η φίλη μου κινήθηκε με χάρη ανάμεσά τους, σε αναζήτηση της ιδιοκτήτριας του καταστήματος, την οποία εντοπίσαμε να δίνει στιλιστικές συμβουλές σε μία κοπέλα, βάζοντας παράλληλα το φόρεμα που είχε διαλέξει σε μία πάνινη τσάντα. Μόλις το βλέμμα της έπεσε πάνω μας το πρόσωπό της φωτίστηκε.

«Άντρεα» αναφώνησε και την έκλεισε σε μία δυνατή αγκαλιά. Διέκρινα μία αμυδρή προφορά στον τρόπο που μιλούσε. «Η αγαπημένη μου πελάτισσα».

Αυτό ήταν κάτι που δε μου φάνταζε περίεργο. Η Άντρεα έμοιαζε για άτομο που δε θα άφηνε την εμφάνισή της στο έλεος κανενός· ούτε καν της Ακαδημίας. Αφού αντάλλαξαν λίγα νέα, με την κοπέλα δίπλα μου να επιβεβαιώνει πολλάκις στην ιδιοκτήτρια πως είναι πολύ καλά, ήρθε η ώρα για τις συστάσεις. Οι οποίες πέρα από την τυπική ανταλλαγή ονομάτων περιελάμβαναν και έναν πλήρη έλεγχο της εξωτερικής μου εμφάνισης από πάνω μέχρι κάτω.

«Πανέμορφη» αναφώνησε. «Τι γλυκό πρόσωπο, τι θηλυκό σώμα! Καταπληκτικά. Θα χαρώ να σε ντύσω».

Χαμογέλασα αμήχανα, καθώς η μαντάμ Ρόζι, όπως με ανάγκασε να την αποκαλώ, στράφηκε απότομα προς την αντίθετη πλευρά και χάθηκε μέσα σε ένα δωμάτιο. Επανήλθε, κρατώντας έναν πύργο με διπλωμένα ρούχα στο ένα χέρι και τέσσερις πέντε κρεμάστρες με φορέματα στο άλλο. Δίχως να το αντιληφθώ σχεδόν, είχαν τοποθετηθεί στα δικά μου χέρια και οδηγούμουν προς ένα από τα δοκιμαστήρια.

Ευτυχώς η απομόνωση του μικρού χώρου ήταν βάλσαμο εκείνην τη στιγμή για το σφιγμένο σώμα μου. Ακούμπησα τα ρούχα σε έναν μικρό πάγκο που βρισκόταν εκεί, έκλεισα τα μάτια μου και άφησα μία ανάσα να βγει από μέσα μου. Εισέπνευσα ξανά βαθιά, όμως η κίνησή μου αυτή δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το σώμα σου δεν είναι πλήρως λειτουργικό, θυμήθηκα τα λόγια του Σεμπάστιαν και αποφάσισα πως δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να φρικάρω και με αυτό.

«Ξεκίνα να δοκιμάζεις. Και να βγαίνεις να σε ελέγχω με το κάθε κομμάτι» η φωνή της Άντρεα με κινητοποίησε.

«Αυτό είναι απειλή;» της φώναξα.

«Απαίτηση».

Έβγαλα τα δικά μου ρούχα, ρίχνοντας μια ματιά παράλληλα σε αυτά που είχα πετάξει όπως όπως πάνω στον πάγκο. Κάποια ήταν τόσο υπερβολικά, που μου φαινόταν αστείο και μόνο να τα δοκιμάσω. Επεξεργάστηκα ένα που έμοιαζε πιο φυσιολογικό στα μάτια μου. Ήταν ένα μακρύ, γοργονέ φόρεμα, σκούρου μπλε χρώματος. Το φόρεσα προσεκτικά και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Η εικόνα μου έμοιαζε υπέροχη. Το ύφασμα αγκάλιαζε με έναν μοναδικό τρόπο το σώμα μου, ενώ το τετράγωνο ντεκολτέ με τις δύο φαρδιές ράντες που έδεναν πίσω από τον λαιμό τόνιζαν τους ώμους και το στήθος μου.

Έστρωσα ελαφριά τα μαλλιά μου, τα οποία είχαν ανακατευτεί και μου χαμογέλασα, έτοιμη να βγω για αξιολόγηση.

«Σου έχω το ένα» ανακοίνωσα, σηκώνοντας την κουρτίνα του δοκιμαστηρίου.

«Θα το δούμε αυτ–». Η φράση της κόπηκε στη μέση με το που με είδε. «Υπέροχη!» αναφώνησε. «Δε χρειάζεται να δοκιμάσεις κάτι άλλο. Αυτό θα πάρουμε» κατέληξε.

«Και να ήθελες» σχολίασα, ενώ επέστρεφα για να το βγάλω.

Με το φόρεμά μου διπλωμένο σε ένα πακέτο, μαζί με διάφορα άλλα πράγματα που με ανάγκασε η Άντρεα να πάρω –μέσα σε αυτά και δύο ασημένιες γόβες– και το βουητό από την κατήχησή της για το τι θα κάνουμε στο πάρτι στο κεφάλι μου, μπήκα στο δωμάτιό μου και ξεκίνησα να ετοιμάζομαι. Χτένισα τα μαλλιά μου και τα έπιασα σε έναν ψηλό κότσο, αφήνοντας μερικές τούφες να ξεφεύγουν και να πλαισιώνουν το πρόσωπό μου. Η αντανάκλασή μου στον καθρέφτη ήταν άκρως ικανοποιητική, όμως έλειπε κάτι από την εικόνα μου. Όταν αναμόχλευσα την πάνινη τσάντα από το κατάστημα της κυρίας Ρόζι, στριφογύρισα τα μάτια μου και ευχαρίστησα τη φίλη μου για τη σκέψη που εγώ δεν έκανα: τα σκουλαρίκια. Τα έβγαλα από το δικό τους κουτάκι και παρατήρησα πως ήταν δύο πεταλούδες που, αν τις πλάγιαζες, έμοιαζαν λίγο με στρογγυλεμένες κλεψύδρες. Ήταν ασυνήθιστο σχέδιο για κόσμημα, όμως έδενε απίστευτα με το φόρεμα και τα μαλλιά μου και ταίριαζε με τη νοοτροπία της Ακαδημίας. Είχα φτάσει στο σημείο να αποκτώ και διαφημιστικά!

Παρ’ όλο το σαρκαστικό υποσυνείδητό μου, είχα πολύ καιρό να νιώσω τόσο όμορφα. Με όλα όσα γίνονταν στην καθημερινότητά μου είχα αγκαλιάσει την πρακτική πλευρά του εαυτού μου. Φορούσα τα πιο άνετα ρούχα για τις προπονήσεις, δεν έφτιαχνα ιδιαίτερα τα μαλλιά μου, ξεχνούσα να χαμογελώ. Συνειδητοποίησα πως απέφευγα να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη… Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Είχα κάνει κάτι για εμένα, κάτι που με έκανε να μοιάζω περισσότερο στην παλιά Ναντίν και η αυτοπεποίθησή μου είχε επανέλθει σε πιο φυσιολογικά επίπεδα.

Αν θες να γυρίσεις πίσω, θα πρέπει να μη χάσεις τον εαυτό σου εδώ, μου υπενθύμισα, παίρνοντας μια σιωπηλή απόφαση να με προσέχω περισσότερο από εδώ και στο εξής.

Ο διακριτικός χτύπος στην πόρτα μου μου δήλωσε πως είχε έρθει η στιγμή να φύγω. Πίσω της όμως με περίμενε μια έκπληξη.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» ρώτησα τον επισκέπτη μου.

«Πίστευες ότι θα σε αφήσω να πας ασυνόδευτη στον χορό;» Έκανε μία πλήρη στροφή και, αφού την ολοκλήρωσε, συμπλήρωσε: «Έπρεπε να βρω μία εξίσου εκθαμβωτική παρουσία να σταθεί δίπλα μου. Λοιπόν, πώς με βρίσκεις;»

Έσμιξα τα χείλη μου δήθεν προβληματισμένη.

«Σαν τον κλασικό Ρέτζι. Λίγο πιο καλοντυμένο» τον πείραξα, παρατηρώντας ωστόσο πως το κοστούμι του ταίριαζε γάντι.

Ξεκινήσαμε τη διαδρομή για την αίθουσα στην οποία πραγματοποιούνταν ο χορός, πράγμα που μου υπενθύμισε πως η Ακαδημία ήταν ένας τεράστιος χώρος, με εμένα να έχω διασχίσει ένα πολύ μικρό κομμάτι της, αυτό που αφορούσε τους νεοφερμένους και την εκπαίδευσή τους.

Προχωρούσαμε για αρκετή ώρα –είχα ήδη ξεχάσει πού είχαμε στρίψει και ο χάρτης μου βρισκόταν στο δωμάτιό μου, καθώς το φόρεμα δεν προσέφερε χώρους αποθήκευσης– όταν αποφάσισα να εκφράσω την απορία που είχα από τη στιγμή που τον είδα στην πόρτα μου.

«Γιατί δεν πρότεινες στην Άντρεα να τη συνοδεύσεις;»

Η πρώτη του αντίδραση ήταν ένα βλέμμα απορίας, το δικό μου ανασηκωμένο φρύδι, όμως, δε χωρούσε προσπάθειες αποφυγής.

«Θεώρησα πως θα είναι ολοφάνερο πως μου αρέσει, αν της ζητούσα να τη συνοδεύσω» παραδέχτηκε εν τέλει.

«Και αυτό θα ήταν κακό… γιατί;»

«Γιατί εκείνη με βλέπει μόνο ως φίλο. Ανέκαθεν. Δεν της αρέσω ίσως. Ή με συμπαθεί πάρα πολύ».

«Έχεις σκεφτεί το ενδεχόμενο να σε θεωρεί τόσο γυναικά, που να μη δίνει πιθανότητες στο να βλέπεις κάποια κοπέλα σοβαρά;»

Η ερώτησή μου τον ξάφνιασε, ενώ εγώ προσπαθούσα να κρύψω την ψυχολόγο μέσα μου που πάσχιζε να βγει στην επιφάνεια. Πάντα με εκνεύριζε να ψυχαναλύω τους φίλους μου. Άνοιξε το στόμα του για απαντήσει, όμως το ξαναέκλεισε σκεπτικός.

«Ίσως έχεις δίκιο» είπε τελικά.

Έπειτα από λίγα σιωπηλά λεπτά, φτάσαμε μπροστά από τη μεγάλη, ξύλινη, αψιδωτή πόρτα. Ο φίλος μου, σαν σωστός συνοδός και τζέντλεμαν, άνοιξε το ένα φύλλο της, δημιουργώντας πέρασμα προς το εσωτερικό της. Αμέσως μόλις σχηματίστηκε η πρώτη χαραμάδα, ο ήχος της μουσικής έφτασε στα αυτιά μου. Μπαίνοντας μέσα διαπίστωσα πως προερχόταν από μία ζωντανή ορχήστρα, η οποία ήταν τοποθετημένη στη μία άκρη της αίθουσας, σε ένα χαμηλό εσωτερικό μπαλκόνι. Η όψη τους έφερε στο μυαλό μου εικόνες βγαλμένες από βιβλία λογοτεχνίας ή από παλιές κλασικές ταινίες. Όλοι τους ήταν ντυμένοι με ρούχα εποχής και έπαιζαν έγχορδα και πνευστά όργανα, με τα οποία παρήγαγαν ήχους που, ναι μεν είχα ξανακούσει, όμως δεν γνώριζα ακριβώς ποιες συνθέσεις ήταν. Η Κρις θα είχε ξενερώσει εντελώς, αν ήταν μαζί μου.

Η αίθουσα ήταν ήδη γεμάτη κόσμο, όμως το μέγεθός της βοηθούσε στο να υπάρχει ελεύθερος χώρος. Στα δεξιά μας υπήρχε ένας μακρόστενος πάγκος, γεμάτος με διάφορα φίλτρα, τα οποία υπέθεσα πως θα εξυπηρετούσαν τις ανάγκες για αλκοόλ, ενώ γύρω γύρω στην αίθουσα βρίσκονταν ψηλά τραπέζια, σαν αυτά που έβλεπες συνήθως στα μπαρ, ώστε να ακουμπάς το ποτό σου και να συνομιλείς με την παρέα σου. Ήδη είχαν διαμορφωθεί αρκετά πηγαδάκια, ενώ κάποιοι χόρευαν μπροστά στην ορχήστρα και άλλοι γυρνούσαν από παρέα σε παρέα.

Μερικά κεφάλια γύρισαν προς το μέρος μας, καθώς διασχίζαμε τον χώρο, με ανάμεικτα συναισθήματα στα πρόσωπά τους. Κάποιοι από τους χαμογελαστούς σήκωσαν το ποτήρι τους σε ένδειξη χαιρετισμού προς τον συνοδό μου, κάποιοι άλλοι απλώς επέστρεψαν στην προηγούμενη ασχολία τους, χωρίς να δώσουν περισσότερη σημασία. Εγώ από την άλλη έψαχνα για κάποια γνώριμη φυσιογνωμία μέσα σε όλον αυτόν τον κόσμο.

«Εκεί είναι οι δικοί μας» είπε ο Ρέτζι και επιτάχυνε το βήμα του προς την ομάδα των νεοφερμένων, η οποία βρισκόταν πιο κοντά στον πάγκο με τα ποτά.

«Ω, καλώς τον βασιλιά και τη βασίλισσα του χορού» σχολίασε ένας ψηλόλιγνος νεαρός άνδρας, του οποίου το όνομα δεν είχα συγκρατήσει, παρότι το είχα ακούσει αρκετές φορές.

«Δεν αφήνεις τις βλακείες, Ράζα; Ξέρω ότι ζηλεύεις που συνοδεύω μία από τις ωραιότερες νεοφερμένες».

Ο Ράζα έστρεψε το βλέμμα του πάνω μου, κοιτάζοντάς με απροκάλυπτα από πάνω μέχρι κάτω.

«Να φοράς συχνότερα φορέματα εσύ» είπε και μου έκλεισε το μάτι.

Το ύφος του ήταν περιπαιχτικό, όμως τα μάγουλά μου πιθανότατα θα είχαν βαφτεί κόκκινα.

«Τι εννοούσες περί βασιλιά του χορού; Θα έχει και τέτοια;» ρώτησα, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση.

«Ευτυχώς όχι» μου απάντησε ο φίλος μου.

«Πάλι καλά».

Και εκείνην τη στιγμή αντιλήφθηκα για ποιον λόγο ο χορός γινόταν λίγο πριν από την έναρξη των εβδομάδων κατευθύνσεων. Ήταν μία καλή ευκαιρία να γνωρίσεις πολύ από τον κόσμο της Ακαδημίας, ειδικά τους συνεκπαιδευόμενούς σου.

Άφησα τον Ρέτζι να συνεχίσει τη συζήτηση με τους υπόλοιπους και η ματιά μου ανέτρεξε στον τεράστιο χώρο. Στην ακριβώς απέναντι πλευρά βρίσκονταν κάποιοι από τους καθηγητές και με έκπληξη παρατήρησα πως ο Γιόρεκ Μπέλροουζ έπινε το ποτό του μαζί με την Τζοάννα Σάλιβαν, η οποία ήταν για πρώτη φορά εκθαμβωτική. Διατηρούσε το πιο παλαιικό στιλ της, όμως σήμερα έμοιαζε σαν να ξεπήδησε από τις σελίδες της Τζέην Ώστεν. Παραδίπλα, ο διευθυντής μιλούσε με τον μακρυμάλλη καθηγητή και μία ξανθιά μεγαλόσωμη γυναίκα. Και τους δύο τους είχα δει ξανά στην αίθουσα ανακοινώσεων και υπέθετα πως, για πλαισιώνουν τόσο συχνά τον διευθυντή, θα έχουν υπεύθυνο ρόλο στην Ακαδημία.

Το στομάχι μου σφίχτηκε, όταν εντόπισα μια επιβλητική παρουσία στην άκρη της αίθουσας: τον Σεμπάστιαν. Φορούσε την επίσημη ενδυμασία της Ακαδημίας και το σήμα της κλεψύδρας στο πάνω αριστερά μέρος ξεχώριζε ακόμη και από απόσταση. Είχε περιποιηθεί τα μαλλιά του, ανασηκώνοντάς τα ελαφρώς, μοιάζοντας με κάποιον που έχει προσπαθήσει να κάνει κάτι καλύτερο, χωρίς να θέλει να καταλήξει σε υπερβολές. Σαν να αισθάνθηκε τη ματιά μου πάνω του, γύρισε προς το μέρος μου.

Όφειλα να παραδεχτώ πως αντιστάθηκα σθεναρά να μην αποστρέψω το βλέμμα μου και να το παίξω ανήξερη, οπότε παρέμεινα να τον κοιτάζω, νιώθοντας έτοιμη να φύγω τρέχοντας από την ντροπή. Ανασήκωσε το ποτό του και έπειτα ήπιε μια γουλιά, με εμένα να συνειδητοποιώ πως δεν κρατούσα κάτι ανάλογο στα χέρια μου, ώστε να ανταποδώσω την κίνηση, οπότε αρκέστηκα να χαμογελάσω πλατιά, για να φανεί παρά τη μεταξύ μας απόσταση. Έπειτα, εκείνος στράφηκε προς τη γυναικεία φιγούρα δίπλα του, τοποθετώντας το χέρι του στη μέση της. Το κομψό μαύρο φόρεμά της αγκάλιαζε εκπληκτικά το γυμνασμένο σώμα της και η ξεχωριστή της εμφάνιση μού αποδείκνυε πως μόνο ο Σεμπάστιαν επέλεγε να παραμένει στον επίσημο κώδικα ενδυμασίας της Ακαδημίας.

«Θα χρειαστώ κάτι να πιω» δήλωσα στον Ρέτζι, παίρνοντας τα μάτια μου από τον υπερβολικά σέξι εκπαιδευτή μου και τη δίχως αμφιβολία πλέον σχέση του. «Κάτι δυνατό».

Αγγελίνα Παπαδημητρίου