Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15.1.21

Η Πργικίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 12)

Είχε περάσει όλο το βράδυ δίπλα της. Δεν είχε κουνηθεί από εκεί για κανέναν λόγο. Είχε επίσης περάσει όλο το πρωινό μαζί της και της μιλούσε για ό,τι είχε χάσει από το μάθημα. Τα μάτια της παρέμειναν ερμητικά κλειστά.

Δέκα λεπτά. Έλειψα μόνο για δέκα λεπτά, άντε ένα τέταρτο, για να κάνω ένα γρήγορο ντους και η μικρή, πεισματάρα, εκνευριστική…

Πήρε μια βαθιά ανάσα για να συγκρατήσει τα νεύρα του. Η Ροξάν ήταν ξύπνια όταν επέστρεψε στο ιατρείο και τσακωνόταν με την κόρη του Ερμή. Η τελευταία δεν την άφηνε να σηκωθεί ακόμα από το κρεβάτι, φοβούμενη μήπως ανοίξουν τα ράμματα στο πλευρό της. Κατάπιε τον θυμό του και πλησίασε τα δύο θηλυκά.

 «Μη με ακουμπάς!»

«Μην κάνεις απότομες κινήσεις γιατί, μα τους Θεούς, θα σε σφάξω εγώ να ησυχάσω!» ξέσπασε η ξανθιά.

«Ακόμα δεν ξύπνησες άρχισες την γκρίνια βλέπω» της είπε με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το στήθος, εισπράττοντας ένα κύμα εκνευρισμού από το βλέμμα της. «Αναλαμβάνω εγώ, Λίνα» συνέχισε χαμογελώντας.

«Δε με λένε-» σταμάτησε. Έκλεισε τα μάτια, πήρε μια κοφτή ανάσα και σήκωσε τα χέρια ψηλά. «Κάντε ό,τι καταλαβαίνετε. Εγώ παραιτούμαι. Εσείς στα τσακίδια. Χέστηκα» είπε με μια παράδοξη ηρεμία ενώ απομακρυνόταν και ο Κάιλ αναρωτήθηκε τι μπορεί να την είχε εκνευρίσει τόσο. Γύρισε προς το μέρος της Ροξάν. Απορούσε και εκείνη.

«Λοιπόν» ξεκίνησε να λέει και το χέρι του βρέθηκε στη μέση της. «Πάμε να σε σηκώσουμε».

Δε χρειαζόταν να μιλήσει. Το βλέμμα που του έριξε ήταν παραπάνω από αρκετό. Έσπρωξε το χέρι του από πάνω της και με ένα σάλτο, στάθηκε στα πόδια της. Αμέσως έβαλε το χέρι της πάνω από το τραύμα και το πίεσε, καθώς πόνεσε με την απότομη κίνηση.

«Ήρεμα, πριγκίπισσα. Θα ήταν εξευτελιστικό αν άνοιγαν τα ράμματα και πέθαινες από αιμορραγία, ενώ πρώτα τη γλύτωσες από το φίδι».

«Χέσε μας, Κάιλ» τον αποπήρε.

«Α, ξυπνήσαμε με νευράκια βλέπω» συνέχισε να την πειράζει καθώς τη βοηθούσε να περπατήσει. Κάτι πήγε να του πει μα τη σταμάτησε. «Σκάσε και προχώρα. Πρέπει να μιλήσουμε» είπε σοβαρά και εκείνη τον ακολούθησε απορημένη.

«Μάλιστα. Τώρα υπακούς στις υποδείξεις ενός τέρατος και εμένα, που ήμουν και είμαι δίπλα σου σε κάθε στιγμή της ζωής σου, με γράφεις κανονικά και με τον νόμο και χωρίς καθόλου τύψεις. Έτσι σε μεγάλωσα εγώ;» άκουσε τον νεκρό της φίλο να παραπονιέται.

«Μη γίνεσαι δραματικός» του είπε απαξιωτικά.

«Σοβαρολογώ. Σπάνιο, το ξέρω, αλλά συμβαίνουν και αυτά» απάντησε ο Κάιλ και η Ροξάν συνειδητοποίησε πως παραλίγο να φαινόταν τρελή στα μάτια του.

Αγνόησε τον Οδυσσέα και δε μίλησε μέχρι να της απευθύνει τον λόγο ο Κάιλ. Ο φάντασμα του αρχαίου ήρωα πρέπει να έφυγε ξανά, γιατί δεν μπορούσε να τον αισθανθεί γύρω της και η πολυλογία του είχε πάψει. Προσπαθούσε να σκεφτεί τι ήταν αυτό για το οποίο ήθελε να της μιλήσει ο Κάιλ. Καμία ιδέα δεν περνούσε από το μυαλό της. Να έτρωγε κατσάδα που έβαλε σε κίνδυνο τη ζωή της και σε επέκταση και τη δική του ζωή; Μπα, αποκλείεται. Αυτό μπορούσε να το κάνει και μπροστά στους υπόλοιπους και εκείνος την οδηγούσε μακριά από την πολυκοσμία της κατασκήνωσης. Για μια στιγμή σκέφτηκε πως ίσως να ήθελε να τη σκοτώσει. Αλλά υπήρχαν πολλοί λόγοι που απέκλειαν αυτό το σενάριο.

«Πήγαινέ μας κάπου χωρίς αδιάκριτα μάτια και αυτιά» μουρμούρισε στο αυτί της και ένα ρίγος διαπέρασε την πλάτη της.

«Από ‘δω» ένεψε με το κεφάλι της και εκείνος ακολούθησε τις υποδείξεις της. Έφτασαν στην παραλία και περπάτησαν κατά μήκος της ακτής μέχρι που δεν έβλεπαν κανέναν. Μα η Ροξάν δε σταμάτησε να περπατά.

«Πού πάμε;» τη ρώτησε.

«Θα δεις» μπήκαν μέσα στο δάσος και ανέβηκαν το βουνό μέσο ενός κρυφού μονοπατιού. Εκείνος την κοίταζε μπερδεμένος. Σύντομα άκουσε τρεχούμενο νερό και χαμογέλασε. «Από ‘δω» συνέχισε εκείνη και με το χέρι της έκανε στην άκρη την κουρτίνα που δημιουργούσαν μερικοί φυλλώδεις βλαστοί. Περπάτησαν μέσα στο πέτρινο τούνελ, ακολουθώντας το φως και σε μερικά δεύτερα βρίσκονταν σε μια σπηλιά, με μόνη πηγή φωτός τον ήλιο, που έπεφτε πάνω σε μια υδάτινη κουρτίνα και αντανακλούσε στον χώρο.

«Κλείσε το στόμα σου, θα μπει καμιά μύγα» τον ειρωνεύτηκε.

«Πού το ξετρύπωσες αυτό;» χαμογέλασε.

«Η παραλία δεν είναι πάντα ελεύθερη» απάντησε και κάθισε σε ένα σημείο πιο κοντά στο νερό. «Έρχομαι εδώ για να μείνω μόνη».

«Και γιατί με έφερες εδώ;» κάθισε δίπλα της.

«Τι θέλεις να μου πεις, Κάιλ;» προτίμησε να τον ρωτήσει αφήνοντας έναν αναστεναγμό. Εξάλλου δεν ήξερε τι απάντηση να του δώσει.

«Δε χάνεις καθόλου χρόνο, ε;» γέλασε. «Πώς νιώθεις;» έδειξε το χέρι της που κρατούσε ακόμα το σημείο όπου την είχε δαγκώσει το φίδι.

«Δε νομίζω να ήθελες να μείνουμε μόνοι για να με ρωτήσεις αν είμαι καλά».

«Δεν μπορείς απλά να απαντήσεις για μια φορά στη ζωή σου;» θύμωσε.

«Θα ζήσω. Ευχαριστημένος;» Με την απάντησή της το βλέμμα του σκοτείνιασε. Η γλώσσα του δέθηκε κόμπος. Πώς θα της το έλεγε; Από τι να ξεκινούσε;

«Μη χαίρεσαι τόσο» συνέχισε πικρόχολα, βλέποντας την έκφρασή του. «Κάνε μια προσπάθεια έστω να κρύψεις την απογοήτευσή σου».

«Απογοήτευση;» ένιωσε μια σουβλιά στο στήθος του. Αλήθεια, αυτό πίστευε;

«Γιατί σου κάνει εντύπωση;»

«Δε θα έπρεπε;» στένεψε το βλέμμα του.

«Όχι;» το ειρωνικό της ύφος πυροδότησε κάτι μέσα του. Λίγο θυμός, λίγο πόνος και παντελή άγνοια του γιατί, μα ήθελε να τη σπάσει στο ξύλο εκείνη τη στιγμή. Έκανε απότομα μπροστά και την άρπαξε από τα μπράτσα. «Με πονάς» γρύλισε.

«Αν σε ήθελα νεκρή, δε θα ερχόμουν να σε βρω, δε θα διακινδύνευα τη ζωή μου για να σε σώσω, δε θα σε κουβαλούσα μέχρι το ιατρείο, δε θα ξημερωνόμουν πάνω από το ξεροκέφαλό σου μέχρι να ξυπνήσεις-» βρυχήθηκε μέσα στο πρόσωπό της.

«Και τι περιμένεις; Να σου στήσουμε άγαλμα;» τον διέκοψε. Το άρωμά της, εκείνη η μεθυστική μυρωδιά του μελιού αναμειγμένο με γάλα, τον τρέλαινε.

«Περιμένω να βγάλεις τον σκασμό και να με ακούσεις». Τα πρόσωπά τους ήταν τόσο κοντά που ένιωθαν ο ένας την ανάσα του άλλου. Ήταν λαχανιασμένοι από τις φωνές. Κανείς τους δε μιλούσε τώρα. Εκείνη είχε χαθεί στο βλέμμα του και εκείνος προσπαθούσε να βρει τα σωστά λόγια για να της εξηγήσει.

«Κινδυνεύεις» κατάφερε να ψελλίσει καταπίνοντας τον κόμπο που είχε στον λαιμό του.

«Από ποιον;» ρώτησε θυμωμένα, σαν να μην τον πιστεύει. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει με μανία στο στήθος του. Γιατί του το έκανε αυτό; Γιατί ένιωθε τα σωθικά του να καίγονται;

«Από εμένα» ψιθύρισε πάνω στα χείλη της, κάνοντάς τη να απορεί. Δεν άντεχε άλλο.

Μηδένισε διστακτικά την ελάχιστη απόσταση ανάμεσά τους. Το στόμα του χάιδεψε τρεμάμενο το δικό της. Τη φίλησε δειλά, σαν έφηβος που ανακάλυπτε για πρώτη φορά τη γεύση μιας γυναίκας. Τα μάτια του ερμητικά κλειστά. Δεν τολμούσε να τα ανοίξει. Περίμενε την προσγείωση της παλάμης της στο πρόσωπό του, όμως δεν ήρθε ποτέ και έτσι πήρε θάρρος. Συνεχίζοντας τις ήρεμες κινήσεις, παρά το πόσο πονούσε από την προσμονή, ένιωσε το σώμα της να χαλαρώνει και βάθυνε το φιλί του. Άφησε τα χέρια του να αγκαλιάσουν το πρόσωπό της. Οι αντίχειρές του χάιδεψαν τα απαλά της μάγουλα. Τα δάκτυλά του μπλέχτηκαν στα μαλλιά της. Εξακολουθούσε να μην τον διώχνει μακριά της.

Ήταν η πρώτη φορά που φιλούσε γυναίκα με τέτοιο τρόπο. Αργά, αισθησιακά. Για πρώτη φορά, δεν έπαιρνε απλά αυτό που ήθελε, αλλά ζητούσε την άδειά της και δεν έβρισκε κανένα τρόπο να εξηγήσει το γιατί.

***

Είχε μείνει ακίνητη κάτω από το άγγιγμά του. Θυμόταν τον εαυτό της να αποκρούει τις επιθέσεις των υπόλοιπων ημιθέων με ευκολία, όμως μπροστά του ήταν αδύναμη. Τη φίλησε. Είχαν ξανά φιληθεί αλλά ποτέ έτσι. Πάντοτε κυριαρχούσε ο θυμός ανάμεσά τους και πάντα ήταν εκείνη που τον φιλούσε. Όμως αυτή τη φορά την είχε φιλήσει εκείνος! Είχε δει τη λαγνεία στο βλέμμα του, την κάψα του και όμως δεν είχε ορμίσει πάνω της. Αντίθετα ήταν… γλυκός. Δεν καταλάβαινε γιατί συγκρατιόταν. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως θα ήταν επιθετικός, πως δε θα της άφηνε περιθώρια επιλογής. Είχε κάνει λάθος, το ίδιο λάθος που έκαναν όλοι μαζί της. Τον είχε κρίνει. Τι απαίσια που ήταν, τι υποκρίτρια.

Όσο βάθαινε το φιλί του, τόσο έχανε τον έλεγχο του σώματός της. Όταν έμπλεξε τα χέρια του στα μαλλιά της, τα τράβηξε ελαφρά και ασυναίσθητα έγειρε το κεφάλι της πίσω. Ένιωθε την ανάσα του στο δέρμα της. Τα χείλη του είχαν αποσφραγίσει τα δικά της και τώρα έδινε όλη του τη φροντίδα στον λαιμό της. Ξεκίνησε και εκεί με απαλά φιλιά και από το στόμα της ξέφευγαν μικροί αναστεναγμοί. Ακόμα δεν είχε κάνει καμία κίνηση να τον σταματήσει και δεν ήξερε αν ήθελε να το κάνει.

Αισθανόταν όμορφα, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της. Όμως όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν. Όταν ένιωσε τα δόντια του να χαϊδεύουν αισθησιακά το λαιμό της, το μυαλό της κατακλείστηκε από αναμνήσεις. Για χρόνια ευχόταν να μπορούσε να ξεχάσει εκείνες τις εφιαλτικές εικόνες. Να μη θυμάται ούτε τον πόνο, ούτε τον θυμό, μα περισσότερο από το κάθε τι άλλο προσπαθούσε με όλες της τις δυνάμεις να ξεγράψει από τη μνήμη της τις φωνές και τα ουρλιαχτά που τη στοίχειωναν τα βράδια. Ήθελε να φύγει από εκεί.

«Άσε με» πρόφερε με αθέμιτη λαχτάρα και εκείνος, μην καταλαβαίνοντας πως το εννοούσε, έσυρε τη γλώσσα του στο ερεθισμένο της δέρμα. «Κάιλ, φύγε από πάνω μου!» τσίριξε σπρώχνοντάς τον. «Γι’ αυτό με έφερες εδώ; Για να σαλιαρίσεις;» συνέχισε όταν η ανάσα της βρήκε πάλι τον ρυθμό της. «Μη με ξανά ακουμπήσεις! Εγώ δεν είμαι κανένα από εκείνα τα τσουλάκια που πηδάς».

Σιωπή. Κανένας τους δεν έλεγε λέξη για μερικά λεπτά. Μόνο κοιτούσαν ο ένας τον άλλο μην μπορώντας να καταλάβουν τι συνέβαινε. Εκείνη δεν το άντεξε άλλο και γύρισε να φύγει πρώτη από τη σπηλιά.

«Περίμενε» σταμάτησε να περπατάει μα κράτησε την πλάτη της γυρισμένη. «Οι Θεοί σχεδιάζουν να σας σκοτώσουν, για να μην πάρετε τη θέση τους».

***

Μόλις επέστρεψε στην καμπίνα που μοιραζόταν με τον Κάρυστο, μπήκε αμέσως στο μπάνιο και μπήκε κάτω από το κρύο νερό του ντους. Είχε κολλήσει το μέτωπό του στα πλακάκια και προσπαθούσε να ηρεμήσει τον εαυτό του χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν ηλίθιος, ηλίθιος! Κοπάνησε το χέρι του στον τοίχο σπάζοντας μερικά από τα πλακάκια και συνέχισε να χτυπάει το ίδιο σημείο μέχρι που πόνεσε. Κοίταξε το αίμα που ξεπλενόταν από το νερό και έσφιξε τα δόντια.

Είχε μια ριμάδα δουλειά να κάνει. Να της πει ό,τι είχε ακούσει. Και αντί για αυτό τα είχε κάνει σκατά. Πώς μπόρεσε να αφήσει τον εαυτό του να αφεθεί έτσι; Τι περίμενε δηλαδή; Πως θα τον δεχόταν; Ότι θα γύριζε να τον κοιτάξει; Αυτόν; Ένα τέρας; Από την άλλη, δεν τον είχε διώξει μέχρι που τη δάγκωσε. Διάολε, ένιωθε ακόμα τη γεύση της στη γλώσσα του. Και εκείνο το βλέμμα της όταν έκανε πίσω και τον κοίταξε έκανε τα γόνατά του να κοπούν. Φοβόταν. Η Ροξάν Χέιτζ φοβόταν και ήξερε πως έφταιγε εκείνος γι’ αυτό. Όμως τι τον ένοιαζε; Δεν έπρεπε να τον νοιάζει. Ούτε το γεγονός πως δεν τον πίστεψε έπρεπε να τον ενοχλεί τόσο. Ας πέθαινε, δεν ήταν δική του δουλειά. Αλλά γιατί; Γιατί ήθελε τόσο πολύ να την προστατέψει;

Μη με ξανά ακουμπήσεις! Εγώ δεν είμαι κανένα από εκείνα τα τσουλάκια που πηδάς αυτό του είχε πει και εκείνος αντί να απαντήσει, αντί να της φωνάξει πως έκανε λάθος, το βούλωσε και την άφησε να βγάλει τα δικά της άτοπα συμπεράσματα. Και όταν της είπε ό,τι είχε ακούσει για το σχέδιο των Θεών τον είχε χαστουκίσει. Ήταν μόνο ένα χαστούκι, ανάμεσα στα αναρίθμητα που του είχαν ρίξει, μα το ένιωθε ακόμα να του καίει το δέρμα.

Ύστερα το βλέμμα της ήρθε ξανά στο μυαλό του. Τι σήμαινε εκείνος ο φόβος; Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Φώναξε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του και άρχισε πάλι να χτυπάει τον τοίχο.

«Τι έγινε;» άκουσε τον συγκάτοικό του να φωνάζει πίσω του μα ούτε που γύρισε. «Κάιλ, ξεκόλλα, τι κάνεις;» τον τράβηξε από τον ώμο και εκείνος προσπάθησε με νύχια και με δόντια να μην ξεσπάσει πάνω του.

«Έκρηξη θυμού. Με τέρας μένεις, συνήθισέ το» στράβωσε τα χείλη του σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να χαμογελάσει.

«Είσαι σίγουρα καλά;» ρώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον ο νεαρός Κένταυρος.

Δεν του απάντησε. Βγήκε από το δωμάτιο, άλλαξε τα βρεγμένα του ρούχα και ξεκίνησε να τρέχει. Προς τα πού; Δεν είχε σημασία.

***

Είχε σταματήσει να μετράει τις ώρες που περνούσαν κάποια στιγμή μετά τις δύο και προσηλώθηκε στην προπόνηση. Δεν την ενδιέφερε που μπορεί να άνοιγαν τα ράμματα, ήθελε απλά να απασχολήσει το μυαλό και το σώμα της με κάτι που θα έπαιρνε τις αναμνήσεις μακριά. Δεν ήταν κανένας άλλος εκεί, οπότε είχε ξεκινήσει να πηδάει το σκοινάκι μετά από αρκετούς γύρους τρέξιμο γύρω από την αρένα και από τις διάφορες διατάσεις που της υποδείκνυε ο ημιδιάφανος δάσκαλός της.

«Προπονήσου με στόχο να είσαι ο πιο δύσκολος αντίπαλος. Εκείνος που δε θα καταφέρει κανείς να σκοτώσει». Αυτό της είχε πει λέξη προς λέξη και αυτό έκανε. Όμως ούτε η προπόνηση μπορούσε να εξαφανίσει εντελώς τις αναμνήσεις, ούτε τις παλιές, ούτε τις πιο πρόσφατες.

Γιατί την είχε φιλήσει; Γιατί έπαιζε μαζί της με αυτόν τον τρόπο; Υπήρχαν υπερβολικά πολλές κοπέλες που θα άνοιγαν πρόθυμα τα πόδια τους για χάρη του σε αυτή την κατασκήνωση και δε θα τις ένοιαζε αν δεν ξανά μιλούσαν μαζί του έπειτα. Πρώτη και καλύτερη η Σύνθια, που είχε ήδη δηλώσει δημόσια πως τον ήθελε, κολλώντας πάνω του σαν σιχαμένη βδέλλα, αλλά και όλες οι άλλες κόρες της ιερόδουλης Θεάς. Γιατί έπρεπε να φιλήσει εκείνη και μάλιστα κάπου όπου δεν τους έβλεπε κανείς; Δεν ήθελε να τους δουν, γιατί ντρεπόταν να τον δουν με την τρελή. Δεν έβρισκε άλλη εξήγηση. Και σαν να μην έφτανε αυτό, της είχε αραδιάσει ένα σωρό ψέματα για μια υποτιθέμενη σφαγή εναντίον τους. Λες και οι ημίθεοι αποτελούσαν έστω και τον παραμικρό κίνδυνο κατά των αθανάτων. Μα την είχε περάσει για τόσο ηλίθια;

Τα πόδια της την πρόδωσαν και τα γόνατα και οι παλάμες της τρίφτηκαν στο χώμα μόλις το σκοινάκι μπερδεύτηκε στους αστραγάλους της. Είδε τον ιδρώτα της να στάζει στο έδαφος. Σηκώθηκε και είδε ελάχιστο αίμα στα σημεία που είχε χτυπήσει.

«Φτάνει για σήμερα. Πάμε να ξεκουραστείς και θα συνεχίσουμε αύριο. Μην πιέζεις τόσο τον εαυτό σου, Ροξάν». Ο Οδυσσέας ακούμπησε το άυλο χέρι του στον ώμο της και την προέτρεψε να πάει να κάνει ένα μπάνιο πριν το βραδινό. Ούτε που είχε καταλάβει πότε είχε βραδιάσει.

Έσυρε τα πόδια της μέχρι το ντους. Ήταν εξαντλημένη. Αισθανόταν το νερό που έπεφτε στο σώμα της να τη μαστιγώνει. Οι μύες της ήταν πρησμένοι από την πολύωρη γυμναστική. Δεν έκανε το λάθος να χρησιμοποιήσει το σφουγγάρι της. Έβαλε το αφρόλουτρο κατευθείαν στο σώμα της και τρίφτηκε απαλά με τα χέρια της. Πονούσε παντού, ειδικά στο πρόσφατο τραύμα της. Ένιωσε την πληγή να τσούζει και αυτόματα κοίταξε κάτω.

Τα χέρια της είχαν γεμίσει με αίμα. Έσφιξε τα δόντια και ξεπλύθηκε γρήγορα. Τυλίχτηκε με το μπουρνούζι της και όντας σίγουρη πως δε θα την έβλεπε κανείς σε τόσο περασμένη ώρα, τράβηξε για το ιατρείο προχωρώντας αργά για να μην πέσει.

Ζαλιζόταν επικίνδυνα όταν κρεμάστηκε από το χερούλι της πόρτας. Εκείνη άνοιξε και η Ροξάν βρέθηκε γονατισμένη στο πάτωμα. Το αίμα δε φαινόταν πάνω στο μαύρο μπουρνούζι της, όμως μπορούσε να το μυρίσει. Έπρεπε να κλείσουν την πληγή επειγόντως.

«Λου-ί-σα» συλλάβισε αδύναμα μα η φωνή της μόλις και μετά βίας έφτασε στα δικά της αυτιά. «Βοήθεια» ψέλλισε και το βλέμμα της θόλωσε. Δεν μπορούσε να κρατήσει τα βλέφαρά της ανοιχτά παρά την προσπάθεια. Μπόρεσε να ακούσει βήματα και κάποιον να μουρμουρίζει, όμως μετά βυθίστηκε στο σκοτάδι.

Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν