Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

22.1.21

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 13)

Εκείνο το απόγευμα θα δίδασκε μαζί με τον Χείρωνα θεωρία στρατηγικής. Πέρα από τη βαρεμάρα που του προκαλούσε η ιδέα, σιχαινόταν το κήρυγμα που θα του έδινε ο Χείρωνας μόλις έβλεπε το δεμένο του χέρι. Ούτε εκείνος μπορούσε να εξηγήσει γιατί δεν είχε κλείσει ακόμα η πληγή του. Πλέον ήταν ακριβώς δίπλα στο νερό και θα έπρεπε να ήταν μια χαρά. Όμως οι κόμποι του χεριού του παρέμεναν ακόμα ματωμένοι. Ίσως είχε χτυπήσει κάποια κεντρική φλέβα και γι’ αυτό δεν είχε κλείσει ακόμα. Δεν τον πείραζε, ήταν συνηθισμένος στις ανοιχτές πληγές.

Το μυαλό του έτρεξε κατευθείαν στην πληγή της Ροξάν, ούτε εκείνης είχε κλείσει αμέσως. Κούνησε το κεφάλι του για να βγάλει την εικόνα της από το μυαλό του, το πόσο πονούσε και πως απαίτησε να μείνει μαζί της εκείνο το βράδυ. Τώρα τον είχε διώξει και όφειλε να το σεβαστεί. Εκείνος δεν ήταν σαν τον ξανθούλη γιο του γλεντζέ, δε θα της γινόταν κολλιτσίδα.

Η θεωρία θα κρατούσε τρεις ώρες, ακόμα δύο και είμαι ελεύθερος, σκέφτηκε. Και πάνω που πήγαινε να τον πάρει ο ύπνος, την είδε να μπαίνει στο αμφιθέατρο, μαγκωμένη, χλομή και, ως συνήθως, καθυστερημένη.

«Δεσποινίς Χέιτζ, το μάθημα έχει ξεκινήσει εδώ και μια ώρα. Περιμένω μεγαλύτερη συνέπεια από εδώ και στο εξής» την επέπληξε. «Εκτός βέβαια αν θέλεις να αρχίσω να σε φωνάζω Σταχτοπούτα». Σιγά που θα συγκρατιόταν.

«Η Ροξάν ήταν στο ιατρείο» πετάχτηκε εκνευρισμένη η Κασσάνδρα.

«Αν θέλεις να κρατήσεις την αψεγάδιαστη οδοντοστοιχία σου, βούλωστο!» μούγκρισε εκείνη με τη σειρά της.

«Η Ροξάν είχε τη άδειά μου, καθηγητά Φέρελ. Τώρα ας επιστρέψουμε στο μάθημα» σχολίασε ο Χείρωνας και ο γιος της Κητούς δεν καταλάβαινε την έκφρασή του. Έμοιαζε θυμωμένος, μα ταυτόχρονα θλιμμένος και κάπως απογοητευμένος. Όχι, ο Κάιλ δεν μπορούσε να μαντέψει τι περνούσε από το μυαλό του Κενταύρου.

Ο Κάιλ έπαψε να ακούει. Κάθε ήχος ερχόταν στα αυτιά του με μορφή βουητού. Είχε καρφώσει τα μάτια του πάνω της και ήξερε πως τον είχε καταλάβει παρά την υπερπροσπάθεια που κατάβαλε για να μην ανταποδώσει το βλέμμα. Δε μου τη γλυτώνεις, πριγκίπισσα.

Περίμενε υπομονετικά μέχρι να τελειώσει την παράδοση ο Κένταυρος για να καταφέρει να της μιλήσει. Την άρπαξε από το μπράτσο προτού προλάβει να απομακρυνθεί αρκετά και την ανάγκασε να τον κοιτάξει κατάματα.

«Γιατί ήσουν στο ιατρείο;» μπήκε κατευθείαν στο θέμα που τον έκαιγε.

«Δικός μου λογαριασμός. Εσένα τώρα τι σε έβαλαν; Χωροφύλακα; Με πονάς». Ούτε που έσφιγγε το χέρι της.

«Γιατί δεν τραβάς το χέρι σου να φύγεις τότε;» ρώτησε, επισημαίνοντας την κατάστασή της και είδε δυο μωβ δακτυλίους να εμφανίζονται στα μάτια της.

«Παράτα με» γκρίνιαξε, μα δεν έκανε καμία προσπάθεια να φύγει.

«Τι διάολο έχει συμβεί; Θα μου πεις ή θα με σκάσεις;» την πίεσε και το κράτημά του έγινε πιο δυνατό.

«Δεσποινίς Χέιτζ». Δε γύρισε να δει ποιος ήταν, γιατί το βλέμμα του θα είχε σκοτώσει μονομιάς τη μικρή κόρη του Χείρωνα. «Ακόμα να ετοιμαστείς; Έχουμε προπόνηση σε λιγότερο από πέντε λεπτά».

«Έρχομαι» ελευθέρωσε απρόθυμα το μπράτσο της από το κράτημά του και εκείνη του γύρισε την πλάτη και έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.

Ο Κάιλ έμεινε να κοιτάζει τα μαλλιά που χτυπούσαν την πλάτη της. Δεν του έβγαινε από το μυαλό πως κάτι συνέβαινε. Και όντας πεισματάρης ως συνήθως, θα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να μάθει. Και ήξερε ακριβώς πώς θα τα κατάφερνε. Ποιο ήταν το μοναδικό άτομο που ήξερε σχεδόν τα πάντα και μάλιστα από πρώτο χέρι, από τους ίδιους του Ολύμπιους; Φυσικά και δε μιλούσε για τον Χείρωνα, αφού ακόμα και εκείνος δεύτερος μάθαινε τα νέα.

Στα χείλη του σχηματίστηκε ένα πονηρό χαμόγελο, καθώς μερικά μέτρα μόνο μπροστά του περπατούσε μια γλυκιά κοριτσίστικη φιγούρα, με τα καστανόξανθα μαλλιά της να ανεμίζουν, πιασμένα όπως ήταν σε αλογοουρά στην κορυφή του κεφαλιού της και με ένα σωρό βιβλία να βαραίνουν τα χέρια της. Ίσιωσε την πλάτη του, έστρωσε την μπλούζα του και με δυο μεγάλες δρασκελιές έφτασε δίπλα της.

«Εκείνος ο αχαΐρευτος δεν μπορούσε να σε βοηθήσει με αυτό;» τη ρώτησε με μια ελαφριά δόση σαρκασμού, καθώς έπαιρνε τα βιβλία στα χέρια του και η μικρή τον κοίταξε λοξά.

«Επειδή είμαι μικροκαμωμένη και επειδή είμαι γυναίκα, δεν πάει να πει πως δεν μπορώ να κουβαλήσω δυο βιβλία» τον μάλωσε, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση που να αποδείκνυε τα λόγια της. Ο Κάιλ προτίμησε να μην το σχολιάσει και απλώς της χαμογέλασε.

***

Επέστρεφε στον Όλυμπο μετά από την επίσκεψή της στις αθάνατες αδελφές. Αναγκάστηκε να θυσιάσει πολλά για να πάρει τις πληροφορίες που ήθελε, μα άξιζε τον κόπο. Κάθε μικρό προβάδισμα ήταν πολύτιμο. Θα χρειαζόταν χρόνο για να τελειοποιήσει το σχέδιό της και δυστυχώς η κλεψύδρα είχε ήδη ξεκινήσει να αδειάζει. Δύο μήνες. Τόσο χρόνο είχε και έπρεπε να προλάβει. Αλλιώς κινδύνευαν όλοι τους.

***

«Οπότε αυτό πάει στην ποίηση και αυτό στην ιστορία;» ρώτησε μπερδεμένος.

«Όχι! Αυτό είναι στον τομέα της σύγχρονη λογοτεχνίας και αυτό είναι στα βιβλία στρατηγικής. Μα καλά δεν μπορείς να διαβάσεις τους τίτλους;» Η κοπέλα είχε εκνευριστεί. Του είχε εξηγήσει δέκα φορές πού πήγαινε το κάθε τι και εκείνος δεν έλεγε να την ακούσει.

«Άστο, θα το κάνω μόνη μου» γκρίνιαξε και πήρε τα βιβλία από τα χέρια του. Στάθηκε στις μύτες των ποδιών της για να φτάσει το ράφι μα δεν έφτανε. Ο Κάιλ πήρε πάλι το βιβλίο από το χέρι της και το έβαλε στη σωστή θέση, κάνοντας την Κασσάνδρα να εκνευριστεί που ήταν τόσο κοντή.

«Είδες;» της χαμογέλασε και το βλέμμα της στένεψε. «Μα τι έκανα πάλι;» ρώτησε με αθώο ύφος, δήθεν προβεβλημένος.

«Θα μου πεις επιτέλους τι θέλεις από μένα ή θα συνεχίσεις να με ακολουθείς από εδώ και από εκεί;» είχε φτάσει στα όριά της.

«Γιατί πρέπει να θέλω κάτι; Δεν παίζει απλά να θέλω να κοινωνικοποιηθώ με τα παιδιά της κατασκήνωσης;» Η κοπέλα σταύρωσε τα χέρια της κάτω από το στήθος και τον κοίταξε σηκώνοντας το φρύδι με δυσπιστία.

«Μάλιστα. Ας πούμε ότι σε πιστεύω. Εγώ πάω για μεσημεριανό, άμα θες έλα» είπε μα δεν περίμενε να πάρει απάντηση. Γύρισε την πλάτη της και ξεκίνησε να περπατάει προς την υπαίθρια τραπεζαρία.

«Ξέρεις σκεφτόμουν. Κάσι, Κασσάνδρα… Η γνωστή; Από την Τροία;»

«Ναι» απάντησε ενοχλημένη.

«Μα εσένα δε σε σκότωσε η…»

«Η Κλυταιμνήστρα. Ναι. Το ξέρω, το έζησα και δεν έχω καμία όρεξη να μιλήσω για την προηγούμενη ζωή μου. Κάποια άλλη απορία;» συνέχισε να τον ειρωνεύεται.

«Ναι. Δύο βασικά».

«Κάνεις πολλές ερωτήσεις ξέρεις. Μία και πολύ σου είναι» χαμογέλασε στιγμιαία. Σκληρή. Κοίτα να δεις που δεν της φαινόταν.

«Καλά» τράβηξε το τελευταίο φωνήεν. «Για την ώρα, όμως. Λοιπόν. Πώς είσαι;» αρκέστηκε να πει.

«Φανερά εκνευρισμένη».

«Ω, έλα, δεν εννοώ αυτό και το ξέρεις. Είσαι καλά σήμερα; Έμαθα πως λιποθύμησες χθες βράδυ και είπα να βγάλω τον καλό μου εαυτό παραέξω και να ρωτήσω».

Η κοπέλα ορθάνοιξε τα μάτια της. Ύστερα τον κοίταξε λοξά, προσπαθώντας να καταλάβει, όχι από πού προήλθε αυτό του το ενδιαφέρον αλλά γιατί το ήξερε και πώς το έμαθε.

«Πού το έμαθες εσύ;» αρκέστηκε να τον ρωτήσει και ο Κάιλ άφησε από μέσα του έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Ήταν ρίσκο να της πει για τη λιποθυμία, μα έπιασε. Η μικρή, παρά την ηλικία της, είχε πέσει στην παγίδα του.

«Μου το τραγούδησε μια καρδερίνα» είπε γλυκά. «Είσαι καλύτερα τώρα;»

«Ναι, πολύ». Ήταν επιφυλακτική μα και περίεργη. «Τι άλλο σου τραγούδησε η καρδερίνα σου;»

«Μπα, τίποτε το ιδιαίτερο. Κάτι για ένα όραμα που έχει σχέση με τους αγώνες και…» έκανε μια παύση και είδε τον ιδρώτα να βρέχει το μέτωπο της κοπέλας «κάτι για κάποια από τα παιδιά των Θεών» ολοκλήρωσε και η Κασσάνδρα κάλυψε το στόμα του με το χέρι της.

«Σκάσε, παιδάκι μου! Μα καλά είσαι τόσο… τόσο…» μπέρδευε τα λόγια της, ενώ το βλέμμα της έτρεχε τριγύρω, να σιγουρευτεί πως δεν τους άκουσε κανένας. «…ηλίθιος;»

«Χα!» φώναξε και κάποια κεφάλια γύρισαν να τον κοιτάξουν, προτού επιστρέψουν την προσοχή τους στις δουλειές τους. «Το ήξερα, το ήξερα» συνέχισε πιο χαμηλόφωνα. «Ξέρασέ τα όλα» απαίτησε με ενθουσιασμό δεκαπεντάχρονης που πεθαίνει για κουτσομπολιό.

«Δηλαδή τόση ώρα με… με… με ψαρεύεις;» διαπίστωσε έξαλλη.

«Θαλάσσιο τέρας είμαι, τι περίμενες, γλύκα;» αναστέναξε απογοητευμένος με τη συνομιλήτριά του. «Και τώρα λέγε».

«Δεν είσαι με τα καλά σου. Δεν μπορώ να σου πω έτσι απλά! Δεν είμαι χαρτορίχτρα να σου πω το ριζικό σου, γλύκα, είμαι δέσμια των Θεών και δεν μπορώ να αποκαλύψω τίποτε που να μη θέλουν εκείνοι». Για γριά είχε χιούμορ. Αυτό όφειλε να το παραδεχτεί.

«Μα αν δεν ήθελαν να μάθει κανείς τίποτα, τότε γιατί σου έστειλαν το όραμα; Και γιατί με… μου έστειλαν την καρδερίνα αν όχι για να μάθω;» επέμεινε.

«Μην προσπαθείς να παίξεις με το μυαλό μου. Δεν μπορώ να σου πω» έσμιξε τα χείλη της, σαν μωρό παιδί. Ο Κάιλ είχε αρχίσει να θυμώνει. Θα μάθαινε όσα ήθελε και μάλιστα από εκείνη.

«Ναι, αλλά αν ξέρω ήδη τι είδες, τότε μπορείς να μου το επιβεβαιώσεις. Σωστά;» την πίεσε.

«Δεν ξέρεις, οπότε δεν έχει νόημα να ρωτάς» είπε και σηκώθηκε από το κάθισμα, παίρνοντας τον δίσκο στα χέρια της. «Καλή σου μέρα» είπε και έφυγε.

***

Η πόρτα άνοιξε και έκλεισε και όλοι τους γύρισαν να κοιτάξουν την επιβλητική παρουσία της ξανθομαλλούσας Θεάς. Άλλοι με τρόμο, άλλοι με ανακούφιση.

«Καλώς ήλθες, θεία» τη χαιρέτησε η Θεά με την πανοπλία.

«Θειάφι» απάντησε εκείνη μισοθυμωμένη. «Γιατί μαζευτήκατε όλοι εδώ μέσα;»

«Νομίζω πως την ξέρεις την απάντηση» είπε ο Θεός με το πιο άσχημο πρόσωπο. «Με τίνος το μέρος είσαι μητέρα;»

Η Ήρα χαμογέλασε και πλησίασε το τραπέζι τους. Κάθισε ανάμεσα στην ανιψιά και τον γιό της και τους κοίταξε, έναν προς έναν, ευχόμενη να ήταν και η μεγάλη της αδελφή μαζί τους.

«Νομίζω πως ξέρετε την απάντηση».

Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν