Ραγισμένο Στολίδι (Κεφάλαιο 6, μέρος 2, Άγιος Βασίλης έρχεται)

Για την ακρίβεια, προσπαθούσε να τον φανταστεί. Να πλάσει την εικόνα του μέσα στο μυαλό της. Πίστευε λοιπόν πως ήταν ψηλός και εύσωμος, με μακριά γενειάδα που σχεδόν θα άγγιζε το έδαφος. Οι σκέψεις της,  ωστόσο, διακόπηκαν για λίγο, όταν άνοιξαν την πόρτα του πανδοχείου και τους αγκάλιασε ένα κύμα ζέστης και πικραμύγδαλου. Τα ξωτικά τους υποδέχτηκαν με χαμόγελα, καθώς το νέο της επιστροφής του πνεύματος στο στολίδι είχε διαδοθεί από άκρη σε άκρη. Τα δωμάτιά τους αυτή τη φορά θα ήταν διαφορετικά, καθώς η διακόσμηση είχε να κάνει με εικόνες του Άγιου και του έλκηθρου, από τις κάλτσες που κρέμονταν στο τζάκι μέχρι τις κουβέρτες και τη μοκέτα. Δεν έλειπε φυσικά και το χριστουγεννιάτικο δέντρο, με παιχνίδια που είχαν κατασκευαστεί στα φημισμένα εργοστάσια.

Μόλις τακτοποιήθηκαν, τα κορίτσια δεν θέλησαν να περιμένουν λεπτό παραπάνω. Το Νορθ καρτερούσε με ανοιχτές αγκάλες, για να τους δείξει όλα τα χριστουγεννιάτικα μέρη που είχαν αποτελέσει μέχρι σήμερα για αυτές μία απλή εικόνα, ή ένα σκίτσο σε κάποιο βιβλίο παραμυθιού. Προσπερνώντας το παγοδρόμιο, όπου πλήθος μικρών και μεγάλων τσουλούσαν ανέμελα, έφτασαν μπροστά από το τεράστιο οίκημα του εργοστασίου των παιχνιδιών. Η επιγραφή ΄΄Το εργοστάσιο του Αϊ Βασίλη΄΄ παρέμενε σβηστή εδώ και χρόνια. Δίπλα, βρισκόταν ο πολυτελής στάβλος και οι τρεις τους αντίκρισαν ακριβώς απ’ έξω να βόσκει αμέριμνα ένας τάρανδος με μία μύτη που λαμπύριζε στο σκοτάδι. Ο μύθος του Ρούντολφ με την υπέροχη ιδιαιτερότητα έπαιρνε τώρα σάρκα και οστά. Το υπέροχο ζώο, σήκωσε τη μουσούδα του και μούγκρισε ευτυχισμένα. Ο Γκέντελ τον πλησίασε και χάιδεψε το απαλό του τρίχωμα.

«Πόσα βράδια έχουμε περάσει οι δυο μας, Ρούντολφ, να ονειρευόμαστε την Παραμονή; Νομίζω πως έφτασε η μέρα» του είπε ο Γκέντελ ελαφρώς συγκινημένος και το ζώο κούνησε το κεφάλι του κεφάτα.

« Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω Γκέντελ, όπως και την Σάρα και Ζόε Πιρς, εγγονές του φημισμένου Λόμιλ Γκάλας. Γνωρίζω πως θα επισκεφτείτε το σπίτι του Άγιου. Το μόνο που έχω να σας συμβουλεύσω είναι να είστε ο εαυτός σας και να έχετε πίστη στα θέλω σας. Να θυμάστε πως πολλά πράγματα στον κόσμο έγιναν πραγματικότητα, γιατί πολύ απλά κάποιοι πίστεψαν στα όνειρα που έκαναν. Το ίδιο και εγώ. Όταν γεννήθηκα, όλοι με κοίταξαν με απορία και υποτίμηση. Κανένας δεν πίστεψε πως θα μπορέσω μία μέρα να βρεθώ στην πρώτη γραμμή των ιπτάμενων. Μάλιστα, όταν έναν χρόνο πραγματοποιήθηκαν αγώνες αξιολόγησης, έχασα, καθώς η μύτη μου εμπόδισε έναν συναγωνιστή μου να τρέξει, εξαιτίας του φωτός που εξέπεμπε, πράγμα που θεωρήθηκε αδικία και αποκλείστηκα. Ωστόσο, το ήθος μου και η θέλησή μου για να πετύχω τον στόχο μου, έκαναν τον Άγιο να με προσέξει και να μου εμπιστευθεί το πέταγμα της Παραμονής. Αυτό που θέλω να σας πω είναι, πως αν εσείς πιστεύετε στα Χριστούγεννα, τότε δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτε. Εμπρός λοιπόν, μη χάνετε άλλο χρόνο΄΄ τελείωσε ο Ρούντολφ και όλοι συγκατένευσαν.

Ευθεία μπροστά τους, βρισκόταν ένα πέτρινο, παραδοσιακό σπίτι, μεγάλου μεγέθους, χτισμένο σε μία ξύλινη αποβάθρα που στηριζόταν από θεόρατα δοκάρια, που την κρατούσαν ψηλά, ψηλότερα από κάθε άλλο κτήριο του Νόρθ. Τα φώτα όλα ήταν ανοιχτά και η καμινάδα κάπνιζε. Γνώριζαν μέχρι τώρα πως ο Άγιος είχε μετακινηθεί στο Μπάτερσερ, καθώς είχε πια αποσυρθεί από τα καθήκοντά του. Ο Γκέντελ κοίταξε το ειδικό ρολόι που φορούσε και τα μάτια του ευθύς γούρλωσαν. Ξημέρωνε Παραμονή Χριστουγέννων, ωστόσο σε αυτή τη γωνιά της γης οι αχτίδες του ήλιου δεν έφταναν για να τη φωτίσουν τον χειμώνα. Βαστώντας ο ένας το χέρι του άλλου, βάδισαν προς το παράξενο οίκημα και ένα ξωτικό τους καρτερούσε στη βάση, για να τους ανεβάσει στην κορυφή με έναν ανελκυστήρα που είχε το σχήμα του έλκηθρου. Φτάνοντας στην κορυφή της ξύλινης αποβάθρας, προχώρησαν με την αγωνία να σκίζει την καρδιά τους. Το νεαρό ξωτικό, που είχε την εμφάνιση αγοριού στην ηλικία της Σάρα, τους συνόδευσε μέχρι το κατώφλι και κατόπιν υποχώρησε, κάνοντας μία βαθιά υπόκλιση. Η Ζόε τη στιγμή που στράφηκε στην πόρτα, που ήταν στολισμένη με ένα υπέροχο στεφάνι, διάβασε την επιγραφή με τα χρυσά γράμματα ΄΄ Το φως φτάνει ακόμη και στην πιο σκοτεινή γωνιά, καλώς ήρθατε στα Χριστούγεννα, αγκαλιάστε την ελπίδα, χορέψτε με την αγάπη και αποχωρήστε χέρι- χέρι με εκείνους που λατρεύετε΄΄

Η πόρτα υποχώρησε από μόνη της και οι τρεις τους μπήκαν σε ένα υπέροχο, στολισμένο καθιστικό.

«Περάστε» άκουσαν μία γλυκιά φωνή να τους προσκαλεί και άξαφνα, μπροστά τους φάνηκε ένας άνδρας κοντά στα εξήντα, εύσωμος που φορούσε ένα γούνινο παλτό. Η γενειάδα του ήταν μακριά και τα λευκά του μαλλιά, όμοια με βαμβάκι, ήταν χτενισμένα προς τα πίσω. Στη θέα του η Ζόε κραύγασε ΄΄Άγιε!΄΄ και έτρεξε προς το μέρος του με φόρα πέφτοντας στην αγκαλιά του και κλαίγοντας από συγκίνηση. Ο άνδρας την έσφιξε επάνω του καλοσυνάτα και ζεστά και κατόπιν την προέτρεψε να τον κοιτάξει, σκουπίζοντας τα δάκρυά της τρυφερά.

«Ζόε Πιρς. Να ξέρεις πως ήσουν ένα πολύ όμορφο μωρό όταν γεννήθηκες, το ίδιο και η αδερφή σου. Ο Λόμιλ ήταν πανευτυχής όταν μου έδειχνε τις φωτογραφίες σας. Πλέον μεγαλώσατε και γίνατε δύο υπέροχες δεσποινίδες, λίγο άτακτες, μα είναι και η αταξία στο παιχνίδι μερικές φορές» είπε πειρακτικά κοιτώντας τη Σάρα. «Λοιπόν, ζητήσατε προσωπική ακρόαση. Περάστε και καθίστε όπου θέλετε. Έχω ό,τι μπορεί να σκεφτεί ο νους σας, από σοκολάτες, μέχρι γλυκά. Τα λατρεύω και ας παχαίνουν λίγο» πρόφερε αγγίζοντας την κοιλιά του και κάνοντάς τους να γελάσουν.

Όλοι μαζί, προχώρησαν στο σαλόνι και κάθισαν στους υπέροχους, χριστουγεννιάτικους καναπέδες, ενώ ο Άγιος επέλεξε την ξύλινη, κουνιστή του πολυθρόνα. Ο Γκέντελ για πρώτη του φορά δεν μιλούσε. Ήθελε να αφήσει τα κορίτσια να πουν ό, τι εκείνα επιθυμούσαν και σκέφτονταν. Τελικά, πρώτος τον λόγο πήρε ο Άγιος.

«Για να έχετε φτάσει μέχρι εδώ, τότε θαρρώ πως έχετε καταλάβει τι πραγματικά σημαίνουν τα Χριστούγεννα. Αυτός ήταν ουσιαστικά και ο σκοπός μου. Να διδάξω στον κόσμο πως οι συγκεκριμένες γιορτές κρίνονται απαραίτητες, σαν ένα καμπανάκι υπενθύμισης της ύπαρξης του διπλανού μας και της αγνής αγάπης μας γι' αυτόν. Όπως ξέρετε, εδώ και αρκετά χρόνια είχα αποσυρθεί στο Μπάτερσερ, κλείνοντας τα εργοστάσιά μου και όντας βαθιά απογοητευμένος από την ανθρώπινη εξέλιξη και κατάντια, που όλα τα θυσίαζε στον βωμό του καταναλωτισμού και όλα τα μετρούσε, με μοναδική μονάδα μέτρησης έναν πάκο χαρτιών πολύχρωμων. Ακόμη και τα δώρα που άφηνα θεωρούσαν πως τους τα χρωστώ, ή τα έβλεπαν σαν μία ευκαιρία να γλυτώσουν τα έξοδα για τα παιδιά τους. Η μαγεία είχε πια σβήσει και όλα στροβιλίζονταν γύρω από το χρήμα. Τι γίνεται όμως με όσα το χρήμα δε μπορεί να αγοράσει; Γιατί ακόμη και αν οι άνθρωποι επιμένουν για το αντίθετο, όχι, δεν αγοράζονται τα πάντα. Οι στιγμές οι όμορφες, τα συναισθήματα, τα λόγια που μένουν χαραγμένα στην ψυχή, το χαμόγελο από καρδιάς, έχουν μονάδα μέτρησης διαφορετική. Τα δώρα μου στα παιδιά, σημαίνουν προσφορά και αγάπη. Ένα συναίσθημα που με καθοδηγεί να θέλω να πραγματοποιήσω εκείνη τη μία και μοναδική νύχτα, τα όνειρα μικρών και μεγάλων. Αυτό ακριβώς περίμενα να καταλάβει ο κόσμος, πως η ζωή δίχως Χριστούγεννα είναι μία ζωή δίχως αγάπη. Το Πνεύμα δεν κατέβηκε τυχαία και το αστέρι δεν διάνυσε τον ουρανό δίχως λόγο. Ζόε, απέδειξες έμπρακτα πως αγαπάς και νοιάζεσαι. Χάρισες το ένα και μοναδικό πράγμα που για εσένα είχε σημασία σε κάποιον που το είχε περισσότερη ανάγκη. Η ανιδιοτέλεια είναι ένα παρακλάδι της αγάπης και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, το στολίδι να λάμπει όμορφα καθώς κρέμεται στον λαιμό σου. Σάρα, με την κίνηση της οικογένειάς σου, χαρίσατε γιορτές στα ορφανά παιδιά και στολίσατε το χωριό. Είδα μία ταπεινότητα στα μάτια των ανθρώπων καθώς στόλιζαν ξανά τα σπίτια τους και τα μαγαζιά. Ίσως ήταν η ίδια ταπεινότητα που πάντα υπήρχε βαθιά μέσα στο βλέμμα του Χριστού. Όλα αυτά λοιπόν, ξέρω πως σας οδήγησαν στο σήμερα» έκανε μία παύση και σηκώθηκε ευθύς επάνω ώστε να τον βλέπουν και οι τρεις. «Στην πολυπόθητη ερώτησή σας για το αν φέτος θα αναγεννηθούν τα Χριστούγεννα, η απάντηση είναι ναι» τελείωσε, και όλοι τους σηκώθηκαν επάνω ζητωκραυγάζοντας και χοροπηδώντας. «Μα δε θα είναι εύκολο» τους τόνισε ο Άγιος και τα φτερά τους για λίγο τσάκισαν. «Είναι πρωί Παραμονής και έχω εκατομμύρια γράμματα να διαβάσω. Γκέντελ, βγες έξω στο μπαλκόνι και χτύπησε την μεγάλη καμπάνα. Τα Χριστούγεννα σημαίνουν και χρειάζονται τη βοήθειά μας. Όλα τα ξωτικά του χωριού μου θα διαβάσουν τα γράμματα και οι τάρανδοι θα καθαριστούν και θα ταϊστούν. Το ταξίδι θα είναι μεγάλο, μα για όσο θα έχουμε για οδηγό μας το Αστέρι, τότε δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε. Εμπρός λοιπόν! Ας ανοίξουν τα εργοστάσια, στολίδια να σκορπίσουν και ασημόσκονη και γέλια στον κόσμο όλο. Το πέπλο της θλίψης να σηκωθεί, γιατί είναι Χριστούγεννα και κανένα πρόσωπο δεν θα αφήσουμε δίχως χαμόγελο. Απόψε τα όνειρα μικρών και μεγάλων θα πάρουν σάρκα και οστά» τελείωσε μονάχα που στις τελευταίες του κουβέντες η Σάρα παρέμεινε σκεπτική.Ήξερε πως το δικό της όνειρο, ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί, ωστόσο για μία και μοναδική φορά στη ζωή της, ήθελε να ελπίζει.

 

΄΄Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου, για βγάτε ιδέστε μάθετε το που ο Χριστός γεννιέται. Γεννιέται και αναθρέφεται με μέλι και με γάλα. Το μέλι τρών οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες και το μελισσοχόρταρο το λούζοντ' οι κυράδες΄΄

 

Το Νορθ γιόρταζε και μαζί του ετοιμαζόταν να γιορτάσει και ο υπόλοιπος κόσμος. Άπαντες βρίσκονταν σε εγρήγορση, οι καμπάνες του σπιτιού του Άγιου χτυπούσαν δίχως σταματημό και τα ξωτικά, με δάκρυα συγκίνησης στα μάτια τους, έθεσαν σε λειτουργία για πρώτη φορά μετά από χρόνια τα μηχανήματα κατασκευής στολιδιών. Η μεγάλη επιγραφή στην είσοδο του εργοστασίου φωτίστηκε και οι εργαζόμενοι μπήκαν μέσα δειλά, ανοίγοντας όλα τα φώτα ένα - ένα και αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλο, με ένα μόνιμο χαμόγελο να κοσμεί το πρόσωπό τους. Επιτέλους, τα όνειρα όλων θα γίνονταν πραγματικότητα. Μπαλαρίνες και αρκουδάκια, αυτοκινητάκια και παραμύθια, μπάλες και επιτραπέζια, όλα ήταν έτοιμα να ξεπεταχτούν και να παραδοθούν στους μικρούς μα και στους μεγάλους που τα είχαν ζητήσει. Ο Άγιος κατέβηκε από το σπίτι του συντροφιά με τα τρία παιδιά, καθώς ήταν έτοιμος να ξεκινήσει την ανάγνωση των χιλιάδων γραμμάτων από την μία, αλλά και να ετοιμάσει την στολή του από την άλλη.

Στο κέντρο του Νόρθ, υπήρχε ένα τεράστιο οίκημα, σαν βιβλιοθήκη, όπου δούλευε και η Φεντάλ, η φίλη που ήταν έτοιμη να αντικαταστήσει τον Γκέντελ, αν εκείνος δεν άλλαζε τελικά την απόφασή του. Το συγκεκριμένο οίκημα είχε ένα τεράστιο, στολισμένο δέντρο στο κέντρο της αίθουσας και στο βάθος βρισκόταν το γραφείο όπου ο Άγιος λάμβανε και διάβαζε τα γράμματα, τα οποία τώρα πετούσαν σαν τρελά, από όλες τις κατευθύνσεις, για να στοιβαχτούν στο πλάι.

«Γκέντελ!» ακούστηκε μία κοριτσίστικη φωνή, μόλις οι τρείς τους μπήκαν. Η Σάρα έριξε εξεταστικά το βλέμμα της πάνω στο μικρόσωμο κορίτσι, με τα μαύρα μαλλιά που ήταν πιασμένα ψηλά, σαν κότσος μπαλαρίνας. «Χαίρομαι τόσο που σε βλέπω και που τελικά άλλαξες γνώμη και παρέμεινες» πρόφερε κοιτώντας πλαγίως τη Σάρα. «Είναι πολύ όμορφη» του ψιθύρισε στο αφτί και τον είδε αυτόματα να κοκκινίζει ολόκληρος.

«Χαίρομαι και εγώ πολύ που σε βλέπω και που...Έμεινα τελικά» της είπε με νόημα, περήφανος για τον ίδιο του τον εαυτό και την απόφασή του.

Στο βάθος, αντίκρισαν όλοι τους μία εικόνα οικεία, ζωγραφισμένη χιλιάδες φορές στα βιβλία και στα παραμύθια, αποτυπωμένη ζωηρά στην καρδιά όλων. Ο γλυκός Άγιος, εκείνη η πράα φιγούρα με το ζεστό χαμόγελο και την μεγάλη καρδιά, φορούσε τα μικροσκοπικά, μυωπικά του γυαλιά που έπεφταν μέχρι την μέση της μύτης του και διάβαζε τα γράμματα των ανθρώπων με απόλυτη προσήλωση. Δίπλα του, μία χρυσή πένα κρατούσε σημειώσεις και κατόπιν το χαρτί θα φτερούγιζε κατευθείαν προς το εργοστάσιο, ώστε να ξεκινήσουν οι ετοιμασίες. Δεν έπρεπε να χάσουν ούτε μισό λεπτό. Τα δύο κορίτσια αποφάσισαν να βοηθήσουν στη φροντίδα των ταράνδων και ο Γκέντελ θα έμενε στο πλευρό του Άγιου, ώστε να τον διευκολύνει με την ανάγνωση.

Περίπου μία ώρα αργότερα, έπεσε στα χέρια του το γράμμα της Σάρα. Την επιθυμία της την γνώριζε πολύ καλά, όπως επίσης γνώριζε πως θα ήταν αδύνατο να επιστρέψει ο πατέρας της. Κάθε χρόνο η κοπέλα ευχόταν στα κρυφά το ίδιο πράγμα, δίχως να έχει αλλάξει ούτε ένα σημείο στίξης. Ο Γκέντελ το κράτησε για λίγο στα χέρια του ξεφυσώντας, παλεύοντας να σκεφτεί μία λύση. Τα Χριστούγεννα ήταν μαγικά και ικανά να πραγματοποιήσουν κάθε επιθυμία. Η ματιά του ταξίδεψε στον Άγιο και έπειτα σηκώθηκε αργά και κατευθύνθηκε προς το μέρος του, βαστώντας στα χέρια του το γράμμα.

«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα, Γκέντελ;» τον ρώτησε βλέποντας τη θλιμμένη του έκφραση.

«Κρατώ στα χέρια μου μία ευχή λίγο διαφορετική από τις άλλες. Είναι η ευχή της Σάρα που έχει χάσει τον πατέρα της και από τότε, κάθε χρόνο η μόνη της επιθυμία είναι να μπορούσε με κάποιον τρόπο να τον δει. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να κάνω τα πάντα για να πραγματοποιήσω το όνειρό της, μονάχα που δεν έχω ιδέα το πώς..» πρόφερε συνοφρυωμένος, και ο Άγιος κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση.

«Θα μπορούσες μήπως να μου το αφήσεις εδώ; Θα ήθελα να το σκεφτώ για λίγο μόλις τελειώσω με τα εύκολα. Εξάλλου…» είπε. και κοίταξε το μεγάλο ρολόι του τοίχου. «Σε λίγες ώρες πετώ και ο χρόνος τρέχει. Εμείς, όμως, θα πρέπει να τρέξουμε γρηγορότερα. Μπορείς να το φανταστείς αυτό;» τον ρώτησε χαμογελώντας με νόημα και ο Γκέντελ ένιωσε την καρδιά του να χτυπά. Έπρεπε να τρέξει στο πλευρό του συντηρητή για το έλκηθρο, καθώς χρειαζόταν να πραγματοποιηθεί μία εξονυχιστική έρευνα από άκρη σε άκρη και ειδικά στη χρυσή σφαίρα, που ήταν κάτι σαν τιμόνι για το έλκηθρο. Εξαιτίας της μπορούσε να κινηθεί με εκπληκτική ταχύτητα, αλλάζοντας εύκολα χώρες και ηπείρους.

 Ιφιγένεια Μπακογιάννη