Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13.6.14

Το παιχνίδι της ζωής (Κεφάλαιο 12)


Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και γω παρέμενα εγκλωβισμένη σε αυτό το σπίτι. Ένιωθα καταπιεσμένη από συναισθήματα που έβραζαν μέσα μου ,αλλά δε έπρεπε να εκδηλωθούν. Ήταν σωστό μαρτύριο τις φορές που τον έβλεπα μπροστά μου. Αμήχανες στιγμές, με μια καρδιά να χτυπά σα παλαβή, το στομάχι μου να γίνεται σα κουβάρι από το σφίξιμο και ένα μυαλό πλημυρισμένο από τις ερωτικές μας στιγμές. Η μόνη που γνώριζε και καταλάβαινε το βασανιστήριο μου ,ήταν η Μαρία. Από τη τελευταία φορά όμως στη Κρήτη ,δε συζητήσαμε ξανά το ζήτημα αν και από τα μάτια της καταλάβαινα ότι με ένιωθε και με συμπονούσε.

Ένα κυριακάτικο πρωινό λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα βοηθούσαμε μαζί με την Ιωάννα ,τη Μαρία στο στολισμό του χριστουγεννιάτικου δέντρου, όταν μπήκε ξαφνικά αναστατωμένη η κ. Ανθή  στο σαλόνι.
Η Μαρία που τη κατάλαβε αμέσως αφήνει μια γυάλινη μπάλα που κρατούσε στο χέρι και τη ρωτά.
-Συμβαίνει κάτι ,κυρία;
-Ο Ιωσήφ αρραβωνιάζεται με την Ζωή ανήμερα τα Χριστούγεννα. Ο αρραβώνας θα γίνει εδώ σε στενό οικογενειακό κύκλο, είπε τελικά.
Έκλεισα τα μάτια μου ,πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να ελέγξω τον πόνο που ένιωσα αστραπιαία στο στήθος μου. Και αν είχα έστω μια μικρή ελπίδα μέσα μου για αυτόν τον άντρα, αυτή τη στιγμή έσβηνε και αυτή. Όταν άνοιξα ξανά τα μάτια η Μαρία με κοιτούσε ανήσυχη.  Θυμήθηκα τα λόγια που μου είχε πει, ότι ο Ιωσήφ θα παντρευτεί κάποια στιγμή τη Ποντίκη. Δε φανταζόμουν ποτέ όμως ότι η προφητεία της θα έβγαινε τόσο σύντομα αληθινή .Κατάπια με δυσκολία και προσπάθησα να επικεντρωθώ στο ξεμπέρδεμα των λαμπιονιών για να κρύψω την αναστάτωση μου.
-Πως έγινε αυτό; Νόμιζα πως είχαν χωρίσει είπε η Μαρία.
-Και εγώ αυτή την εντύπωση είχα. Αλλά χθες το βράδυ μας το ανακοίνωσε ο ίδιος. Ο Αριστείδης πετούσε από τη χαρά του.Είπε η κ. Ανθή δυσαρεστημένη.
Η Μαρία φάνηκε να αγχώνεται με τα μαντάτα.
-Πρέπει να ετοιμαστούμε κυρία Ανθή. Δεν έχουμε πολλές μέρες μπροστά μας.
-Αυτό είναι το λιγότερο Μαρία. Εμένα άλλο με προβληματίζει…. συνέχισε λακωνικά η κ.Ανθή.
Τέντωνα μηχανικά το καλώδιο και δεν έβγαλα άχνα. Νόμιζα πως όποιος λόγος έβγαινε από τα χείλη μου, θα πρόδιδε την απογοήτευση και τον πόνο που ένιωθα εκείνη τη στιγμή.
-Αφού το ξέραμε κυρία ότι κάποια στιγμή θα γινόταν. Δε θα γινόταν; αναρωτήθηκε η Μαρία.
-Δε είμαι σίγουρη ότι το παιδί μου θα είναι ευτυχισμένο με αυτή τη γυναίκα. Θα καταστρέψει τη ζωή του κάνοντας ένα γάμο από συμφέρον.  Και θα υποφέρω και γω μαζί του, όταν θα το βλέπω να υποφέρει.
Η κ. Ανθή δεν ήθελε τη Ζωή για νύφη της. Δεν είχε άδικο. Την γυναίκα μια φορά την είδα και φάνηκε ότι ήταν μια ψυχρή σκύλα.
-Κυρία δε μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’αυτό είπε ήπια η Μαρία
-Το ξέρω! Πάντα μια ζωή κάνουμε όλοι αυτό που θέλει ο Αριστείδης .
Ξέραμε όμως και γω και η Μαρία, ότι όσο και να διαφωνούσε η κ. Ανθή στο τέλος, θα παραδινόταν στη θέληση του άντρα της και δε θα αντιδρούσε. Όπως έκανε πάντα!

Ενώ η επικείμενη άφιξη των γιορτών, σήμαινε χαρά για όλο το κόσμο ,για μένα ήταν μέρες γεμάτες θλίψη. Είχα υπολογίσει ακόμα και τις ώρες μέχρι την μέρα του αρραβώνα και κάθε πρωί που ξυπνούσα καταλάβαινα απελπισμένη ότι λιγοστεύουν. Ήμουν θυμωμένη με τον Ιωσήφ γιατί πίστευα ότι έπαιξε με τα αισθήματα μου. Ίσως αν δεν είχαμε κοιμηθεί μαζί να μη ένιωθα τόσο άσχημα.
Σαν ένοικος αυτού του σπιτιού ήμουν καλεσμένη και γω σ’ αυτή τη φιέστα, αλλά όσο περνούσαν οι ώρες τόσο πίστευα ότι δε μπορούσα να παρευρεθώ. Φοβόμουν τον εκρηκτικό εαυτό μου, ότι δε θα άντεχε στην εικόνα του Ιωσήφ να αγκαλιάζει και να φιλά αυτή τη γυναίκα. Να της βάζει το δαχτυλίδι στο χέρι και όλοι να χειροκροτούν, ενώ εγώ θα στεκόμουν μουδιασμένη από πόνο.

Προπαραμονή Χριστουγέννων ήταν η γιορτή που θα γινόταν το απόγευμα στο παιδικό σταθμό της Ιωάννας. Κανονίστηκε να μας πάει ο Ιωσήφ στη γιορτή, εμένα, την Ιωάννα, την Μαρία και την κ. Ανθή με το αυτοκίνητο του . Ντύθηκα και γω επίσημα για να καμαρώσω την ανιψιά μου. Βάφτηκα προσεκτικά και φόρεσα ένα κοντό μάλλινο γκρι φόρεμα, με ένα χοντρό μαύρο καλτσόν και  ψηλές μαύρες μπότες. Τα μαλλιά μου τα είχα ισώσει στο κομμωτήριο την προηγούμενη μέρα. Συνήθως κυκλοφορούσα άβαφη και ατημέλητη, όμως όταν το απαιτούσε η περίσταση έμπαινα στο κόπο της κοκέτας. Και εκείνη η μέρα ήταν της ανιψιάς μου.
Όταν κατέβηκα τις σκάλες , είδα την Ιωάννα που την είχα ντύσει νωρίτερα ταρανδάκι να κρατά το χέρι του Ιωσήφ. Η Μαρία και η κ. Ανθή είχαν φορέσει ήδη τα παλτό τους και με περίμεναν στην είσοδο.
Πρώτα το βλέμμα του Ιωσήφ αντίκρισα. Με κοιτούσε με ένα αδηφάγο αλλά μελαγχολικό βλέμμα. Ήξερε ότι έμαθα για τον αρραβώνα και απέφευγε όλες αυτές τις μέρες να μου μιλά και να με κοιτάζει στα μάτια. Ένιωσα έξαψη στο άβολο βλέμμα του αλλά κράτησα την αυτοκυριαρχία μου. Σήμερα η μέρα ήταν της Ιωάννας και τίποτα δε θα μου χαλούσε την καλή διάθεση που είχα από το πρωί.
-Πω πω! Ομορφιές! είπε η κ. Ανθή χαμογελώντας.
-Ευχαριστώ πολύ. Και εσείς δε πάτε πίσω.
Φορούσε ένα μαύρο μεταξωτό ταγιέρ και αντίστοιχο πανωφόρι και τα ξανθά μαλλιά της καλοχτενισμένα όπως πάντα.
-Πρώτη φορά σε βλέπω τόσο περιποιημένη. Να το κάνεις πιο συχνά. Είσαι πολύ όμορφη.
Τα μάτια του Ιωσήφ έλαμψαν για μια στιγμή με το κομπλιμέντο που μου έκανε η μητέρα του.
-Το κάνω σε ειδικές περιπτώσεις. Και σήμερα το έκανα για το μωρό μου είπα κοιτώντας την ανιψιά μου με αγάπη.
-Ωραίο κραγιόν θεια! Φίλησε με να βαφούν τα μάγουλα μου είπε η μικρή μου πριγκίπισσα όλο νάζι.
Έκανα όπως μου είπε και έπειτα έτριψαν τα μαγουλάκια της ,να απλώσω το μαβί κραγιόν μου παντού. Έσκυψα και την αγκάλιασα.

 Η Ιωάννα είπε τέλεια τα λόγια του ρόλου της, χωρίς να ντραπεί και να δειλιάσει όπως άλλα παιδάκια, εισπράττοντας ένα ζωηρό χειροκρότημα από το κοινό που παρακολουθούσε. Ένιωσα περήφανη για το θράσος που το κληρονόμησε από μένα. Σκέφτηκα για λίγο τους γονείς της ,που δεν ήταν εκεί για να την καμαρώσουν και συγκινήθηκα. Τράβηξα πολλές φωτογραφίες και βίντεο με το κινητό μου για να τα δείξω στη θεια μου την Αμαλία και το θειο μου το Στάθη ,κάποια στιγμή όταν θα πήγαινα να τους δω. Την τελευταία φορά βρεθήκαμε στη κλινική οπού νοσηλευόταν η μάνα μου, όταν είχαμε πάει να την επισκευτούμε , κοντά ένα μήνα πριν. Μου έλειπαν τρομερά οι θειοι μου και είχα αποθυμήσει το παλιό μου σπίτι που αυτή τη στιγμή έμενε κλειστό και έρημο.
 Μετά το θεατρικό σκετς ,τα παιδιά τραγούδησαν Χριστουγεννιάτικα τραγούδια μαζί με τις δασκάλες τους και έπειτα ένας Άγιος Βασίλης τους μοίρασε δώρα. Τελειώνοντας η Ιωάννα ήρθε τρέχοντας στην αγκαλιά μου. Με κράτησε από το ένα χέρι και με οδήγησε στο πλαϊνό διάδρομο της αίθουσας, οπού στεκόταν σε μια άκρη όρθιος ο Ιωσήφ. Με το άλλο χεράκι της έπιασε το δικό του. Η μικρή βρέθηκε ανάμεσα μας κρατώντας μας σφιχτά τα χέρια και μας οδήγησε προς την έξοδο της αίθουσας με καμάρι. Σα να ήθελε σε όλους να δείξει ότι είχε οικογένεια και γονείς. Έτσι σκεπτόταν το παιδικό και αθώο της μυαλουδάκι. Ήθελα να βάλω τα κλάματα με την αντίδραση της. Γύρισα και κοίταξα τον Ιωσήφ λυπημένη. Με κοίταξε και αυτός σοβαρός και φάνηκε και αυτός επηρεασμένος. Το παιδί είχε πλάσει μια εικόνα για μας που δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει πραγματικότητα και αυτό για μένα ήταν οδυνηρό.

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι η ώρα είχε ήδη πάει εννέα. Έβαλα τη μικρή για ύπνο και έπειτα τηλεφώνησα στην Αγάπη. Είχα μεγάλη ανάγκη να τη δω. Αφού κανονίσαμε το ραντεβού μας με τη φιλενάδα μου ,κάλεσα ένα ταξί και έπειτα ενημέρωσα τη Μαρία για την έξοδο μου ώστε να έχει τη μικρή στο νου της.
Τη στιγμή που άνοιγα την εξώπορτα της έπαυλης άκουσα βήματα πίσω μου.
-Που πας; Ακούστηκε η βαριά φωνή του και ανατρίχιασα.
Ανακτώ όπως όπως την ψυχραιμία μου και γυρίζω φορώντας μια μάσκα ευθυμίας στο πρόσωπο μου.
-Βόλτα! Λέω κοφτά με ένα επίπλαστο χαμόγελο.
Δε του άρεσε η απάντηση μου φάνηκε από το σκοτείνιασμα των ματιών του.
-Με ποιον; Ρωτά απότομα
-Με όποιον θέλω.
Με πιάνει από το μπράτσο ανοίγει τη πόρτα και με τράβα έξω στο πλατύσκαλο, μισοκλείνοντας τη πόρτα πίσω του για να μη μας ακούσει κανείς.
- Ξέρεις πολύ καλά πως έχει η κατάσταση. Αυτή τη στιγμή δε υπάρχει κανένας από τη ασφάλεια για να σε προσέχει. Έπρεπε να μου το πεις από χθες ότι θα βγεις για να κανονίσω άτομο.
-Σήμερα το κανόνισα. Και δε χρειάζομαι προστασία. Τα καταφέρνω μια χαρά και μόνη μου. Άλλωστε τόσους μήνες που είμαι εδώ, δε αντιλήφτηκα τον παραμικρό κίνδυνο. Και έχω αρχίσει να πιστεύω ότι τελικά μπορεί να μην υπάρχει καν κίνδυνος. Είπα πειραχτικά.
Ξεφύσησε αγανακτισμένος χωρίς να χαλαρώνει το κράτημα του.
-Υπάρχει κίνδυνος αλλά είσαι τόσο πεισματάρα και κοντόφθαλμη που δε βλέπεις τίποτα. Ψελλίζει με σφιγμένα δόντια γεμάτος θυμό.
-Ιωσήφ δε μπορείς να με εμποδίσεις να βγω. Άφησε με σε παρακαλώ να φύγω. Θα με περιμένουν του λέω τελικά κουρασμένα.
-Ποιος σε περιμένει; Ρωτά με στενεμένα μάτια.
Ο αυταρχισμός του άρχισε να με κάνει να χάνω την ψυχραιμία μου.
-Σε ρώτησα εγώ ποτέ με ποιον βγαίνεις και που πας; Πως το κάνεις εσύ σε μένα;
-Θέλω να ξέρω με ποιον θα είσαι;
-Δε θα σου πω! λέω πεισματικά.
-Δε πας πουθενά! Απαντά με το ίδιο ύφος.
Το κράτημα του έγινε απότομα πιο δυνατό πάνω στο καρπό μου σαν να ήθελε να μου δείξει ότι το εννοούσε. Είδα έξω το ταξί που κάλεσα να σταματά και παραιτήθηκα από το πείσμα μου.
-Έχω ραντεβού με τη φίλη μου την Αγάπη. Θα πάμε για ποτό. Το ταξί μου ήρθε.
Με κοιτάζει μέσα στα μάτια τόσο έντονα που μου έρχεται σκοτοδίνη. Παίρνει το χέρι του από πάνω μου.
-Σε δυο ώρες να είσαι πίσω. Μου λέει αυστηρά θαρρείς ήταν κηδεμόνας μου.
-Τι; Ούτε ο πατέρας μου δε μου έδινε τελεσίγραφα. Τσιρίζω
-Αν σε δυο ώρες δεν είσαι πίσω ,θα έρθω εγώ εκεί. Διάλεξε.
Η απειλή του μου φάνηκε γελοία. Πως θα ερχόταν αφού δεν ήξερε καν που θα πήγαινα.
-Εντάξει είπα για να τον ξεφορτωθώ και πήγα βιαστικά προς το ταξί μου.

Πήγαμε σε ένα κλαμπ συνοδευόμενες από δυο παλληκάρια κοντά στην ηλικία μας. Ο ένας ήταν ο Θωμάς το καινούριο αμόρε της Αγάπης και ο άλλος ο ένας φίλος του ο Πέτρος. Θεωρούσα πάντα ανώριμους τους συνομήλικους μου αλλά στη προκειμένη περίπτωση η παρέα τους ήταν μια χαρά για μια χαλαρή βραδιά. Είχα μήνες να βγω έξω και ένιωθα σα τη χαμένη μέσα στο κλαμπ με τη μουσική να παίζει τέρμα και τον κόσμο γύρω μου να χορεύει και να πίνει ξεδίνοντας. Ο Πέτρος ήταν ομορφούλης και φάνηκε να του αρέσω και γω. Όλη την ώρα μου μιλούσε κάνοντας ερωτήσεις για μένα και για τη δουλειά μου. Η φιλενάδα μου ήταν απασχολημένη με τον ερώτα της και δε μου έδινε σημασία ,έτσι και γω έκανα συντροφιά με τον Πέτρο. Ήπιαμε δυο ποτά, χορέψαμε και για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωθα σαν κοπέλα της ηλικίας μου.
-Η Αγάπη και ο Θωμάς θα πάνε στο Πήλιο για τα Χριστούγεννα.
-Το ξέρω. Μου το είπε η Αγάπη.
-Θέλεις να πάμε και εμεις; Μου ψιθύρισε στο αυτί ο Πέτρος.
Βρήκα τολμηρή την πρόταση του. Εντάξει δυο ώρες είχε που γνωριστήκαμε και έβρισκα συμπαθητική την παρέα του. Αλλά να φύγουμε μαζί, πήγαινε πολύ.
-Η Αγάπη θα κοιμηθεί με τον Πέτρο. Εμείς; Ρωτώ εύλογα.
-Μπορούμε να πάρουμε ξεχωριστά δωμάτια. Απλά για την παρέα. Μου αρέσεις Μαριάννα αλλά δε θα γίνει τίποτα αν δε το θέλεις. Αν πάλι το μετανιώσεις………….. κοιμόμαστε μαζί. Σου υπόσχομαι όμως ότι δε θα το μετανιώσεις λέει με ένα  γοητευτικό χαμόγελο όλο υπονοούμενο.
Γέλασα και γω με το φλερτ του. Το βρήκα αναζωογονητικό εκείνη τη στιγμή ,που ο κόσμος γύρω μου κατέρρεε. Η πρόταση άρχισε να γίνεται ελκυστική και μια πρώτης τάξεως λύση για να μη παραστώ στον αρραβώνα του Ιωσήφ. Η Ιωάννα δε θα είχε πρόβλημα να φύγω λίγες μέρες. Είχε εγκλιματιστεί στο σπίτι και είχε αναπτύξει καλές σχέσεις με όλους. Ακόμα και με τον αγριάνθρωπο τον παππού της, που κάθε Κυριακή της έλεγε ιστορίες για την κατοχή. Ποια κατοχή ήθελα μια μέρα να του φωνάξω. Ήμουν σίγουρη ότι ήταν μαυραγορίτης στην κατοχή. Το τι καταλάβαινε βέβαια το παιδί αυτό ήταν άλλη ιστορία.
-Αν είναι να πάρουμε χωριστά δωμάτια και μου υποσχεθείς ότι θα είσαι φρόνιμος…….. κάτι θα γίνει λέω παιχνιδιάρικα.
-Λόγο τιμής! λέει αθώα και φιλά σταυρό κάνοντας με να χαμογελάσω.
Κατάλαβα το κινητό μου να δονείται στη τσέπη του δερμάτινου σακακιού μου.
Ανοίγοντας το κοιτάζω πρώτα την ώρα και μετά τον αποστολέα του μηνύματος. Είχαν περάσει ήδη είκοσι λεπτά από τις δυο ώρες που είχα διορία και ανοίγω το μήνυμα του Ιωσήφ.
«Σε περιμένω έξω. Χαιρέτησε την παρέα σου και έλα Ιωσήφ»
 Διαβάζω ξανά το μήνυμα ζαλισμένη και αναρωτιέμαι πως διάολο με βρήκε. Κοιτάζω γύρω μου γιατί είχα μια έντονη αίσθηση ότι με είχε δει. Δε τον βλέπω πουθενά. Ξαφνικά ένιωσα σα τη σταχτοπούτα που τέλειωσε ο χρόνος της και τα μάγια θα λύνονταν από στιγμή σε στιγμή.
-Πρέπει να φύγω λέω αναστατωμένη στον Πέτρο που τα ‘χασε με την φούρια μου.
Διέκοψα την Αγάπη από τις ερωτικές της περιπτύξεις και την ενημέρωσα για την αναχώρησή μου.
-Φεύγουμε και εμείς λέει και κάνει νόημα στον Θωμά.
Πλήρωσε ο Πέτρος το λογαριασμό μας και βγήκαμε όλοι μαζί από το κλαμπ. Το αμάξι του Ιωσήφ ήταν παρκαρισμένο μπροστά και αυτός ακουμπισμένος πάνω με σταυρωμένα τα χέρια. Η Αγάπη τον αναγνώρισε αμέσως.
-Τι θέλει αυτός εδώ;
-Ήταν έξω και κανονίσαμε να έρθει να με πάρει για να μη γυρίζω τόσο αργά με ταξί.
Είπα όσο πιο φυσικά μπορούσα γιατί δεν ήθελα η Αγάπη να υποπτευτεί. Δε τόλμησα να της πως ότι είχα κοιμηθεί μαζί του γιατί ήξερα ότι κάθε φορά που θα την έβλεπα θα ανέλυε το θέμα και αυτό θα επιδείνωνε το πρόβλημα μου.
-Ποιος είναι αυτός; ρώτησε ο Πέτρος κοιτάζοντας τον περίεργα.
-Είναι ο αδελφός της νύφης της, είπε η Αγάπη βγάζοντας με από τον κόπο να εξηγώ.
-Μπορούσα να σε πάω εγώ. Έχω αυτοκίνητο είπε ενοχλημένος.
Τον έπιασα από το αγκώνα. Ευτυχώς ο Ιωσήφ ήταν μέτρα μακριά και δεν άκουγε τη συζήτηση μας.
-Ευχαριστώ πολύ Πέτρο, αλλά πραγματικά δε χρειάζεται να μπεις σε κόπο. Το είχα ήδη κανονίσει, του λέω ευγενικά.
Κοιτάζω τη παρέα μου και τελικά το αποφασίζω.
-Μπορούμε να κλείσουμε δυο δωμάτια για μένα και τον Πέτρο στο Πήλιο ;ρωτώ και η Αγάπη βγάζει μια κραυγή ενθουσιασμού. Ο Πέτρος με αγκάλιασε αυθόρμητα και με φίλησε στο μάγουλο.
-Είναι φίλος αυτός που έχει τον ξενώνα. Μου είχε πει ότι έχει διαθεσιμότητα αλλά καλού κακού θα του τηλεφωνήσω το πρωί. Αν δεν έχει θα μας βρει αλλού λέει ο Θωμάς.
-Εντάξει. Αύριο τι ώρα ξεκινάμε; Ρωτώ ενθουσιασμένη με την προοπτική της διαφυγής μου.
-Το μεσημέρι. Πάρε ζεστά ρούχα μαζί σου. Εκεί έχει ψύχρα είπε η Αγάπη.
-Ωραία! Μιλάμε αύριο για τις λεπτομέρειες λέω χαρούμενη.
Χαιρέτησα τα παιδιά και πήγα προς το αμάξι. Πριν φτάσω ο Ιωσήφ είχε ήδη ανοιχτή τη πόρτα του συνοδηγού. Με κοιτούσε με οργή. Του έριξα ένα φαρμακερό βλέμμα και μπήκα μέσα.
Έβαλε εμπρός και πήρε το δρόμο για το σπίτι.
-Πως με βρήκες; Ρώτησα μετά από λίγο.
Με κοίταξε έντονα.
-Στο είπα αν αργήσεις ότι θα έρθω είπε ρίχνοντας σε μένα την ευθύνη και χωρίς βέβαια να απαντά στην ερώτηση μου .Ξεχείλιζε όλη του η ύπαρξη από εκνευρισμό.
Όλος ο χώρος του αυτοκίνητου ήταν γεμάτος από Ιωσήφ. Το άρωμα του έντονο δε με άφηνε να σκεφτώ καθαρά.
-Με εντόπισες από το κινητό μου. Σωστά; Ρώτησα νευριασμένη.
-Στο μαγαζί, γνωρίσατε τους νεαρούς; Ρώτησε αποφεύγοντας για δεύτερη φορά την ερώτηση μου.
Γαμώτο! Πάλι άρχισε την ανάκριση, θαρρείς ήμουν κανένα ανήλικο. Αφού λοιπόν έκανε τέτοιες ερωτήσεις, θα λάμβανε και τις ανάλογες απαντήσεις.
-Όχι. Ο Θωμάς είναι ο φίλος της Αγάπης. Σήμερα τον γνώρισα. Και ο Πέτρος είναι ο κολλητός του.
Τον ένιωσα να τσιτώνεται δίπλα μου και ικανοποιήθηκα. Το κατάλαβα γιατί τα δάχτυλα του έσφιξαν απότομα το τιμόνι.
-Η φίλη σου βλέπω θέλει να σου κάνει γνωριμίες;
-Φυσικά. Η Αγάπη είναι κολλητή μου. Ενδιαφέρεται για την ερωτική μου ευημερία! λέω σαρκαστικά.
-Σου αρέσει; Ρώτησε κοφτά και μου έριξε μια λοξή επικίνδυνη ματιά. Ήταν πολύ θυμωμένος.
-Καλός είναι.Εχει χιούμορ, είναι κοντά στην ηλικία μου και δείχνει να του αρέσω. Νομίζω αξίζει να προσπαθήσω, είπα και κοίταξα μπροστά μου, δίνοντας συγχαρητήρια στον εαυτό μου για την σπόντα μου περί ηλικίας.
Κάγχασε.
-Είσαι …είσαι τόσο αδαής.
-Ποιο είναι το πρόβλημα σου; Είπα με ένταση γιατί είχα φτάσει στα όρια μου
-Ότι κάνεις επιπολαιότητες!
-Είκοσι τέσσερα είμαι, δεν είμαι πενήντα τέσσερα. Και ελεύθερη. Μπορώ να κάνω ότι θέλω. Εσύ δε καταλαβαίνω τι πρόβλημα έχεις.
-Με το πόση ευκολία….. βάζεις και βγάζεις άντρες στη ζωή σου φώναξε και τα λόγια του ήταν σα χαστούκι στα μούτρα μου.
-Αν το ότι κοιμήθηκα μαζί σου με κάνει εύκολη ,τότε εσένα σε κάνει κάθαρμα γιατί είχες δεσμό όταν το έκανες.
-Είχα χωρίσει! φώναξε
-Ναι χώρισες για μια μέρα για να με πηδήξεις και την επομένη ζήτησες σε γάμο την πρώην σου. Τέλεια!
-Μαριάννα ,πρόσεχε το στόμα σου!
-Πάψε να ασχολείσαι μαζί μου. Μεθαύριο,αρραβωνιάζεσαι. Ασχολήσου με τη γυναίκα σου και τον αρραβώνα σου.
-Ζηλεύεις; Ρωτά απαιτητικά και με κοίτα με μάτια που πετούσαν φωτιές.
-ΟΧΙΙΙΙΙ! Τσιρίζω έξαλλη.
-Πες μου ότι με θέλεις και θα τα τινάξω όλα στο αέρα. Θα βρω άλλο τρόπο. Πες μου! Λέει με σφιγμένα δόντια.
Τα λόγια του με μπέρδεψαν. Δεν έβγαζαν νόημα. Ποιον άλλο τρόπο;Τι με ρώτησε; Αν τον ήθελα; Ναι! Έπρεπε να απαντήσω χωρίς δεύτερη σκέψη. Αλλά δε θα το έκανα. Δε τον εμπιστευόμουν καθόλου,ώστε να του ομολογήσω τα αισθήματα μου.
Κοίταξα έξω από το παράθυρο του αυτοκίνητου και έβλεπα τις φωτισμένες χριστουγεννιάτικες βιτρίνες ,να κινούνται με ταχύτητα μπροστά στα μάτια μου κάνοντας με να ζαλίζομαι. Τα μάτια μου έτσουζαν από δάκρυα που συγκρατούσα με δυσκολία. Αν με έβλεπε να κλαίω μπροστά του ,θα καταλάβαινε την απάντηση μου.
-Μαριάννα; Με ρώτησε μετά από λίγο ήπια.
-Δε σε θέλω Ιωσήφ. Συνέχισε τη ζωή σου όπως το αποφάσισες και άσε και εμένα στην ησυχία μου, απάντησα ψέματα όσο πιο ειλικρινά μπορούσα μετά από λίγο χωρίς να τον κοιτάζω.
-Εντάξει! Αυτό ήθελα….. απλά να μάθω είπε χαμηλόφωνα και συνέχισε να οδηγεί.

GreekWriter