Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15.6.14

Το παιχνίδι της ζωής (Κεφάλαιο 13)


Αναρωτιόμουν πόσο καλά μπορούσα να περάσω ανήμερα των Χριστουγέννων σε μια εκδρομή ,όταν το μυαλό σου ήταν μίλια μακριά.
Περπατούσαμε στα σοκάκια ενός ορεινού χωριού του Πηλίου, με τα μικρά αναπαλαιωμένα σπιτάκια ντυμένα στα λευκά και με τη θερμοκρασία υπό του μηδενός. Τα αγόρια προχωρούσαν μπροστά μας ,έχοντας πιάσει μια ανιαρή συζήτηση για το ποδόσφαιρο και εγώ με την Αγάπη αγκαζέ ντυμένες με χοντρά μπουφάν ,σκουφιά και γάντια ακολουθούσαμε.
-Τώρα που είμαστε οι δυο μας θα μου πεις τι σου συμβαίνει; Ρώτησε ξαφνικά η Αγάπη.
Κοντοστάθηκα και συνάντησα το επίμονο βλέμμα της. Είχε καταλάβει ότι κάτι με βασάνιζε και δε θα ησύχαζε αν δε της έλεγα.
-Τίποτα δε συμβαίνει είπα κάνοντας μια προσπάθεια να της ξεφύγω.
-Με πληγώνει που δε με εμπιστεύεσαι Μαριάννα. Σε ξέρω καλά και καταλαβαίνω ότι κάτι σε τρώει. Και αυτό το κάτι ξέρω επίσης ότι δεν έχει να κάνει με την υπόθεση του αδερφού σου. Αν και υποψιάζομαι με τι έχει σχέση, θέλω να μου πεις η ίδια.
-Αφού κατάλαβες γιατί με ρωτάς;
-Γιατί θέλω να μου τα πεις εσύ. Πρέπει να τα βγάλεις από μέσα σου. Σταμάτα να είσαι μυστικοπαθής και μίλα επιτέλους.
Αναστέναξα βαθιά και κοίταξα αλλού σα να ντρεπόμουν.
-Είμαι ερωτευμένη! είπα και ήταν η πρώτη φορά ,που αυτό που ένιωθα έβγαινε με λόγια από μέσα μου.
Η Αγάπη δε φάνηκε να ξαφνιάζεται από την αποκάλυψη μου.
-Ποιος είναι;
-Ο Ιωσήφ είπα με δυσκολία.
-Μάλιστα είπε απλά σαν να το ήξερε.
-Κοιμήθηκα μια φορά μαζί του στην Κρήτη είπα μετά από λίγο.
Αυτό που της είπα την ξάφνιασε γιατί μάλλον δε το είχε φανταστεί.
-Σήμερα δεν αρραβωνιάζεται; Ρώτησε
Έγνεψα καταφατικά.
-Γι’αυτό ήρθες μαζί μας. Για να αποφύγεις τον αρραβώνα. Είπε και φαινόταν εκνευρισμένη.
-Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Είπα απελπισμένη.
-Μήπως να πάλευες περισσότερο για τον έρωτα σου; Λέω εγώ τώρα.
-Αγάπη δε με θέλει. Ήταν λάθος.
-Και γιατί κοιμήθηκε μαζί σου; Δεν είναι δα και κανένα παιδαρέλι ο Μακρίδης. Είναι άντρας και φαίνεται ότι είναι από αυτούς τους άντρες που δε κάνει εύκολα λάθη.
-Τώρα γιατί με κανείς έτσι; Ρώτησα τσατισμένη.
-Προσπαθώ να καταλάβω φιλενάδα τι έχει συμβεί.
-Είναι ξεκάθαρο. Κοιμήθηκε μαζί μου άλλα αρραβωνιάζεται μια άλλη γυναίκα, πλούσια όσο αυτός. Ανήκουμε σε διαφορετικούς κόσμους Αγάπη που δε πρόκειται ποτέ να ενωθούν.
-Πως τα κατάφερες έτσι μπορείς να μου πεις; Εσύ ήσουν τόσο λογική πως έμπλεξες σε αυτό τον κυκεώνα;
-Δε το ήθελα. Πραγματικά δε ξέρω πως έγινε.
Μείναμε για λίγο σιωπηλές και εκνευρισμένες και οι δύο, συνεχίζοντας να περπατάμε κρατώντας πάντα μια σταθερή απόσταση από τους αγόρια μπροστά μας.
-Σκέπτομαι να φύγω από το σπίτι του είπα μετά από λίγο.
-Και η μικρή; Αν φύγεις δεν απείλησε ότι θα σου πάρει την επιμέλεια;
-Θα του μιλήσω. Είναι καιρός να γυρίσουμε στο σπίτι μας.
-Μαριάννα δεν υπάρχει περίπτωση να το δεχτεί. Σκέψου και την Ιωάννα. Πως θα της αλλάξεις ξανά σχολείο στα μέσα της χρονιάς; Θα τρελαθεί το παιδί.
-Το ξέρω, αλλά δεν μπορώ άλλο να ζω σε αυτό το σπίτι. Πως θα αντέξω να βλέπω αυτή τη γυναίκα δίπλα του; Να ξέρω ότι κάποιες φορές θα κοιμούνται μαζί λίγες πόρτες μακριά από τη δική μου. Δε εμπιστεύομαι τον εαυτό μου Αγάπη. Μπορεί να κάνω καμιά βλακεία και αυτό θα είναι χειρότερο είπα απελπισμένη ενώ ένιωσα το λαιμός μου να τσούζει.

Το μεσημέρι καθίσαμε όλοι μαζί σε ένα ταβερνάκι για φαγητό. Κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια να φαίνομαι χαρούμενη και χαμογελαστή ,αλλά στιγμές το βλέμμα μου χανόταν και μελαγχολούσα. Κάποια στιγμή το κινητό μου χτύπησε και όταν το σήκωσα άκουσα την γλυκιά φωνούλα της Ιωάννα και έλιωσα.
-Θεία!
-Έλα μωρό μου. Χρόνια πολλά!
-Χρόνια πολλά θεία. Τι κάνεις;
-Καλά αγάπη μου. Εσύ τι κάνεις;.
-Καλά! Είπε και δε μου ακούστηκε ιδιαίτερα ενθουσιασμένη.
-Ιωάννα να ανοίξεις το δώρο σου. Το έχω κάτω από το δέντρο. Είναι το πακέτο με το ροζ χαρτί και δίπλα είναι το δώρο της Ραπουνζέλ.
-Πήρες και στη Ραπουνζέλ δώρο;
-Φυσικά. Άνοιξε τα και μεθαύριο που θα γυρίσω θα μου πεις αν σου άρεσαν. Αν δεν σου αρέσουν θα πάμε μόλις ανοίξουν τα μαγαζιά να τα αλλάξουμε. Εντάξει;
-Εντάξει θεια!
-Να είσαι καλό κορίτσι και να ακούς τη Μαρία και τη γιαγιά.
-Πότε θα γυρίσεις;
-Μεθαύριο. Δεν είπαμε;
-Καλά! Είπε και ακούστηκε δυσαρεστημένη.
-Φιλια πολλα! Φώναξε η Αγάπη από δίπλα μου.
-Έχεις φιλάκια από την Αγάπη.Σ’αγάπω μωρό μου! Είπα και συγκρατήθηκα να μη με πάρουν τα δάκρυα.
-Και γω σάγαπώ πολύ, πολύ πολύ!
-Δώσε πολλά φιλιά στη Μαρία και στη γιαγιά.
-Η Μαρία είναι εδώ και θέλει να σου μιλήσει.
-Δως’την μου. Τα λέμε μωρό μου.
-Χρόνια πολλά Μαριάννα άκουσα τη φωνή της Μαρίας.
-Χρόνια πολλά Μαρία.
-Τι κάνετε; Πως τα περνάτε;
-Καλά. Το μέρος είναι υπέροχο, η παρέα καλή. Το βράδυ χιόνισε και όλα είναι άσπρα γύρω μας είπα γενικά και αόριστα.
-Μπράβο. Κοίταξε να περάσεις καλά και μην ανησυχείς για την Ιωάννα. Είναι μια χαρά.
-Εσείς πως είστε; Ρώτησα διστακτικά.
Άκουσα τον αναστεναγμό της από το ακουστικό.
-Με μία λέξη στο σπίτι επικρατεί πανικός. Το κέτερινγκ είναι από το πρωί εδώ και ετοιμάζει, η κ. Ανθή είναι στενοχωρημένη, ο κ.Αριστείδης φωνάζει και ο κ. Ιωσήφ…..
Μόλις άκουσα το όνομα του ο σφυγμός μου επιτάχυνε.
-Ο Ιωσήφ μοιάζει σαν να ετοιμάζεται να πάει σε εκτελεστικό απόσπασμα και όχι για αρραβώνα του είπε τελικά χαμηλόφωνα. Πιθανόν να μην ήθελε να ακούσει η Ιωάννα τα λόγια της.
-Μαρία μη κλείσεις! Είπα, τινάχτηκα από τη θέση και φόρεσα το μπουφάν μου.
-Μου επιτρέπετε; Είπα στα παιδιά και βγήκα έξω από το μαγαζί.
-Τι εννοείς Μαρία; Ρώτησα και ένιωθα μια ανησυχία να με τρώει.
-Μισό λεπτό να απομακρυνθώ από την Ιωάννα μου είπε χαμηλόφωνα και από το ακουστικό άκουγα τα βήματα της.
-Εχθές το βράδυ κλείστηκε στο γραφείο του από νωρίς. Να φανταστείς δε κάθισε ούτε στο γιορτινό τραπέζι κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ. Ο κ. Αριστείδης με έστειλε να τον φωνάξω.
-Και; Ρωτώ όλο αγωνία.
-Πήγα αλλά ήταν κλειδωμένη η πόρτα. Χτύπησα κάμποσες φόρες αλλά τίποτα. Το είπα στον μεγάλο κύριο και την κυρία Ανθή και αυτοί ανησύχησαν. Πήγαν και οι δυο μαζί και η Ιωάννα έξω από τη πόρτα του γραφείου και χτυπούσαν ξανά. Ο κ. Αριστείδης άρχισε να φωνάζει και να βαρά τη πόρτα και η κ Άνθη άρχισε να κλαίει. Όλοι νομίζαμε ότι κάτι έπαθε.
Η Μαρία σταμάτησε απότομα την διήγηση της κάνοντας την ανησυχία μου να κορυφωθεί. Άρχισα να τρέμω από την αγωνία μου.
-Μαρία! Πες μου! Φώναξα και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου.
-Δεν μας άνοιξε αλλά άρχισε να φωνάζει να εξαφανιστούμε όλοι και έπειτα ακουστήκαν γυαλιά να σπάνε και θόρυβος θαρρείς γινόταν πόλεμος. Ρήμαξε όλο το γραφείο Μαριάννα είπε τελικά η Μαρία και η συναισθηματική της φόρτιση ήταν διάχυτη.
Ένιωσα ένα πόνο στο στήθος. Το να ακούω ότι ο άνθρωπος που ήμουν βαθιά ερωτευμένη δεν ήταν καλά με πονούσε αφόρητα.
-Τι έγινε μετά Μαρία; Ρώτησα με δυσκολία.
-Ο κ Αριστείδης μας είπε να πάρουμε τη μικρή και να ανεβούμε στα δωμάτια μας. Το ίδιο έκανε και ο ίδιος. Έδωσα ένα ηρεμιστικό στην κ.Ανθη που βαλάντωσε στο κλάμα. Η μικρή ήταν και αυτή αναστατωμένη και ζήτησε να κοιμηθεί με τη γιαγιά της για να την προσέχει. Εγώ πήγα στο δωμάτιο μου αλλά δε μπορούσα να ηρεμήσω. Ανησυχούσα πολύ για τον κ.Ιωσηφ. Κατά τις δυο κατέβηκα για να δω. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη
Τα δόντια μου άρχισαν να κροταλίζουν από τη παγωνιά και τη σύγχυση μου.
-Μίλα Μαρία! Σε παρακαλώ.
-Μπήκα μέσα και τρόμαξα. Το γραφείο ήταν βανδαλισμένο. Όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης πεταγμένα στο πάτωμα, το γραφείο του αναποδογυρισμένο και όλα τα κρύσταλλα θρύψαλα.
-Ο Ιωσήφ; Ψέλλισα γεμάτη αγωνία.
-Ήταν πεσμένος μπρούμυτα στο πάτωμα. Έτρεξα δίπλα του για να δω αν είναι καλά. Βρωμούσε αλκοόλ. Ήταν σχεδόν αναίσθητος. Το ξύπνησα με χίλια ζόρια και τον βοήθησα να ξαπλώσει στο καναπέ. Πρώτη φορά τον είδα σε αυτά τα χάλια. Όταν τον σκέπασα με μια κουβέρτα τον άκουσα να ψιθυρίζει …….Μαριάννα.
Δάγκωσα δυνατά τα χείλη μου έκλεισα τα μάτια μου και τα ζεστά μου δάκρυα μούσκεψαν το παγωμένο μου πρόσωπο. Μια ελπίδα γεννήθηκε δειλά δειλά μέσα μου ότι μπορεί να με ήθελε αλλά αστραπιαία κατάλαβα ότι ήταν ανώφελη.
-Το πρωί που σηκώθηκα τον βρήκα στη κουζίνα και μου ζήτησε καφέ. Ήταν ένα μάτσο χάλια ,σιωπηλός και σκεπτικός. Ήμουν σχεδόν βέβαιη ότι θα ακυρώσει τον αρραβώνα αλλά δεν είπε τίποτα. Μετά από λίγο ήρθε το κέτερινγκ και οι ετοιμασίες γίνονται κανονικά.
-Μάλιστα. Ο αρραβώνας θα γίνει ψέλλισα απογοητευμένη.
-Είμαι σίγουρη ότι δεν την θέλει την Ποντίκη. Εσένα θέλει Μαριάννα.
-Και να με θέλει ποιο το όφελος αφού δεν έχει τα κότσια να το παραδεχτεί. Θα κάνει τελικά αυτό που θέλει ο μπαμπάκας του.
-Δε ξέρω τι συμβαίνει…..
-Δε με ενδιαφέρει Μαρία. Εγώ ένα ξέρω ότι όταν ένας άντρας θέλει μια γυναίκα την διεκδικεί. Αν όχι τότε δεν είναι άντρας. Και δεν είναι σίγουρα το είδος του άντρα που θα ήθελα δίπλα μου είπα νευριασμένη.
-Δε ήθελα να σε αναστατώσω Χριστουγεννιάτικα απλά νόμιζα πως θα έπρεπε να ξέρεις, είπε απολογητικά.
-Μη στενοχωριέσαι Μαρία. Ο Μακρίδης πήρε τις αποφάσεις του και εγώ τις δίκες μου. Περνώ καλά με την παρέα μου και είμαι μια χαρά. Σε παρακαλώ την Ιωάννα και τα μάτια σου. Μόνο αυτό με νοιάζει.
-Εντάξει κορίτσι μου, Να προσέχεις!
-Και εσείς είπα και το έκλεισα.
Έγειρα το κεφάλι μου στο τοίχο και άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Η ζωή πάλι έπαιζε το παιχνίδι της και μου άρπαζε για άλλη μια φορά την παρτίδα. Αχ! και να τη είχα μπροστά μου! Δε θα της είχα αφήσει τρίχα για τρίχα στο κεφάλι της για τα χαράμια που μου έδωσε τόσες φορές.

GreekWriter