Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

17.6.14

Το παιχνίδι της ζωής (Κεφάλαιο 14)



Το βράδυ πήγαμε ολοι μαζι στο δωμάτιο της Αγάπης και του Θωμά για εικοσι μία. Το τζάκι ήταν αναμένο και έξω χιόνιζε ασταμάτητα. Ο Πέτρος σάρωσε στο παιχνίδι και μας ξάφρισε. Τουλάχιστον έχανα που έχανα στην αγάπη, ας κέρδιζα στα χαρτιά. Αλλά που τέτοια τύχη. Κατά της μία νυστάξαμε όλοι μας και το διαλύσαμε, πηγαινοντας εγω και ο Πετρος στα δωμάτια μας και αφήνωντας και το ζευγαρι μόνο του.
Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου ,χάζεψα για κάμποση ώρα τηλεόραση αλλά ο ύπνος δεν ερχότανε. Αυτά που μου είπε η Μαρία το μεσημέρι ζητούσαν επιτακτικά ανάλυση. Τι να αναλύσω όμως στις τέσσερις παρά τα ξημερώματα μετά από ένα μπουκάλι κρασί που κατέβασα σχεδόν μόνη μου για να χαλαρώσω και να ξεχάσω.  Όλα είχαν τελειώσει. Ο άντρας που ήμουν ερωτευμένη ήταν πλέον ο άντρας μιας άλλης γυναίκας και εγώ έπρεπε αυτό να το δεχτώ ,όπως έχω δεχτεί τόσα και τόσα μέχρι τώρα και να συνεχίσω τη ζωή μου σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Να προσποιηθώ ξανά την δυνατή και τη χαρούμενη για χάρη της ανιψιάς μου. Να συναντώ τον Ιωσήφ και την Ζωή, παίζοντας την ανέμελη και να μην αφήσω κανένα να καταλάβει πόσο πονώ. Με λίγα λόγια να γίνω μια θεατρίνα. Αυτή θα ήταν η τιμωρία που μου επέβαλε το παιχνίδι της ζωής.

Σηκώθηκα και πήγα προς το παράθυρο. Άνοιξα τη κουρτίνα και χάθηκα για λίγο στο κάτασπρο τοπίο κάνοντας μια προσπάθεια να αδειάσω το μυαλό μου από κάθε σκέψη
Την προσοχή μου τράβηξε ξαφνικά ένα τζιπ που μπήκε στο παρκινγκ της πανσιόν. Αναρωτήθηκα ποιος τρελός οδηγούσε τέτοια ώρα και με τέτοιο καιρό και στάθηκα να παρατηρώ περίεργη. Το κινητό μου ήχησε και τινάχτηκα. Απομακρύνθηκα από το παράθυρο και το άρπαξα από το κομοδίνο. Δεν ήταν για καλό να χτυπά μέσα στα άγρια χαράματα σκέφτηκα αστραπιαία καρδιοχτυπώντας. Όταν είδα το όνομα του στο καντράν τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν. Δε μπορούσα να αποφασίσω. Και ήθελα και δεν ήθελα να το σηκώσω. Δεν το έκλεινε. Ο ήχος συνέχιζε επίμονος. Πάτησα το κουμπί και έβαλα το τηλέφωνο στο αυτί μου χωρίς να μιλήσω. Νόμιζα πως όσο και αν άνοιγα το στόμα μου δεν ήμουν ικανή να βγάλω ούτε το “ναι”.  Άκουγα την κόφτη ανάσα του και ήταν τόσο αληθινή που ένιωθα σαν να μου έκαιγε το πρόσωπο.
« Είσαι μόνη ή έχεις παρέα;» άκουσα τη μπάσα φωνή του και ανατρίχιασα σύγκορμη.
Πήγα παρορμητικά προς το παράθυρο και άνοιξα την κουρτίνα. Το τζιπ που είδα πριν από λίγο ήταν ακόμα εκεί με αναμμένα τα φώτα και ο Ιωσήφ μπροστά του με το τηλέφωνο στο αυτί. Το χιόνι χτυπούσε μανιασμένο πάνω του μα αυτός στεκόταν εκεί ακίνητος σαν το άγαλμα.
«Γιατί το κάνεις αυτό; Ε;» φώναξα με απελπισία ενώ τα μάτια μου ήταν κολλημένα πάνω του.
«Πες μου να ανέβω πάνω Μαριάννα. Πρέπει να μιλήσουμε!» είπε ήρεμα ενώ το κεφάλι του ήταν υψωμένο στο παράθυρο μου.
«Όχι!» φώναξα.
Το είδα να κλείνει το κινητό του , να σβήνει τη μηχανή του τζιπ και να κατευθύνεται αποφασιστικά στη είσοδο της πανσιόν.
 Το σώμα μου έτρεμε θαρρείς είχα σπασμούς. Άνοιξα τη πόρτα του δωματίου μου και απομακρύνθηκα έτσι ώστε όταν θα έμπαινε να κρατούσα μια καλή απόσταση ασφαλείας. Θα τον άφηνα να μου πει ότι είχε να πει και έπειτα θα το έδιωχνα.
Μετά από λίγο τον βλέπω να εισβάλει μέσα στο προσωπικό μου χώρο. Ένα κύμα ψύχους μπήκε μαζί του αλλά δε με επηρέασε καθόλου γιατί εγώ καιγόμουν εκείνη τη στιγμή. Τα μαλλιά του και το πανωφόρι του ήταν κάτασπρα. Έκλεισε τη πόρτα πίσω του και προχώρησε λίγα βήματα παραμέσα. Στάθηκε στη μέση του δωματίου μου και με κοίταξε .Αν και το φως ήταν κλειστό ,μπορούσα να δω το πρόσωπο του που έμοιαζε τσακισμένο και τα σκούρα μάτια του κατακόκκινα και κουρασμένα. Ένα κύμα τρυφερότητας με πλημύρισε και ήθελα να τον αγκαλιάσω αλλά ο εγωισμός μου με κρατούσε. Σταύρωσα τα χέρια μου σα η κίνηση μου να με προστάτευε από έναν αόρατο κίνδυνο και αποφάσισα να μιλήσω πρώτη.
«Τι γυρεύεις εδώ; Δε θα έπρεπε να βρίσκεσαι αυτή την στιγμή στο κρεβάτι με την αρραβωνιαστικιά σου;»
Με κοίταξε για μια στιγμή σαν να με έβλεπε για πρώτη του φορά ή για τελευταία.Τέτοια ένταση είχε το βλέμμα του.
«Προτιμώ το δικό σου κρεβάτι.» Είπε και έκανε ένα βήμα πιο απειλητικά κοντά μου. Προσπάθησα να κρύψω την αναστάτωση μου καγχάζοντας σαρκαστικά.
«Αυτό ούτε να σου περνά από το μυαλό Μακρίδη. Δε κοιμάμαι με δεσμευμένους.» είπα κοιτάζοντας τον σταθερά .
«Ακόμα και αν τους θέλεις;» ρώτησε σαρκαστικά.
«Ακόμα και αν τους θέλω.» απάντησα κοφτά.
«Και για να με πικάρεις που αρραβωνιάστηκα την Ζωή είπες να πάρεις τα βουνά με τον νεαρό. Λέγε κοιμήθηκες μαζί του;» είπε χαμηλόφωνα αλλά η οργή του σιγόκαιγε μέσα του και ήταν θέμα χρόνου να ξεσπάσει.
«Δε σε αφορά!»
«Φυσικά και με αφορά. Πέρασα δυο βασανιστικά εικοσιτετράωρα με το να σκέπτομαι ότι σε αγγίζει άλλος.» είπε θυμωμένα και με το χέρι του μου άρπαξε τον καρπό. Η αστραφτερή πλατινένια βέρα στο δάχτυλο του τράβηξε το βλέμμα μου και ένωσα να με καίει στο σημείο που με ακουμπούσε.
« Εκεί που μας χρωστούσαν μας ζητάνε και τα ρέστα. Αυτό λέγεται θράσος Ιωσήφ.» είπα εξοργισμένη και τράβηξα το χέρι μου από το δυνατό κράτημα του.
«Ο γάμος μου μαζί της είναι κάτι σαν δουλειά. Αν ήσουν λιγάκι πιο έξυπνη θα το καταλάβαινες » είπε κατηγορηματικά.
«Περαστικά σου! Και εγώ τι θέλεις να σου κάνω;»
«Εσένα θέλω Μαριάννα. Δε το καταλαβαίνεις;» είπε έντονα.
«Ας έκανες πρόταση γάμου σ’εμένα τότε. Μπορεί και να δεχόμουν. Δε το έκανες όμως. Και ξέρεις γιατί; Γιατί φοβάσαι τον μπαμπά σου. Γιατί φοβάσαι να πεις στο κύριο Αριστείδη ότι θέλεις την αδελφή του δολοφόνου και γι’αυτό θα παντρευτείς την ιδανική νύφη που σου υποδεικνύει.»
«Αυτό δηλαδή πιστεύεις για μένα; Ότι φοβάμαι τον μπαμπά μου;»
«Λυπάμαι αλλά δε βρίσκω άλλο λόγο πρόχειρο.»
«Αυτός ο γάμος πρέπει να γίνει.»
Μόνο που άκουγα τη λέξη γάμος με έπιανε αλλεργία.
«Τι θέλεις από εμένα Ιωσήφ; Μπορώ να μάθω;»
«Εσένα.» είπε και τα μάτια του πετούσαν φλόγες.
«Θέλεις εμένα και θα παντρευτείς την Ποντικη. Δηλαδή με λίγα λόγια η Ποντικη θα είναι η σύζυγος και εγώ η ερωμένη;»
«Μέχρι να τελειώσει ο γάμος μου μαζί της. Ναι.»
«Σου φαίνομαι για ηλίθια; Νομίζεις ότι θα πέσω τόσο χαμηλά και θα κάνω σχέση με παντρεμένο;»
«Σου είπα υπάρχει λόγος που το κάνω και σίγουρα αυτός ο λόγος δεν είναι ο πατέρας μου. Γιατί δε μπορείς γαμώτο να με εμπιστευτείς;»
«Πες μου τον λόγο.»
«Δε μπορώ.»
«Άρα δε με εμπιστεύεσαι. Τότε πως ζητάς από έμενα να σε εμπιστευτώ;»
«Δε το καταλαβαίνεις ότι δε έχεις τη δυνατότητα να διαχειριστείς αυτά που ακούς. Είσαι τόσο εκρηκτική και πεισματάρα.»
«Αφού έχω τόσα κακά τι στο καλό με θέλεις;»
«Μακάρι να ήξερα γιατί.» είπε κουρασμένα.
Βγάζει το μακρύ παλτό του , το αφήνει στο καναπεδάκι και έπειτα κάθεται σκεπτικός.
Η σιωπή που ακλούθησε ήταν άβολη και ενοχλητική. Εγώ στεκόμουν μαρμαρωμένη διπλά στο προσκέφαλο του κρεβατιού και αυτός σκυμμένος κρατούσε με τις δυο παλάμες του το κεφάλι. Μια τρυφερότητα με πλημύρισε ξαφνικά. Ήθελα να τον αγκαλιάσω σφιχτά και να πάρω από μέσα του κάθε στενοχώρια και προβληματισμό. Φαινόταν διχασμένος αλλά δε μπορούσα να κάνω κάτι γι’αυτό. Ήξερα ότι η ηθική μου δε θα μου επέτρεπε ποτέ να γίνω το τρίτο πρόσωπο σε μια σχέση. Ήμουν πάντα εγωίστρια και ήθελα ή όλα ή τίποτα.
«Αυτό που θέλεις Ιωσήφ, δε μπορεί να γίνει. Δεν είναι δίκαιο ούτε για μένα ούτε για εκείνη. Έκανες την επιλογή σου και αν είσαι άντρας με τιμή αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να ήσουν μαζί της και να αφήσεις και έμενα στην ησυχία μου.»
Τα λόγια μου χτύπησαν ευαίσθητη χορδή, φάνηκε από το συννέφιασμα του προσώπου του.
«Είμαι απελπισμένος.» είπε μετά από λίγο και τα λόγια ακουστήκαν σα να έβγαιναν από ένα λαβωμένο θηρίο.
«Πάντα ήμουν ο υποδειγματικός γιος και αδελφός, ο επιτυχημένος επαγγελματίας, Πάντα πάλευα να είμαι τέλειος σε κάθε τι που έκανα. Ήμουν πάντα δυνατός. Δε με λύγιζε τίποτα. Και τώρα……..»
Έστρεψε τα μάτια του στα δικά. Τα μάτια του ήταν υγρά σαν δυο θολωμένες σκούρες θάλασσες και έκαναν την αναπνοή μου να σταματήσει περιμένοντας.
« Στα τριάντα επτά μου,μου χτύπησε ο έρωτας τη πόρτα για πρώτη φορά και στην πιο ακατάλληλη στιγμή ……κάνοντας την οργανωμένη μου ζωή άνω κάτω. Μου θολώνει το μυαλό και τη κρίση και είναι τόσο επικίνδυνος που μια λάθος κίνηση να κάνω εξαιτίας του θα καταστραφώ όχι μόνο ο ίδιος αλλά και οι άνθρωποι που αγαπώ.»
Αυτά που έβλεπα στο πρόσωπο του ήταν δάκρυα! Αυτός ο σκληρός άντρας που δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ για το θάνατο της αδελφής του, ξεγύμνωνε τη ψύχη του και έκλαιγε μπροστά μου. Χιλιάδες συναισθήματα με πλημύρισαν. Οίκτος , αγάπη, πόνος. Όλα μπερδεμένα μέσα μου, με οδήγησαν ασυναίσθητα κοντά του. Στάθηκα μπροστά του και με τα δυο μου χέρια σκούπισαν τα μάτια του. Με κοιτούσε με τόση λατρεία και τόσο πόνο που μούδιασα. Εκείνη τη στιγμή συγκρούστηκαν τα δικά μου με τα δικά του συναισθήματα και από αυτή τη σφοδρή σύγκρουση αναδύθηκε η ωμη συνειδητοποίηση του έρωτα μας. Του έρωτα που στο πέρασμα του ισοπέδωνε τα πάντα. Γκρέμιζε τη λογική, την ηθική τα όρια και έκανε τους ανθρώπους πειθήνια όργανα του.
Τα χέρια του αγκάλιασαν σφιχτά τη μέση μου και το κεφάλι του φώλιασε στη κοιλιά μου. Έμοιαζε σαν ένα πληγωμένο παιδί που ζητούσε παρηγοριά στη δίκη μου αγκαλιά. Τα δικά μου χέρια χώθηκαν στα μαλλιά του και η ανάσα μου έγινε γοργή.
 «Χάρισε μου μια τελευταία νύχτα, μωρό μου!» είπε παρακλητικά μετά από λίγο και με έκανε να παγώσω.
«Δεν….»
Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε και μου φάνηκε σαν να έτρεμε.
«Μη με διώχνεις Μαριάννα. Μια νύχτα μόνο και έπειτα δε θα σε ενοχλήσω ξανά. Στο υπόσχομαι.» είπε βραχνά.
 Ήμουν σε δίλημμα. Κάτι όμως δε μου άφησε το παραμικρό περιθώριο να αποφασίσω και τα χείλη μου βρέθηκαν με μια σφοδρότητα στα δικά μου. Μια σφοδρότητα που συγκάλυπτε την απελπισία και των δυο μας.Το μυαλό μου μούδιασε θαρρείς κάποιος του έκανε αναισθητικό. Η αυτόματη ανταπόκριση μας ήταν η απόδειξη της αδυναμίας μας. Με τράβηξε στη αγκαλιά του και τα χέρια του κινιόνταν παντού πάνω μου σαν στερημένα. Μου έβγαλε το νυχτικό μου και εγώ και το μάλλινο πουλόβερ του.Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Με φιλούσε άγρια και απελπισμένα. Έχασα την αίσθηση του χρόνου μπήκε μέσα μου και άρχισε να κινείται με τόση μαεστρία που ένιωθα σα να έβγαινε η ψυχή μου αγγελιασμένη από το σώμα μου.
«Άνοιξε τα μάτια σου μωρό μου. Θέλω να σε βλέπω να χάνεσαι.» ψιθύριζε μέσα από τις κόφτες του ανάσες.
Υπάκουσα και άνοιξα τα μάτια μου για να συναντήσω τα δικά του που έκαιγαν. Ένιωθα να γίνομαι ένα μαζί του. Ένιωθα ότι όλη μου η ύπαρξη του άνηκε.
«Μόνο. Εσύ……. Πες μου ότι με θέλεις.» ψιθύρισε
«Σε θέλω Ιωσήφ.» είπα και ένιωσα τα μάτια μου να δακρύζουν από την ηδονή και ένταση του συναισθήματος που βίωνα.
Όταν η στιγμή μας κορυφώθηκε κατάλαβα ότι έκλαιγα με λυγμούς. Με πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του και κρύφτηκα στο στέρνο του. Με χάιδευε απαλά στα μαλλιά και με φιλούσε. Πόσο ωραία ήταν στην αγκαλιά του. Μακάρι να με έκλεινε για πάντα εκεί μέσα.
«Μη κλαις μάτια μου!»
«Γιατί θα την παντρευτείς αφού δε την αγαπάς;» Ρώτησα με πόνο.
Αναστέναξε βαριά και ανασήκωσε το πηγούνι μου για να τον κοιτάξω.
«Ο γάμος μου μαζί της είναι μια εμπορική συμφωνία μωρό μου και πρέπει να γίνει.»
Τα λόγια του ακουστήκαν τόσο σκληρά και ταπεινωτικά στα δικά μου αυτιά. Με πλήγωναν βαθιά να τα ακούω από αυτά τα χείλη που πριν λίγο με φιλούσαν παθιασμένα. Η λογική μου έκανε την εμφάνιση της ξανά. Τραβήχτηκα από την αγκαλιά του και σκούπισα τα μάτια μου προσπαθώντας να ανακτήσω έστω ένα ίχνος περηφάνιας και εγωισμού.
Με κοιτούσε θλιμμένος και ακίνητος σαν να περίμενε την αντίδραση μου.
«Από τη στιγμή που κάνεις αυτή την επιχειρηματική επιλογή στη ζωή σου, έμενα δε μπορείς να με έχεις. Αυτή ήταν η τελευταία μας φορά Ιωσήφ.» είπα διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια μου. Όταν τον κοίταξα στα μάτια φάνηκε η επίπτωση των λόγων μου στο πρόσωπο του . Δε του άρεσαν αυτά που μόλις του είπα, αλλά φάνηκε ότι δεν είχε άλλη επιλογή και αυτό το ήξερε.
«Αφού έτσι θέλεις, έτσι θα γίνει.» ψέλλισε απρόθυμα και σηκώθηκε από το καναπέ και άρχισε να ντύνεται.
«Μόλις γυρίσω στην Αθήνα θα φύγουμε από το σπίτι και εγώ και η Ιωάννα.» είπα πικαρισμένη και ικανοποιήθηκα όταν τον είδα να κοντοστέκεται τη στιγμή που φορούσε το πουλόβερ του.
«Εντάξει. Θα το κανονίσουμε μόλις γυρίσεις.» είπε ψυχρά και συνέχισε να ντύνεται με νευρικές κοφτές κινήσεις σαν να μη ήταν ο ίδιος άντρας που μου έκανε έρωτα πριν λίγο.
Ένιωσα να πέφτω από κενό και να τσακίζομαι. Με άφηνε να φύγω με τόση ευκολία. Αυτός που πριν λίγους μήνες δε δεχόταν κουβέντα για αυτό το ζήτημα. Που είχα μπλέξει Θεέ μου! Σηκώθηκα χωρίς να τον κοιτάζω και άρχισα και εγώ να φορώ τα εσώρουχα και τη νυχτικιά μου μηχανικά. Υπάρχουν και τα χειρότερα σκέφτηκα χολωμένη. Και αυτό που ζούσα δεν ήταν το χειρότερο έλεγα και ξαναέλεγα από μέσα μου για να το πιστέψω. Άκουσα το θρόισμα από το πανωφόρι του και έπειτα την πόρτα να ανοίγει και να κλείνει και έπειτα νεκρική σιγή. Ένας λυγμός ξέφυγε από τα χείλη μου και πήγα τρέχοντας στο παράθυρο και άνοιξα τη κουρτίνα περιμένοντας να τον δω να βγαίνει από την πανσιόν. Όταν είδα τη σκούρα φιγούρα του ανάμεσα στο λευκό τοπίο δάγκωσα τα χείλη μου και η όραση μου θόλωσε από τα δάκρυα. Προχωρούσε αγέρωχος προς το τζιπ του και στα μισά της απόστασης κοντοστάθηκε και γύρισε και κοίταξε προς το παράθυρο μου. Το κατάλαβε ότι στεκόμουν εκεί και κοιτούσα. Αντάμωσαν για μια ατελείωτη στιγμή τα μάτια μας. «Σ’ αγαπώ!» ψιθύρισα. Κατάλαβα ότι έκλεισε τα βλέφαρα του και όταν τα άνοιξε ξανά ένευσε καταφατικά. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σα τρελή. Κάτι μέσα μου, μου έλεγε ότι με άκουσε, ότι διάβασε τα χείλη μου και μου απάντησε. Μπορεί και να είχα παραφρονήσει. Μπορεί η φαντασία να μου έπαιζε παιχνίδια.
Μπήκε στο αμάξι και μετά από λίγο χάθηκε. Το παρκινγκ ερήμωσε ξαφνικά, όπως ερήμωσε και η καρδιά μου. Όλα είχαν τελειώσει μεταξύ μας!

GreekWriter