Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28.6.14

Το παιχνίδι της ζωής (Κεφάλαιο 16)



-Μαριάννα!
Η γνώριμη φωνή της Μαρίας με ξάφνιασε. Κανένας εκτός από την Αγάπη και την θεία μου, δεν ήξερε το καινούριο αριθμό του κινητού μου.
-Μαρία; Πως με βρήκες; Ήταν η πρώτη ερώτηση που μου ήρθε στο στόμα.
-Μου έδωσε το τηλέφωνο σου η Αγάπη. Είναι μεγάλη ανάγκη να σου μιλήσω.
Για μια στιγμή σκέφτηκα ότι θα της τα έψελνα κανονικά της Αγάπης .
-Τι συμβαίνει Μαρία; Ρώτησα ψύχραιμα, θέλοντας να καλύψω ένα ψήγμα ανησυχίας.
-Έμαθες για τον Ιωσήφ;
-Μαρία δε με ενδιαφέρει…….
-Μαριάννα ο Ιωσήφ χάθηκε.
Κοντοστάθηκα για λίγο, προσπαθώντας να καταλάβω αυτό που μου λέει.
-Τι εννοείς χάθηκε;
-Προχθές έφυγε το απόγευμα με ιδιωτικό τζετ για το Μιλάνο, αλλά το αεροπλάνο δεν έφτασε στον προορισμό του. Τον ψάχνουν ιταλικές και ελληνικές ομάδες διάσωσης αλλά μέχρι στιγμής δε βρέθηκε τίποτα. Είναι πρώτο θέμα στις ειδήσεις. Φαντάστηκα ότι άκουσες.
-Όχι, δεν άκουσα τίποτα.
Ήθελα να φανεί όσο το δυνατόν πιο ψυχρή η φωνή μου στα αυτιά της Μαρίας γιατί δεν ήθελα να καταλάβει ότι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και τα μάτια μου βούρκωσαν. Άκουσα τον αναστεναγμό της βαρύ.
-Μαριάννα ξέρω πόσο πολύ σε πλήγωσε και ξέρω ότι δε το άξιζες. Ειλικρινά όμως δε σε πήρα μόνο για τον Ιωσήφ αλλά για την κ. Ανθή. Δε μπορείς να φανταστείς σε τι κατάσταση είναι.
Σκούπισα τα μάτια μου κρυφά και πήρα μια βαθιά ανάσα. Γύρισα και κοίταξα τον Χριστόφορο που με κοιτούσε με προσοχή.
-Μαρία λυπάμαι,αλλά δε μπορώ να κάνω κάτι γι’αυτό και το ξέρεις. Αυτή η οικογένεια απαίτησε να μείνουμε μακριά και να μη τους ενοχλήσουμε ξανά. Δε καταλαβαίνω τι ζητάς από εμένα τώρα;
-Η κ. Ανθή δεν είχε ιδέα για όλα αυτά.
-Είχε όμως ο γιος της και ο άντρας της είπα έντονα.
-Η Ζωή μας διώχνει από το σπίτι. Δε θα σου τηλεφωνούσα αλλά είσαι η μόνη μας ελπίδα.
-Τι θα πει σας διώχνει;
-Αν δεν βρεθεί ο Ιωσήφ μέχρι αύριο, όλα περνούν στα χέρια της. Έτσι γράφει το προγαμιαίο συμβόλαιο τους. Αν ένας από τους δυο συζύγους περιέλθει σε ειδικές καταστάσεις, αυτομάτως όλη η περιουσία και οι μετοχές μεταβιβάζονται στον άλλο και αναλαμβάνει τη διαχείριση. Ήρθε σήμερα το πρωί ντυμένη στα μαύρα, μαζί με  τον αδελφό της ,κοπανώντας το συμφωνητικό στα μούτρα μας και μας ζήτησαν να φύγουμε  από το σπίτι. Ο κ. Αριστείδης έπεσε από τα σύννεφα και άρχισε να τους βρίζει και να τους φωνάζει προδότες. Που να τους πάω γέρους ανθρώπους; Σπίτι δεν έχω και λίγες οικονομίες που είχα στην άκρη τις έδωσα το προηγούμενο μήνα στον γιο μου.
Το κλάμα της ακουγόταν σπαρακτικό και με έκανε να μαλακώσω.
-Μαρία ο κ. Αριστείδης έχει λεφτά.
-Μόνο μια σύνταξη επτακόσια ευρώ, όλες οι καταθέσεις και τα ακίνητα ήταν στο όνομα του Ιωσήφ και τώρα τα πήρε όλα αυτή η μαύρη σκύλα και η οικογένεια της. Ο Ιωσήφ έδινε χρήματα στους γονείς του. Τους τα κατέθετε κάθε μήνα σε ένα λογαριασμό και έτσι καλύπτονταν όλα τους τα έξοδα. Αυτή δε πρόκειται να τους δώσει ούτε ευρώ. Μας το δήλωσε. Το μόνο σπίτι που έχουν είναι το πατρικό της κ. Ανθής στη Κρήτη και αυτή τη σύνταξη. Ούτε τα εισιτήρια για να πάμε μέχρι την Κρήτη δεν έχουμε. Και άντε εγώ θα πάω να μείνω στο γιο μου. Αυτοί τι θα απογίνουν; Δε μου πάει η καρδιά να τους αφήσω. Ζω τόσα χρόνια μαζί τους. Μαριάννα σε εκλιπαρώ …πέφτω στα πόδια σου κορίτσι μου. Ξέρω ότι σου έδωσαν χρήματα. Μπορεί να μη σου τα έδωσαν με το καλύτερο τρόπο, αλλά σου τα έδωσαν. Έλα σε παρακαλώ να με βοηθήσεις. Να τους ταχτοποιήσουμε κάπου, αλλιώς θα πεθάνουν. Έχουν που έχουν τον καημό του γιου τους.
-Εντάξει Μαρία. Θα φροντίσω να έρθω το γρηγορότερο. Θα σε ειδοποιήσω μόλις φτάσω στην Αθήνα.
-Σε ευχαριστώ πολύ Μαριάννα.
Η συνείδηση μου ήταν πιο ισχυρή , σπάζοντας τον πάγο της ψυχρότητας που είχα σαν περίβλημα μου εδώ και ένα χρόνο.
-Τι συμβαίνει; Ρώτησε ο Χριστόφορος ανήσυχος.
-Πρέπει να φύγω άμεσα για Αθήνα. Κάτι πρόεκυψε με την οικογένεια της νύφης μου.
-Σοβαρό;
-Ναι σοβαρό.
-Και εσύ πως μπορείς να βοηθήσεις; ρώτησε δυσαρεστημένος
-Δε γνωρίζω ακόμα Χριστόφορε ,θα πάω εκεί και θα δω.
-Μαριάννα μόλις αρραβωνιαστήκαμε. Θέλω να περάσουμε μαζί τις γιορτές.
Η λέξη θέλω ήχησε άσχημα στα αυτιά μου.
-Χριστόφορε σου εξηγώ ότι υπάρχει θέμα. Πρέπει να πάω.
-Όχι Μαριάννα δε μου εξηγείς. Μιλάς με κάποιον στο τηλέφωνο και κλείνοντας το μου λες έτσι απλά ότι φεύγεις.
-Αγνοείται ο αδελφός της νύφης μου και η γυναίκα του θέλει να διώξει τους γονείς του από το σπίτι τους. Μου τηλεφώνησε μόλις τώρα η οικονόμος τους με τα κλάματα.
-Δε καταλαβαίνω. Και εσύ πως θα βοηθήσεις;
Τα γαλάζια μάτια του έκρυβαν θυμό και εκνευρισμό κάτι που δε μου είχε δοθεί ευκαιρία να δω όλο αυτό το διάστημα της γνωριμίας μας.
-Ηθικά και οικονομικά.
-Στείλε τους έμβασμα.
-Χριστόφορε, αυτοί οι άνθρωποι είναι οι παππούδες της Ιωάννας και αυτή τη στιγμή έχουν πρόβλημα. Γιατί το κάνεις θέμα; Είπα έντονα.
-Εντάξει! Είπε παραιτημένος αλλά η δυσαρέσκεια του ήταν ακόμα ορατή στο πρόσωπο του.
-Τουλάχιστον να έρθω μαζί σου; Έστω και εκεί να περάσουμε μαζί τις γιορτές.
-Όχι. Θα πάω μαζί με την Ιωάννα και θα κοιτάξω να ξεμπερδέψω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Είναι και μια ευκαιρία να δω και την μητέρα μου. Έχω κοντά ένα χρόνο να την δω.Θα προσπαθήσω να είμαι πίσω πριν την Πρωτοχρονιά.
- Άρα δε θα κοιμηθούμε σήμερα μαζί;
-Πρέπει να κλείσω εισιτήρια και να ετοιμάσω τα πράγματα μας είπα για να δικαιολογηθώ.
Η όλη στάση του με προβλημάτισε σοβαρά. Έδειξε έναν εγωισμό και μια έλλειψη κατανόησης που δε φανταζόμουν ποτέ ότι μπορεί να διέθετε.
Σηκώθηκε όρθιος και ήρθε κοντά μου. Το πρόσωπο του μαλάκωσε αλλά φάνηκε ότι ήταν προσποιητό.
-Να σας πάω εγώ στο αεροδρόμιο;.
-Δε χρειάζεται Χριστόφορε. Θα πάρουμε ταξί.
Ένευσε χαμογελώντας σφιγμένα και με πήρε στην αγκαλιά του.
-Να μου τηλεφωνήσεις μόλις φτάσετε.
-Θα σου τηλεφωνήσω.
Με φίλησε στα χείλη για λίγο και την στιγμή που πήγε να βαθαίνει το φιλί του σα να ήθελε να με ξελογιάσει ,τραβήχτηκα. Με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια σαν να ζητούσε από μένα να διαλύσω την ανασφάλεια του.
-Μου υπόσχεσαι ότι θα γυρίσεις γρήγορα κοντά μου.
-Θα γυρίσω Χριστόφορε είπα αποφασιστικά και τον είδα να ξεφυσά ανακουφισμένος.

Την επόμενη μέρα ανήμερα Χριστουγέννων, το μεσημέρι προσγειωθήκαμε στο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ήμουν τυχερή γιατί βρήκα δυο εισιτήρια από μια ακύρωση που έγινε. Ο καιρός στην Αθήνα ήταν μουντός, αλλά είχε σαφώς λιγότερο κρύο από αυτό της χιονισμένης Βιέννης.
Η Ιωάννα ήταν ενθουσιασμένη με το ξαφνικό μας ταξίδι στην Ελλάδα, με εξαίρεση βέβαια ότι έπρεπε να αφήσουμε τη Ραπουνζελ πίσω μας, σε ένα ξενοδοχείο κατοικίδιων,. Είδα και έπαθα για να την πίσω ότι το σκυλί μας θα ήταν καλά εκεί που το αφήσαμε. Για τον Ιωσήφ δε της είπα το παραμικρό. Το κράτησα για τον εαυτό μου και η σκέψη μου γι’αυτόν με έτρωγε σαν το σαράκι. Η ιδέα και μόνο ότι μπορεί να ήταν νεκρός με έκανε να μουδιάζω. Έκανα μια ικεσία στο θεό με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Ας ήταν ζωντανός και εγώ θα ξερίζωνα από μέσα μου κάθε συναίσθημα που έτρεφα γι’αυτόν. Ας ήταν ζωντανός και ας μη τον έβλεπα ποτέ ξανά στη ζωή μου. Μόνο να ήταν ζωντανός.
Πήρα ένα ταξί και πήγα κατευθείαν στη θεια μου την Αμαλία για να αφήσω τη μικρή. Όταν μας αντίκρισε μπροστά της άρχισε να τσιρίζει από τη χαρά της και να φωνάζει τον θειο μου. Όταν τους αγκάλιασα μόνο τότε κατάλαβα πόσο μου είχαν λείψει. Ένας ολόκληρος χρόνος, ήταν πολύς καιρός να είσαι μακριά από ανθρώπους που αγαπάς. Τώρα το καταλάβαινα. Αγκαλιαστήκαμε , γελάσαμε, κλάψαμε και προσπαθούσαμε μέσα με λίγα λεπτά να καλύψουμε το κενό τόσων ημερών.

Νωρίς το πρωί ενα ταξί με άφησε έξω από την έπαυλη των Μακρίδων. Προχώρησα μέσα στον κήπο και είδα έξω δυο περιπολικά και δυο ένστολους αστυνομικούς να στέκονται μπροστά στην διάπλατα ανοιχτή είσοδο του σπιτιού. Από μέσα ακούγονταν φωνές και μια απ’ολες την αναγνώρισα αμέσως. Ήταν η χαρακτηριστική φωνή του Αριστείδη Μακρίδη ,που έβριζε και ωρυόταν. Προσπέρασα τους αστυνομικούς και μπήκα αμέσως μέσα. Στο χολ ήταν στοιβαγμένες τρεις βαλίτσες. Προχώρησα στο σαλόνι και είδα τον κ.Αριστειδη να στέκεται απέναντι από άλλους δυο αστυνομικούς και να βρίζει. Πίσω του στεκόντουσαν αποκαμωμένες και κλαμένες η Μαρία και η κ.Ανθή.
-Αυτό είναι το σπίτι μου. Κανένας δε μπορεί να με διώξει. Θα γυρίσει ο γιος μου και θα σας δείξει. Αλήτες!
-Κύριε Μακρίδη έχουμε εντολή από τον εισαγγελέα. Σας εξηγώ ότι αν αντισταθείτε θα πρέπει να σας συλλάβουμε. Εμείς είμαστε απλώς εκτελεστικά όργανα. Μιλήστε με το δικηγόρο σας.
-Πουλημένοι είστε όλοι. Και ο εισαγγελέας και ο δικηγόρος μου και εσείς μαζί.
Πήρα το θάρρος και στάθηκα μπροστά. Όταν έγινα αντιληπτή οι φωνές σταμάτησαν αυτόματα. Όλοι έστρεψαν το βλέμμα τους πάνω μου. Η Μαρία μου χαμογέλασε με ελπίδα ενώ η κ. Άνθη έβγαλε μια κραυγή έκπληξης. Ο κ. Αριστείδης με κοιτούσε και αυτός σοκαρισμένος. Ήμουν ίσως το τελευταίο άτομο που θα περίμενε να αντικρύσει μπροστά του εκείνη τη στιγμή.
-Η κυρία; Ρώτησε ένας από τους δυο αστυνομικούς
-Μαριάννα Πέτρου. Είμαι συγγενής της οικογένειας είπα σοβαρή καθώς περίμενα την αρνητική αντίδραση του κ. Αριστείδη δίπλα μου. Αλλά δε είπε τίποτα. Στεκόταν σιωπηλός και με κοιτούσε με εκείνο το αυστηρό του βλέμμα.
-Γνωρίζετε ότι πρέπει να αποχωρήσουν από την κατοικία.
-Το γνωρίζω. Ήρθα να τους πάρω.
-Δε πάω πουθενά. Ποια είσαι εσύ; Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να ανακατευτείς; Φώναξε ο κ. Αριστείδης.
-Κύριε Αριστείδη. Δε έχετε άλλη επιλογή. Ελάτε μαζί μου και θα βρούμε τη λύση. Υπόσχομαι να σας βοηθήσω. Θα βρούμε έναν δικηγόρο και θα το πολεμήσουμε.
-Δε σε εμπιστεύομαι! Είπε σαν να έφτυνε
-Δε έχετε και άλλη επιλογή. Αυτοί που εμπιστευόσασταν τόσα χρόνια, σήμερα σας πετούν έξω από το σπίτι σας.
-Αριστείδη οι δικές σου αποφάσεις μας έφτασαν εδώ. Αυτή τη φορά θα με ακούσεις.  Αν δε έρθεις να ξέρεις ότι θα μείνεις μόνος σου. Είπε η κ. Ανθή απειλητικά αφήνοντας μας άφωνους.
Ο κ. Αριστείδης γούρλωσε τα μάτια ,σα να μη πίστευε στην τόλμη της γυναίκας του.
-Πάμε είπε η κ. Ανθή και με έπιασε αγκαζέ και πήγαμε στην έξοδο. Η Μαρία ακλουθούσε πίσω μας σαν πιστή οικονόμος που ήταν πάντα. Οι αστυνομικοί με βοήθησαν να βγάλω τις βαλίτσες έξω. Από το κινητό μου κάλεσα ένα ταξί. Όση ώρα περιμέναμε έξω, ο κ. Αριστείδης παρέμενε ακόμα μέσα. Μετά από δέκα λεπτά τον βλέπουμε να βγαίνει έξω σκυθρωπός. Στάθηκε δίπλα μας ηττημένος με την υπερηφάνεια του τσαλαπατημένη. Ήξερε ότι δεν είχε άλλη επιλογή.
Έφτασε το ταξί και μόνο όταν μας είδαν οι αστυνομικοί να φορτώνουμε τις βαλίτσες επιβιβάστηκαν στα περιπολικά και περίμεναν να μας συνοδέψουν έξω από την έπαυλη. Ο κ. Αριστείδης κάθισε μπροστά, η Μαρία και η κ Ανθή κάθισαν πίσω. Εγώ στεκόμουν στο πορτ-μπαγκαζ και έδινα τη διεύθυνση του σπιτιού μου στο ταξιτζή, όταν ένα σπορ μερσεντές μπήκε με φόρα μέσα στον κήπο. Από την πόρτα του συνοδηγού βγήκε η Ζωή, ντυμένη με ένα μαύρο στιλάτο ταγιέρ, φορώντας μαύρα γυαλιά. Η οργή μου φούντωσε. Ήταν σαν να ήμουν ταύρος και να είδα κόκκινο πανί μπροστά μου. Άνοιξε η πόρτα του οδηγού και όταν είδα αυτόν που βγήκε από μέσα ,μου ήρθε σκοτοδίνη. Ο Δημήτρης. Ο συνεταίρος και κολλητός του αδελφού μου. Ο νονός της Ιωάννας. Ντυμένος με ένα ακριβό σκούρο κουστούμι και με αέρα εκατομμυριούχου. Έκλεισα τα μάτια μου και τα άνοιξα ξανά. Φοβήθηκα ότι μου είχε σαλέψει και έβλεπα οφθαλμαπάτες, αλλά όταν τον είδα να μαρμαρώνει κατάλαβα ότι ήταν αληθινός. Πλησιάζω και τραβώ τα γυαλιά ηλίου του απότομα για να τον κοιτάξω στα μάτια.
-Τι κάνεις εσύ εδώ; Ρωτώ σοκαρισμένη.
-Μαριάννα….. άρχισε να τραυλίζει.
-Τι δουλειά έχεις με αυτήν; φωνάζω και κοιτάζω άγρια αυτήν την σκύλα που κοιτούσε ειρωνικά σα να διασκέδαζε.
-Ει..ειμαι σωματοφύλακας της κ. Ζωής είπε ο Δημήτρης. Στα μάτια του όμως φαινόταν καθαρά ο φόβος και το ψέμα του.
Ξαφνικά ένιωσα σα να ξεκαθάριζαν όλα μπροστά μου. Σαν κάθε κομμάτι του πάζλ να μπήκε στη θέση του, σαν να δόθηκαν απαντήσεις σε όλα τα βασανιστικά ερωτήματα που είχα εδώ και δυο χρόνια τώρα.
-Εσύ! Ψέλλισα
-Μαριάννα να σου εξηγήσω……..
Μύριζα τον φόβο του, ένιωθα την ενοχή του.
-Εσύ και αυτή σκοτώσατε τη νύφη και το αδελφό μου…….. και τον Ιωσήφ.
Το χρώμα του χάθηκε από το πρόσωπο του μπροστά στην βαριά μου κατηγορία.
-Θα σου κάνω μήνυση για συκοφαντία άκουσα την ψυχρή σκύλα να λέει με τερατώδης ψυχραιμία.
Όρμησα σαν το άγριο ζώο και την άρπαξα από τον λαιμό, ρίχνοντας την πάνω στο καπό του αυτοκινήτου της. Ο ταξιτζής προσπαθούσε να με τραβήξει μα ήμουν εκτός εαυτού. Θα την σκότωνα!
-Παλιοβρόμα, εσύ τα έκανες όλα. Θα σε σκοτώσω.
Το χέρι του Δημήτρη προσπάθησε να αρπάξει το δικό μου.
-Μαριάννα …σταμάτα άκουσα την φωνή του.
Γύρισα και κατέβασα με όλη τη δύναμη μου, την γροθιά μου στο στόμα του. Σοκαρισμένος έπιασε τα ματωμένα χείλη του. Την επόμενη στιγμή οι αστυνομικοί με απομάκρυναν σηκωτή.
-Δολοφονοιιιι! Θα σας σκοτώσω! Φώναζα θολωμένη.
Η σκύλα βαριανάσανε ξεμαλλιασμένη και ρίχτηκε στην αγκαλιά του Δημήτρη.
Μου πέρασαν χειροπέδες και με έβαλαν με την βία στο περιπολικό.

Βρέθηκα μόνη σε ένα σκοτεινό κρύο κελί. Οι δολοφόνοι ήταν έξω ελεύθεροι και εγώ πίσω από τα κάγκελα μιας φυλακής, ανήμπορη και τσακισμένη. Μου πήραν ότι αγαπούσα. Και όλα αυτά γιατί; Για τα χρήματα και την εξουσία. Σκότωσαν τον αδελφό μου και την Νίνα. Εξαφάνισαν τον Ιωσήφ. Κάθε ελπίδα μου ότι μπορεί να ήταν ζωντανός έσβηνε και μαζί έσβηνα και εγώ. Κουλουριάστηκα στο σκληρό κρεβάτι και άφησα τους λυγμούς μου να ξεσπάσουν. Άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να θρηνήσει. Για τον αδελφό μου, για τη νύφη μου. Μα πιο πολύ θρηνούσα για την αγάπη μου, που πριν καν  προλάβει να ανθίσει, κάποιοι μου την σκότωσαν.

Ξύπνησα από το ελαφρύ σκούντημα κάποιου. Ανοίγοντας τα μάτια μου είδα την γνώριμη φυσιογνωμία του αστυνομικού Φράγκου να με κοιτάζει με συμπάθεια.
-Έκανες μεγάλο σαματά απ’ότι έμαθα! Είπε κάπως εύθυμα την στιγμή που ανασηκωνόμουν από το κρεβάτι για να καθίσω.
-Έπρεπε να τους σκοτώσω. Αφού μπήκα που μπήκα στην φυλακή,τουλάχιστον να άξιζε τον κόπο.
Γέλασε με το μαύρο χιούμορ μου. Εγώ όμως εννοούσα κάθε λέξη που είπα.
-Η Ζωή Ποντικη σου έκανε μήνυση για σωματική επίθεση και για συκοφαντία.
Σε λίγο θα δεις τον εισαγγελέα, θα δώσεις κατάθεση και έπειτα αυτός θα ορίσει χρηματική εγγύηση και δικάσιμο και θα είσαι ελεύθερη να πας σπίτι σου.
-Αυτοί σκότωσαν τον αδελφό μου και την νύφη μου. Αυτοί κρύβονται πίσω από την εξαφάνιση του Μακρίδη είπα κατηγορηματικά.
Ο Φράγκος με κοίταξε με ένα σπινθηροβόλο βλέμμα πίσω από τα μυωπικά γυαλιά του.
-Σε συμβουλεύω να μην πεις κάτι τέτοιο στον εισαγγελέα. Είναι προτιμότερο να δείξεις μεταμέλεια.
-Είστε και εσείς μπλεγμένος κ. Φράγκο; Ρώτησα προκλητικά
Γέλασε ξανά σαν να το διασκέδαζε.
-Όχι, καλό μου κορίτσι. Απλά για να στηρίξεις μια κατηγορία πρέπει να έχεις ατράνταχτες αποδείξεις. Και εσύ δεν έχεις τίποτα χειροπιαστό στα χέρια σου, απλά μια εικασία.
-Είναι δική σας δουλειά να βρείτε τις αποδείξεις. Τι κάνετε ενάμιση χρόνο τώρα, μου λέτε; Αφήνετε τους εγκληματίες ελευθέρους να διαπράττουν ανενόχλητοι εγκλήματα . Ωραία δικαιοσύνη!
-Τελικά είχαν δίκιο αυτοί που μου είπαν ότι είστε σκληρό καρύδι. Καλό απόγευμα δεσποινίς Πέτρου είπε με ένα κοφτό νεύμα και γύρισε να φύγει.
Τη στιγμή που ο φρουρός άνοιγε την βαριά πόρτα να βγει έξω ο Φραγκος, πετάχτηκα όρθια και πλησίασα.
-Ποιους εννοείτε αστυνόμε; Ποιος σας μίλησε για μένα;
Με αγνόησε και βγήκε έξω. Η βαριά πόρτα έκλεισε μπροστά μου χωρίς να πάρω απάντηση στο ερώτημα μου.
-Αν κάνετε αυτό που σας είπα δεσποινίς Πέτρου και λίγη υπομονή μερικές μέρες ,τότε θα δείτε τι κάναμε ενάμιση χρόνο τώρα ,μου είπε λακωνικά με γυρισμένη τη πλάτη του και έπειτα έφυγε.
Έμεινα μπερδεμένη να σκέπτομαι τα λόγια του που έμοιαζαν σαν γρίφος.


GreekWriter