Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29.6.14

Το παιχνίδι της ζωής (Κεφάλαιο 17)



Την επόμενη μέρα το πρωί στο γραφείο του εισαγγελέα με περίμενε άλλη μια έκπληξη. Είδα τον δικηγόρο του Ιωσήφ που είχα συναντήσει πριν ένα χρόνο, να με περιμένει κρατώντας έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα . Όταν με έβγαλαν οι αστυνομικοί τις χειροπέδες με πλησίασε.
-Τι θέλεις εσύ εδώ; Τον ρώτησα απότομα.
-Καλημέρα και σε εσάς δεσποινίς Πέτρου. Είμαι ο συνήγορος σας. είπε σοβαρός με μια δόση ειρωνείας.
-Και ποιος σου είπε ότι σε θέλω για δικηγόρο μου; είπα μέσα από τα σφιγμένα δόντια μου.
-Με ειδοποίησε ο κ. Αριστείδης. Μου έδωσε τα χρήματα για την εγγύηση σας. Μετά την απολογία σας, θα είστε ελεύθερη.
Στένεψα τα ματιά μου καχύποπτα και προσπάθησα να τον ψυχολογήσω. Η Μαρία μου είχε πει ότι ο γέρο- Μακρίδης δεν είχε πλέον χρήματα. Κάτι δε μου κολλούσε στην όλη υπόθεση.
-Είσαι και εσύ τσιράκι της Ποντικη;
-Όχι. Είμαι νομικός σύμβουλος της οικογένειας Μακρίδη εδώ και είκοσι χρόνια αν αυτό σας λέει τίποτα.
-Δε μου λέει απολύτως τίποτα. Και εγώ είχα φίλο που τον γνώριζα χρόνια και όχθες κατάλαβα ότι δουλεύει για την Ποντίκη. Αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκομαι αυτή την στιγμή εδώ.
-Σας συμβουλεύω να μην το πείτε αυτό στον εισαγγελέα. Ισχυριστείτε κάτι άλλο σαν δικαιολογία μου είπε χαμηλόφωνα.
-Είστε το δεύτερο άτομο που μου λέει το ίδιο πράγμα, μέσα σε λίγες ώρες και αυτό με βάζει σε υποψίες κ. Ευσταθίου.
-Κινδυνεύετε σοβαρά και εσείς και η οικογένεια σας, αν μιλήσετε.
Πριν προλάβω να του πω κάτι μπήκε ο εισαγγελέας, κάθισε στο γραφείο του και με φώναξε να πλησιάσω.
Βρισκόμουν μπροστά σε ένα μεγάλο δίλλημα και δεν ήξερα τι να κάνω. Ήμουν τόσο οργισμένη που ήθελα να πω όλη την αλήθεια. Αν από την άλλη, αν όντως κινδύνευα όπως με είχαν προειδοποιήσει ο Φράγκος και ο Ευσταθίου; Δεν ήξερα πλέον ποιος ήταν σύμμαχος και ποιος εχθρός μου. Στο μυαλό μου ήρθε το χαμογελαστό πρόσωπο της ανιψιάς μου, με τα λειψά δοντάκια και με έπιασε ένα δέος. Η εικόνα της και ο φόβος μου με ώθησαν να πάρω την τελική μου απόφαση.


Όταν τέλειωσα με τις ερωτήσεις του εισαγγελέα, βγήκα έξω από τα δικαστήρια. Παρά το γεγονός ότι ήμουν ελεύθερη, εγώ ένιωθα σαν ένα άγριο θηρίο στο κλουβί. Η οργή μου συγκάλυπτε τον εσωτερικό μου θρήνο για τον Ιωσήφ, αλλά και τα δυο αυτά συναισθήματα μαζί πυροδοτούσαν έναν τρομακτικό πάθος για εκδίκηση. Μιας εκδίκησης που έπαιρνε τη μορφή χιονοστιβάδας. Οι μάσκες των δολοφόνων έπεσαν μπροστά στα μάτια μου, παίρνοντας σάρκα και οστά. Ο Δημήτρης που εμπιστευόμουν κάποτε σαν αδελφό μου και η Ζωή που σιχαινόμουν με όλο μου το είναι, ήταν  πίσω απ’ όλα και δε θα ησύχαζα αν δεν τους ξεσκέπαζα.
Ο Ευσταθίου προσφέρθηκε να με πάει μέχρι το σπίτι μου με την πρόφαση ότι εκεί τον περίμενε ο κ. Αριστείδης.
-Ήταν πολύ γενναιόδωρο από μέρους σας να φιλοξενήσετε εσείς και η οικογένεια σας το ζεύγος Μακρίδη στο σπίτι σας. Απ’ότι ξέρω ο κ. Αριστείδης στο παρελθόν δεν είχε και τα ευγενέστερα αισθήματα για εσάς μου είπε κάποια στιγμή ενώ οδηγούσε.
-Για την ανιψιά μου το έκανα είπα ξερά.
-Να ξέρετε ότι κάνατε το σωστό που δε μιλήσατε. Φερθήκατε έξυπνα.
-Δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένη με αυτή μου την απόφαση. Την πήρα γιατί με εκβιάσατε και με τρομοκρατήσατε κ. Ευσταθίου. Και εσείς και ο αστυνόμος Φραγκος. Να είστε σίγουρος πως αν δεν ήταν η ανιψιά μου, δεν θα μπορούσε κανένας να κρατήσει το στόμα μου κλειστό. Αυτή τη στιγμή δε μπορώ να σας περιγράψω πως αισθάνομαι που οι δολοφόνοι μένουν ατιμώρητοι. Αν δεν υπήρχε το παιδί στη μέση, νομίζω πως θα απέδιδα εγώ η ίδια την δικαιοσύνη, μιας και αυτοί που την υπηρετούν είναι είτε ανίκανοι είτε μπλεγμένοι είπα οργισμένη.
Δε του άρεσαν αυτά που είπα και αυτό φάνηκε από τους σφιγμένους μύες του προσώπου του.
-Αυτό είναι άδικο να το λέτε. Πολλές φορές υπάρχουν δυνάμεις που υπηρετούν το δίκαιο αλλά σε κάποιους δε φαίνονται με γυμνό μάτι.
Ήταν η δεύτερη λακωνική απάντηση που πήρα μέσα σε διάστημα λίγων ωρών.
-Μακάρι να είμαι τυφλή. Αλλά τα γεγονότα λένε άλλα. Υπάρχουν δυο νεκροί ένα ορφανό παιδί και ένας αγνοούμενος. Και ένας θεός ξέρει πόσα άλλα θύματα. Δε είδα μέχρι στιγμής καμία δικαιοσύνη να αποδίδεται.
Δεν απάντησε παρά παρέμεινε σιωπηλός και προβληματισμένος.
Όταν κατάλαβα ότι είχε πάρει αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που βρισκόταν το σπίτι μου. τρομοκρατήθηκα.
-Που πηγαίνουμε κ. Ευσταθίου; Τι δουλειά έχουμε στο δρόμο για την Πεντέλη; Ρώτησα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα.
Η σιωπή του άρχισε να με τρελαίνει. Τον είδα να σφίγγετε και άρχισε να γίνεται πλέον βέβαιο στο μυαλό μου ότι ήταν τελικά μπλεγμένος.
-Πόσα σας έδωσε η Ποντικη για μου κλείσετε το στόμα;
Πάλι σιωπή.
-Φαντάζομαι πήρατε πολλά! Συνέχισα ενώ το μυαλό μου δούλευε πυρετωδώς προσπαθώντας να βρει τρόπο διαφυγής. Το αμάξι κινούνταν με ταχύτητα και αν άνοιγα την πόρτα για να βγω θα σκοτωνόμουν σίγουρα. Κατευθυνόμασταν ορεινά.
Άρχισα να κάνω πλάνα στο μυαλό μου. Όταν θα σταματούσαμε θα τον αιφνιδίαζα και αμέσως μετά θα χανόμουν στο δάσος για να κρυφτώ. Δε ήταν ψέμα ότι φοβόμουν πολύ, αλλά δε θα τον άφηνα να με σκοτώσει. Δε υπήρχε περίπτωση να αφήσω την Ιωάννα μόνη.
Μπήκαμε σε έναν δασικό δρόμο και μετά από λίγα λεπτά σταματά παράπλευρα από ένα σταθμευμένο ,μαύρο βαν. Μου κοπήκαν τα πόδια. Υπήρχαν και άλλοι. Αν ήταν μόνο ο δικηγόρος σίγουρα θα τον έφερνα βόλτα, αλλά αν ήταν πολλοί ήμουν καμένη από χέρι. Οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν όταν από το φορτηγάκι βγήκαν δυο γεροδεμένοι άντρες νεαρής ηλικίας και ένας μικροκαμωμένος. Πριν προλάβω να αντιδράσω με έβγαλαν από το αμάξι του δικηγόρου. Οι δυο με έπιασαν με δύναμη. Μου έβγαλαν το μπουφάν και σήκωσαν το ένα μανίκι από την μπλούζα μου και τότε ο τρίτος άντρας μου έκανε μια ένεση στο μπράτσο μου και χάθηκα.

Άνοιξα τα μάτια μου ζαλισμένη και κατάλαβα ότι βρισκόμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι ενός άγνωστου και σκοτεινού δωματίου. Από το παράθυρο το μόνο φως που έμπαινε ήταν αυτό του ολόγιομου φεγγαριού.
Στιγμιότυπα άρχισαν να ξεπηδούν από το θολωμένο μυαλό μου και με κάνουν να θυμηθώ. Σηκώθηκα και πήγα προς την πόρτα και κατάλαβα ότι ήταν ξεκλείδωτη. Μια ελπίδα ότι αυτοί που με απήγαγαν ξέχασαν να την κλειδώσουν, έκανε τις ελπίδες μου να αναπτερωθούν. Βγήκα έξω σε ένα χολ με τρεις κλειστές πόρτες. Άνοιξα τη μια και είδα ένα μπάνιο, άνοιξα τη άλλη και βρέθηκα σε μια ακόμα σκοτεινή κρεβατοκάμαρα. Όταν πήγα να ανοίξω τη τρίτη στο βάθος του χολ απογοητεύτηκα γιατί την βρήκα κλειδωμένη.
-Να πάρει! Φώναξα και πήγα ξανά στο δωμάτιο που είχα βρεθεί όταν άνοιξα τα μάτια μου. Άνοιξα το φως και πλησίασα το παράθυρο. Κατάλαβα ότι βρισκόμουν στον δεύτερο όροφο αυτής της κατοικίας που φαινόταν να είναι ερημικά κτισμένη κάπου ορεινά. Αναρωτήθηκα αν βρισκόμουν στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής ή κάπου αλλού. Προσπάθησα να ανοίξω το παράθυρο, μα ήταν ασφαλισμένο.
-Καθάρματα! Άρχισα να φωνάζω και χτυπούσα το τζάμι με μανία.
Περίμενα ώρα , μα κανένας δε φάνηκε. Όταν ηρέμησα, εξερεύνησα το χώρο γύρω μου και στην ντουλάπα βρήκα γυναικεία ρούχα. Πυτζάμες, φόρμες ένα τζιν , δυο πουλόβερ και μερικές αλλαξιές. Στην αρχή σκέφτηκα ότι τα ρούχα θα ανήκαν σε κάποια γυναίκα αλλά αμέσως κατάλαβα ότι ήταν καινούρια με τα καρτελάκια να κρέμονται. Όταν βγήκα στο χολ είδα μπροστά στη πόρτα του δωματίου μου ένα καπακωμένο δίσκο φαγητού. Κάποιος όσο ήμουν στο δωμάτιο μου έφερε φαγητό και έφυγε. Δοκίμασα ξανά να ανοίξω την πόρτα του χολ μα ήταν κλειδωμένη. Σίγα μη την άφηναν ανοιχτή. Πήρα τον δίσκο στο δωμάτιο μου και τον άνοιξα. Άραγε να είχαν ρίξει τίποτα στο φαγητό μου αναρωτήθηκα. Παρόλο που πεινούσα πολύ μετά από εικοσιτέσσερις ώρες νηστικιά, δε άγγιξα βούκα από το μοσχαράκι κοκκινιστό με το πιλάφι. Έφαγα μόνο τη φέτα το ψωμί και έκανα τον σταυρό μου, παρακαλώντας να ήταν εντάξει. Έβγαλα τον δίσκο ξανά έξω στο χολ και έκλεισα την πόρτα μου. Άνοιξα την μικρή τηλεόραση για να με κρατήσει ξύπνια και ξάπλωσα. Τα μάτια μου έκλειναν βαριά, αλλά με πείσμα τα άνοιγα ξανά. Κάποια στιγμή παραιτήθηκα και τα σφάλισα. Η τελευταία μου σκέψη ήταν πως αν ήταν γραφτό να με σκοτώσουν στον ύπνο μου ας το έκαναν. Δε είχα πλέον άλλη δύναμη.

Το πρώτο πρωινό φως γαργαλούσε τα βλέφαρα μου. Ένιωσα παρουσία στο δωμάτιο μου και αμέσως σήμανε συναγερμός μέσα μου. Στο δωμάτιο μου υπήρχε κάποιος το ένιωθα. Χωρίς να κουνηθώ άνοιξα τα μάτια μου. Μπροστά στο παράθυρο στεκόταν ένας άντρας με γυρισμένη την πλάτη με τα χέρια στις τσέπες και κοιτούσε έξω απορροφημένος. Η κορμοστασιά του μου ήταν οικεία και έκανε τον σφυγμό μου να επιταχύνει. Καθώς ανασηκώθηκα το στρώμα έτριξε και ο θόρυβος τον έκανε να στραφεί προς το μέρος μου. Ένιωσα το κορμί μου να παραλύει τη στιγμή που τα σκούρα μάτια του αντίκρισαν τα δικά μου.
-Καλημέρα Μαριάννα! Ακούστηκε μια ψυχρή, γνώριμη φωνή.
-Ιωσήφ; Ψιθύρισα.
Ήταν εμφανώς αδυνατισμένος. Τα μαλλιά του ήταν μακρύτερα απ’ότι τα θυμόμουν και το πρόσωπο του καλυμμένο από σκούρα γένια με γκρίζες αποχρώσεις, που έκαναν τα όμορφα χαρακτηριστικά του πιο τραχιά και σκληρά. Η ανάσα μου πιάστηκε στα σωθικά μου και τα μάτια μου βούρκωσαν, κάνοντας την όραση μου θολή. Θαρρείς αυτό που έβλεπα μπροστά μου να ήταν δημιούργημα της ταλαιπωρημένης φαντασίας μου. Για μια στιγμή αναρωτιόμουν αν είχα χάσει εντελώς τα λογικά μου, όμως η φωνή του ήρθε ξανά.
-Ναι μωρό μου! Είμαι ζωντανός και είμαι μπροστά σου! είπε στέλνοντας ρίγη στο κορμί μου.


GreekWriter