Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7.7.14

Το παιχνίδι της ζωής (Κεφάλαιο 19) - Το Τέλος


Ένα μήνα μετά είχα γυρίσει μόνιμα στην Ελλάδα μαζί με την Ιωάννα. Η Γερμανία ήταν στην ουσία για μας μια φυγή, μία κρυψώνα. Ποτέ δε ανήκαμε πραγματικά εκεί. Την στιγμή που πλέον δε κινδυνεύαμε , δε υπήρχε και λόγος να μένουμε μακριά από την πατρίδα μας. Ανακαίνισα ριζικά το διαμέρισμα μας για να μη θυμίζει τίποτα από το παρελθόν. Έγραψα την Ιωάννα στο νηπιαγωγείο της περιοχής μας, ελπίζοντας ότι θα ήταν και η τελευταία της αλλαγή. Ξεκινήσαμε ξανά από την αρχή. Στην παλιά δουλειά μου η Αγάπη και η αφεντικίνα μου ,με δέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες. Όλα μπήκαν σε μια ήρεμη και σταθερή ροη.
Σε αυτό όλο το διάστημα προσπάθησα δυο φορές να επικοινωνήσω με τον Ιωσήφ, μα και τις δυο φορές με απέφυγε. Την μια πήγα στην δουλειά του και με ξαπόστειλαν, λέγοντας μου πως ήταν απασχολημένος. Αυτό μου είπε δηλαδή η ίδια κοπέλα στην υποδοχή που ήταν και τότε που είχα πάει και έκανα σκηνή. Μόλις με είδε η υπάλληλος έχασε το χρώμα της. Με περνούσε για τρελή και φοβήθηκε ότι θα έκανα ξανά σαματά. Αλλά δε έκανα τίποτα φυσικά. Έφυγα με το κεφάλι ψηλά και τη καρδιά μου λαβωμένη. Την δεύτερη φορά τηλεφώνησα στο σπίτι του. Αφού μίλησα με την Μαρία λέγοντας της τα νέα μου και εκείνη τα δικά της, τέλος της είπα οτι ήθελα να μιλήσω με τον Ιωσήφ. Έτρεξε χαρούμενη να τον ειδοποιήσει στο γραφείο του αλλά όταν μου μίλησε μετά από λίγα λεπτά μου είπε λυπημένη ότι είχε δουλειά. Την χαιρέτησα με περηφάνια και κλείνοντας το τηλέφωνο βαλάντωσα στο κλάμα και όταν στέρεψα μετά από ώρα αποφάσισα ότι αυτά ήταν και τα τελευταία δάκρυα που έριξα για χάρη του. Το επόμενο πρωί ξύπνησα με μια απίστευτη οργή. Πήρα άδεια από την δουλειά μου και πήγα στη τράπεζα. Στο βιβλιάριο μου είχαν μείνει εκατόν πενήντα τρεις χιλιάδες ευρώ, από τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ που είχα πάρει από τον δικηγόρο του Ιωσήφ πριν φύγω στην Γερμανία. Ζήτησα να μου εκδώσουν μια τραπεζική επιταγή με όλο το ποσό στο όνομα του Ιωσήφ. Έβαλα την επιταγή σε έναν φάκελο, έγραψα το όνομα μου και την έστειλα με ένα κούριερ στον σπίτι του Ιωσήφ με παραλήπτη αυστηρά τον ίδιο.
Έτσι έμεινα χωρίς λεφτά αλλά με την υπερηφάνεια μου ακμαία. Το καταπίστευμα της Ιωάννας ήταν άθικτο και θα το έπαιρνε μετά την ενηλικίωση της. Επομένως είχα βγει ξανά στην βιοπάλη και θα τα κατάφερνα μια χαρά με τον μισθό μου.

Η Ιωάννα τα σαββατοκύριακα έμενε στο σπίτι των παππούδων. Έτσι είχαμε συμφωνήσει και δέχτηκα περισσότερο για την κ. Ανθή και την Μαρία που λάτρευαν την μικρή και ήθελαν να την βλέπουν.
Κάθε Παρασκευή απόγευμα, ο Αριστείδης Μακρίδης έστελνε ένα αυτοκίνητο με οδηγό και μετά το σχολείο έπαιρναν την Ιωάννα και την Ραπουνζέλ και τις πήγαινε στην έπαυλη. Την Κυριακή νωρίς το απόγευμα επέστρεφαν πίσω. Η στιγμή που γύριζε η μικρή σπίτι ήταν η πιο δύσκολη για μένα γιατί μου εξιστορούσε με κάθε λεπτομέρεια πως είχε περάσει. Μου μιλούσε με λατρεία για τον θείο Ιωσήφ και ανέφερε το όνομα του συνέχεια. «Ο θείος Ιωσήφ με πήγε σινεμά, Ο θειος Ιωσήφ μου αγόρασε παιχνίδια , Ο θειος Ιωσήφ με πήγε στο μπόουλινγκ………»Και κάθε φορά που άκουγα αυτό το όνομα,τόσο οι χτύποι μου τρελαίνονταν και τόσο τσατιζόμουν. Αλλά και τι να έκανα; Να έλεγα στο παιδί να μην αναφέρει αυτό το όνομα ποτέ μπροστά μου; Δε θα καταλάβαινε. Τι έφταιγε το μωρό , για τα μπερδέματα των μεγάλων;

Ο Μάρτης έφτασε , φέρνοντας μαζί του και την άνοιξη και στις δέκα του μήνα τα εικοστά πέμπτα γενέθλια μου. Ήταν Σάββατο απόγευμα και είχαμε κανονίσει να βγούμε έξω με την Αγάπη για να την κεράσω. Εδώ και ένα μήνα μου είχε φάει τα αυτιά να πάμε σε ένα καινούριο εστιατόριο που της είχαν πει ότι είχε τέλειο φαγητό, αλλά όλο το απέφευγα. Όταν της είπα ότι θα πηγαίναμε εκεί για φαγητό, ενθουσιάστηκε.
-Ντύσου επίσημα. Είναι κυριλέ κατάσταση μου είπε στο τηλέφωνο.
Έτσι και εγώ ντύθηκα ανάλογα. Είχα αγοράσει ένα μεταξωτό τουρκουάζ φόρεμα, σε ίσια γραμμή, μέχρι το γόνατο και με κοφτά κοντά μανίκια και ένα βαθύ αλλά όχι προκλητικό ντεκολτέ. Το συνδύασα με ένα μαύρο μάλλινο μπολερό και με ψηλές μαύρες δερμάτινες γόβες. Τα μαλλιά μου είχαν μακρύνει ,φτάνοντας κάτω από τους ώμους μου και τα επανέφερα στο φυσικό τους χρώμα. Βάφτηκα λιγάκι πιο επίσημα από το συνηθισμένο μου τονίζοντας τα σκούρα μάτια μου και τα χείλη μου.
Στο εστιατόριο γινόταν πανικός. Μπροστά προχωρούσε η Αγάπη και το στόμα της πήγαινε πολυβόλο.
-Σου λέω εγώ να περιποιέσαι αλλά δε με ακούς. Κοίτα πως έγινες; Άλλος ανθρωπος.Εχεις τόσο ωραία πόδια και τα κρύβεις κάτω από φόρμες και τζιν. Αν είναι δυνατόν.
-Άσε το κήρυγμα και προχώρα. Εδώ μέσα δε πέφτει καρφίτσα. Δε βλέπω να τρώμε της είπα κοιτάζοντας γύρω γύρω ψάχνοντας για ελεύθερο τραπέζι.
-Θα περιμένουμε να αδειάσει τραπέζι. Αμάν έκανα να σε φέρω εδώ να φάμε. Δε θα φύγουμε τώρα. Ακλούθησε με! είπε με πείσμα και εγώ έκανα αυτό που μου είπε.
Σταματά ξαφνικά απότομα μπροστά μου και πέφτω επάνω της. Μέχρι να διαμαρτυρηθώ την ακούω να μιλά σε κάποιους που κάθονταν σε ένα τραπέζι μπροστά της.
-Καλησπέρα κύριε Ιωσήφ. Τι κάνεις;
-Καλησπέρα! άκουσα την γνώριμη φώνη του,μα δε τον έβλεπα γιατί κρυβόμουν πίσω από την φίλη μου. Την στιγμή που η καρδιά μου άρχισε να φτερουγίζει σαν πουλί η Αγάπη με τράβηξε μπροστά με το ζόρι σαν να ήθελε να επιδείξει ένα αξιοθαύμαστο εμπόρευμα.
-Μαριάννα κοίτα ποιος είναι εδώ.
Οι ματιές μας αντάμωσαν σαν τους δυνατούς μαγνήτες. Ήταν κούκλος. Φορούσε ένα μαύρο βαμβακερό πουκάμισο, ξυρισμένος και κουρεμένος. Τα μάτια του έλαμψαν αλλά το πρόσωπο του παρέμενε ανέκφραστο και σοβαρό. Απέστρεψα την μάτια μου και είδα τους υπόλοιπους συνδαιτυμόνες . Απέναντι καθόταν ένας όμορφος γεροδεμένος καστανός άντρας με ένα σκούρο κουστούμι, πάνω κάτω στην ίδια ηλικία με τον Ιωσήφ, αλλά όχι τόσο όμορφος όσο ο Ιωσήφ. Δίπλα στον άντρα μια εμφανίσιμη νεαρή κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά και μελιά μάτια ντυμένη με ένα μαύρο  φόρεμα που τόνιζε το πλούσιο μπούστο της.Μου χαμογέλασε ζεστά και εγώ ανταπέδωσα.
-Ήρθαμε με την Μαριάννα για φαγητό, αλλά δε βρίσκουμε άδειο τραπέζι. Έχει τα γενέθλια της σήμερα και είπαμε  να το γιορτάσουμε.
Ήθελα να την πνίξω την Αγάπη που δεν έβαζε γλώσσα μέσα της.
-Καλησπέρα είπα και προσπάθησα να ακουστεί σταθερή η φωνή μου.
Κοίταζα τους άγνωστους της παρέας και αποφεύγοντας την ματιά του Ιωσήφ που την ένιωθα να με καίει.
-Γιατί δε κάθεστε μαζί μας; Έχει περίσσια τόσα καθίσματα. Άλλωστε δε παραγγέλλαμε ακόμα.
 Πετάχτηκε η νεαρή κοπέλα αυθόρμητα. Οι ματιές και των δυο  αντρών έπεσαν πάνω της ερωτηματικές , αλλά η ίδια δε φάνηκε να πτοείται. Μου χαμογέλασε φιλικά και έδειξε με το χέρι της.Πριν προλάβω να αρνηθώ η Αγάπη με τράβηξε και με έβαλε να καθίσω δίπλα στον Ιωσήφ και εκείνη κάθισε απέναντι δίπλα από την κοπέλα.
-Ευχαριστούμε πολύ για την πρόσκληση. Είμαστε τόση ώρα όρθιες περιμένοντας και μας χτύπησαν τα ψηλά παπούτσια μας. Εγώ είμαι η Αγάπη και η Μαριάννα είναι η κολλητή μου. Είναι συμπεθερικά με τον κύριο Ιωσήφ. Ο αδελφός της Μαριάννας είχε παντρευτεί την αδελφή του κυρίου Ιωσήφ.  φλυαρούσε η Αγάπη εύθυμα προς την νεαρή κοπέλα.
-Εγώ είμαι η Νεφέλη είπε η κοπέλα και με κοίταξε χαμογελαστή.
-Χάρηκα είπα με ένα σφιγμένο χαμόγελο και προσπαθούσα να βγάλω το μπολερό μου χωρίς να ακουμπήσω τον διπλανό μου. Δύσκολο πράγμα.
-Γιωργής Μαρκάκης είπε σοβαρός ο άντρας απέναντι μου.
-Χάρηκα μουρμούρισα ξανά.
 Δε τολμούσα να στρέψω το βλέμμα μου στο πλάι, γιατί αν το έκανα σίγουρα θα λιποθυμούσα. Είδα μόνο τις γροθιές του να σφίγγουν δυνατά ακουμπισμένες πάνω στο τραπέζι.
Έριξα μια φαρμακερή ματιά στη φίλη μου και εκείνη πετάρισε αθώα τις βλεφαρίδες της. Μας έβαλαν λευκό κρασί και παραγγέλλαμε τα πιάτα μας. Οι άντρες όσοι ώρα περιμέναμε το φαγητό, μιλούσαν για δουλειές. Απ’ότι είχε πάρει το αυτί μου ο Μαρκάκης ήταν συνεργάτης του Ιωσήφ και είχε αλυσίδα ξενοδοχείων και ο Ιωσήφ του προμήθευε τρόφιμα . Κάποια στιγμή ο μηρός του ακούμπησε τον δικό μου και τινάχτηκα Αγάπη από την άλλη είχε κάνει ανάκριση τρίτου βαθμού στην Νεφέλη και μέσα σε μισή ώρα είχε μάθει όλο το βιογραφικό της κοπέλας. Σπούδασε στην Θεσσαλονίκη οικονομικά, ήταν μοναχοπαίδι και πέρα από βοηθός του Μαρκακη ήταν και ετεροθαλείς αδέλφια γιατί οι γονείς τους είχαν παντρευτεί πρόσφατα. Αν δεν ήξερα ότι ήταν συγγενείς θα έπαιρνα όρκο ότι είχαν σχέση μεταξύ τους. Ο Μαρκακης της έριχνε συχνά πυκνά φλογερές ματιές που μόνο αδέρφισες δε θα τις χαρακτήριζα. Μπορεί όμως να έκανα και λάθος και να ήταν απλά αδελφικό ενδιαφέρον. Δεν είχα πλέον εμπιστοσύνη στο ένστικτο μου εκείνη τη στιγμή γιατί η δική μου συναισθηματική φόρτιση ήταν στα όρια της έκρηξης.
-Να τα εκατοστίσεις Μαριάννα! Είπε η Νεφέλη.
-Να τα εκατοστίσεις φιλενάδα.
-Πολύχρονη! Είπε και ο Γιωργής.
Από δίπλα μου όμως μουγγαμάρα. Καμία κουβέντα. Καμία ευχή. Ένιωθα σαν να έφαγα γροθιά στο στομάχι και ήθελα να κλάψω. Δεν ήξερα τι με κρατούσε και δεν έφευγα αμέσως.
Σηκώσαμε όλοι τα ποτήρια και αυτός μαζί με τους υπόλοιπους και τσουγγρίσαμε.
-Ευχαριστώ πολύ! Είπα με δυσκολία.
Η βραδιά συνεχίστηκε με μια χαλαρή γυναικεία συζήτηση μεταξύ των τριών μας ,ενώ οι δυο άντρες επέμεναν σταθερά στις επαγγελματικές συζητήσεις. Αλλάξαμε τηλέφωνα με την Νεφέλη και υποσχεθήκαμε να πάμε για καφέ οι τρεις μας σύντομα.
Σηκώθηκα για να πάω στην τουαλέτα και οι ματιές μας συναντήθηκαν μετά από ώρα.
-Που πας; Ρώτησε απότομα με στενεμένα μάτια.
Μου ήρθε αυθόρμητα να πω στον «αγύριστο» αλλά συγκρατήθηκα. Χαμογέλασα ψεύτικα.
-Στην τουαλέτα.
Βγαίνοντας απο την τουαλέτα, βρήκα τον σερβιτόρο και του ζήτησα το λογαριασμό ιδιαιτέρως.
-Διακόσια ενενήντα ευρώ μου είπε και μου ήρθε αποπληξία. Τα πλήρωσα όμως. Δε ήθελα να νιώθω υποχρέωση σε κανέναν. Άλλωστε  εγώ είχα τα γενέθλια μου. Χαλάλι μου!
Όταν έφτασα στο τραπέζι έκανα νόημα στην Αγάπη ότι έπρεπε να φύγουμε.
Και η υπόλοιπη παρέα προς αυτήν την απόφαση έτεινε. Οι άντρες φώναξαν τον σερβιτόρο για τον λογαριασμό. Αλλά η χαρά που πήρα ήταν απερίγραφτη, όταν οι δυο άντρες άκουγαν συνοφρυωμένοι ότι ο λογαριασμός πληρώθηκε από την κυρία και ο σερβιτόρος έδειξε εμένα. Δυο τραυματισμένοι αντρικοί εγωισμοί, συνδυασμένοι από δυο προσβεβλημένες ματιές.
-Μια φορά γίνεται κάποιος είκοσι πέντε. Και έχω κάθε δικαίωμα να το χαρώ είπα με αέρα ντίβας.
Τα κορίτσια χασκογέλασαν με την μαγκιά μου ενώ ο άντρας δίπλα μου ήθελε να βγάλει αφρούς από το στόμα.
Τη στιγμή που σηκωθήκαμε όλοι για να φύγουμε, χτύπησε το κινητό του Ιωσήφ.
-Έλα Μαρία…..ποσο πυρετό; τριάντα εννέα και εννέα! Φώναξες τον παιδίατρο;
Πάγωσα από φόβο και κρεμάστηκα από τα χείλη του.
-Η Ιωάννα; είπα έντρομη και ο Ιωσήφ σήκωσε το χέρι του για να με καθησυχάσει.
-Ποια είναι η Ιωάννα; Άκουσα την Νεφέλη να ρωτά διακριτικά και η Αγάπη ξεκίνησε να της εξηγεί.
-Είναι η ανιψιά του Ιωσήφ και της Μαριάννας. Οι γονείς του παιδιού πέθαναν. Τα σαββατοκύριακα πηγαίνει στο σπίτι του Ιωσήφ ,στους παππούδες της και τις καθημερινές ζει μαζί με την Μαριάννα.
Η Νεφέλη με κοίταξε με συμπόνια.
-Θα την φέρω εγώ είπε ο Ιωσήφ και έκλεισε το κινητό.
-Τι έγινε; Ρώτησα με την ψυχή στο στόμα.
-Έχει πολύ πυρετό. Φώναξαν παιδίατρο και θα όπου να’ ναι θα πάει. Σε ψάχνει. Σήκω φεύγουμε μου είπε κοφτά
-Γιωργή συγγνώμη φίλε, αλλά πρέπει να φύγουμε. Θα πάμε άλλη στιγμή για εκείνο το ποτό που λέγαμε είπε απολογητικά ο Ιωσήφ.
-Ούτε συζήτηση. Θα μιλήσουμε.
-Αγάπη πως θα γυρίσεις; Ρώτησα τη στιγμή που φορούσα όπως όπως το μπολερό μου.
-Θα την πάμε εμείς. Μην στενοχωριέσαι είπε η Νεφέλη
-Ευχαριστώ πολύ. Είπα βιαστική.
-Περαστικά στην ανιψιά σου.
-Φιλιά και από μένα είπε η Αγάπη.

Στο δρόμο έτρεχε σαν τρελός. Σε άλλη περίπτωση θα τσίριζα αλλά τώρα αν μπορούσε να πετάξει κιόλας τσιμουδιά δε θα έβγαζα.
Όση ώρα καθόμουν σιωπηλή στο αυτοκίνητο σκεπτόμουν, τι παράξενο παιχνίδι μου έπαιζε πάλι η ζωή.  Συνάντησα σήμερα, τη μέρα των γενεθλίων μου τον Ιωσήφ όλος τυχαίως στο εστιατόριο που πήγαμε με την Αγάπη. Και πριν καν τελειώσει καλά καλά η βραδιά βρισκόμαστε στο ίδιο αυτοκίνητο, με την ίδια αγωνία και τον ίδιο φόβο για την Ιωάννα, την ανιψιά μας, που συμπτωματικά αρρώστησε την δεδομένη στιγμή.
-Ποιος ξέρει τι σκατά θα κάνεις πάλι; Μουρμούρισα αναστατωμένη
-Ορίστε; Άκουσα τον Ιωσήφ να ρωτά δίπλα μου απορημένος.
-Δε μιλώ σε σένα.
-Μόνη σου μιλάς;
-Όχι μιλάω σε κάποια που έχω προηγούμενα μαζί της. Κοίτα μπροστά σου στο δρόμο και πάτα το γκάζι είπα εκνευρισμένη.
-Μη βάζεις το κακό στο μυαλό σου. Δε είναι τίποτα το σοβαρό.
-Εγώ δε βάζω το κακό στο μυαλό μου. Συνήθως αυτό με βάζει στο δικό του είπα κακιασμένα.
Ένα γελάκι ξέφυγε από τα χείλη του.
-Γιατί γελάς;
-Τώρα κατάλαβα πόσο μου έλειψε το πνεύμα σου είπε και με λοξοκοίταξε.

Οξεία αμυγδαλίτιδα διέγνωσε ο γιατρός και μας έγραψε την κατάλληλη αντιβίωση. Γύρω από το κρεβάτι της στεκόμασταν σαν σωματοφύλακες πέντε άνθρωποι.
-Είδες τον ήλιο σήμερα και πέταξες το μπουφάν. Βλέπεις τώρα ; Αρρώστησες. Της είπε ο παππούς της θέλοντας να κρύψει την αγωνία του πίσω από την αυστηρότητα.
-Αφού είχε ζέστη καλέ παππού. Ίδρωνα με το μπουφάν.
-Αριστείδη άφησε το παιδί τώρα να ξεκουραστεί. Άλλη φορά δε θα το ξανακάνει.
Ξάπλωσα δίπλα της και της κράτησα το χεράκι της που ζεματούσε. Το βλέμμα του Ιωσήφ ταξίδευε μια σε εμένα μια στην Ιωάννα σαν  κάτι να σκεφτόταν.
-Είδες που έκλαιγες και έψαχνες την θεια σου. Ο θειος Ιωσήφ σου την έφερε είπε ο κ. Αριστείδης και για πρώτη φορά τον είδα να μου χαμογελά με κάτι που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω καλοσύνη.

Ο Ιωσήφ με τον κ. Αριστείδη βγήκαν μέσα στη νύχτα να βρουν φαρμακείο για να αγοράσουν την αντιβίωση. Ο πυρετός μετά από λίγη ώρα είχε πέσει και η μικρή κοιμήθηκε σαν πουλάκι.Ολοι πήγαν για ύπνο και εγώ έμεινα κοντά της. Στις δώδεκα της έδωσα την αντιβίωση και κούρνιασα δίπλα της όπως ήμουν με τα ρούχα.

Κάποια στιγμή μέσα στο βαθύ μου ύπνο νιώθω κάποιος να με παίρνει αγκαλιά. Άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου και συνάντησα ένα μειλίχιο χαμόγελο.
-Που με πας; Φώναξα
-Σσσς.Στο κρεβάτι.
-Το μωρό;
-Θα κοιμηθεί η Μαρία μαζί της. Εσύ θα κοιμηθείς στο κρεβάτι σου.
-Σε ποιο κρεβάτι μου; Τσίριξα και άρχισα να τον σπρώχνω μα ήδη είχαμε μπει μέσα στο δικό του δωμάτιο και έκλεινε τη πόρτα πίσω του κλειδώνοντας την.
Με άφησε να πατήσω στο πάτωμα και ένιωθα ζαλισμένη, από τον ύπνο και από αυτά που άκουγα.
-Αυτό εδώ δεν είναι το κρεβάτι μου αλλά το δικό σου.
Άρχισα να χτυπώ την πόρτα και να φωνάζω.
-Μαρία…Μαρια.
Το σαρκαστικό του γέλιο με έκανε να γυρίσω εξοργισμένη. Τον είδα ξαπλωμένο χαλαρά στο κρεβάτι του φορώντας ένα λευκό φανελάκι και μια σκούρα μπλε φόρμα ,να με κοιτάζει παιχνιδιάρικα σαν το διάβολο.
-Τι γελάς σαν τον καθυστερημένο. Άνοιξε μου.
-Πόσο με ανάβει όταν θυμώνεις έτσι. Τρελαίνομαι. Και το φόρεμα σου με τρελαίνει.
-Τρελός είσαι από την ώρα που γεννήθηκες είπα και άρχισα ξανά να βαρώ την πόρτα.
-Θα τους ξυπνήσεις. Σε προειδοποιώ! Και βρες καλή δικαιολογία να πεις στον μπαμπά μου είπε με μια επίπλαστη σοβαρότητα.
Μου γύρισε τα μυαλά. Γύρισα και τον κοίταξα σαν να ήθελα να τον κομματιάσω.
-Δυο φορές προσπάθησα να σου μιλήσω και με απαξίωσες είπα θυμωμένη
-Εσύ με απαξίωσες περισσότερο, στέλνοντας μου τα λεφτά πίσω είπε κουνώντας αυστηρά το δάχτυλο.
-Δε τα θέλω τα κωλολεφτα σου. ΄
-Πρόσεχε το στόμα σου είπε τραγουδιστά τσατίζοντας με πιο πολύ.
-Γι’αυτά σε παντρεύτηκε η πρώην σου. Εμένα δε με νοιάζουν τα λεφτά τσίριξα
-Το ξέρω μωρό μου. Δε θα ξανακάνω το ίδιο λάθος. Σου υπόσχομαι η επόμενη γυναίκα μου να με θέλει για το κορμί μου.
Ήθελα να σκίσω τα ρούχα μου από τα νεύρα μου.
-Μαριααααα!
-Ιωσήφ! Τι συμβαίνει; Ακούω τη φωνή του κ. Αριστείδη πίσω από την κλειστή πόρτα.
-Κύριε Αριστείδη σας παρακαλώ πες τε του να  με αφήσει να φύγω. Με κρατά κλειδωμένη στο δωμάτιο του παρά την θέληση μου στρίγκλισα.
-Ιωσήφ τι λέει; ρώτησε ανήσυχα ο κ. Αριστείδης.
-Τίποτα μπαμπά.
-Γιατί τότε την κρατάς κλειδωμένη; Ρώτησε ξανά.
-Γιατί προσπαθώ να πείσω την μέλλουσα νύφη σου να με παντρευτεί για το κορμί γιατί δε θέλει τα λεφτά μου. Αλλά είναι σκληρό καρύδι. Με βασανίζει μπαμπά. Πες της κάτι.  Είπε σαρκαστικά σαν να ήταν παιδί που ήθελε απεγνωσμένα την βοήθεια του μπαμπά του.
Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα και το σαγόνι μου κρέμασε. Πρώτη φορά στη ζωή μου έχασα στην κυριολεξία την μιλιά μου.
-Χα,χα,χα! Άκουσα το βροντερό γέλιο του γερό- Μακρίδη
Αναρωτιόμουν τι στον διάολο γινόταν εδώ μέσα. Αν ήταν όνειρο ας με ξυπνούσε επιτελούς κάποιος.
-Τότε δείξε της παλικάρι μου τι εστί Μακρίδης. Ξέρεις εσύ!
Παναγία μου ήθελα να κάνω εμετό από τον υπερτροφικό αντρικό εγώ αυτής της οικογένειας.
-Εντάξει μπαμπά. Και τώρα πάρε τη μαμά και πηγαίνετε για ύπνο και μην βγείτε από το δωμάτιο σας μέχρι να ξημερώσει. Ότι και να ακούσετε.
-Ιωσήφ να στείλω αγόρι μου την Δευτέρα για γυάλισμα το δαχτυλίδι που μου έδωσε ο πατέρας σου στους δικούς μας αρραβώνες;
Άκουσα την φωνή της κ. Ανθής και αυτό ήταν και το τελειωτικό χτύπημα για μένα. Ακούμπησα την πλάτη μου στην πόρτα και κύλησα στο πάτωμα αποκαμωμένη.
-Θα δούμε μάνα. Καληνύχτα
-Καληνύχτα αγόρι μου. Να προσέχεις το κορίτσι μας. Με ακούς;
-Θα την προσέχω μάνα!
 Μετά από κάποιες στιγμές σήκωσα το κεφάλι μου και τον είδα να με κοιτάζει πολύ σοβαρός αυτή τη φορά. Σηκώθηκε και ήρθε και γονάτισε μπροστά μου.Με το αντίχειρα του ανασήκωσε το πηγούνι μου για να τον κοιτάξω ευθεία μέσα στα μάτια. Αχ αυτά τα μάτια! Που από την πρώτη στιγμή που τα αντίκρισα με παγίδευσαν.
Σκούπισε τα δάκρυα μου με ευλάβεια.
-Τόσο πολύ σε πλήγωσα καρδιά μου; Ψιθύρισε τόσο τρυφερά που έλιωσα.
-Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δε θα κλάψω ξανά για σένα είπα με παράπονο και ο θυμός μου ένιωθα άρχισε να εξανεμίζεται και τη θέση του να παίρνει μια αβάσταχτη ευαισθησία που με έκανε ευάλωτη. Έρμαιο του έρωτα και της αγάπης μου γι'αυτόν τον άντρα.
-Δε θέλω άλλο να κλάψεις για μένα. Θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Να σβήσω ότι σε έχει πονέσει και να σε κάνω ευτυχισμένη. Θα με αφήσεις;
Ο ψίθυρος του ήταν σαν ένα παρακλητικό κάλεσμα που με τραβούσε κοντά του.
Τα χείλη του ακούμπησαν απαλά και διερευνιτικά πάνω στα δικά μου. Ένα απλό άγγιγμα και έπειτα με κοίταξε ξανά.
-Θα με αφήσεις; Εσύ, εγώ η Ιωάννα μας και τα παιδιά που θα κάνουμε. Ε μωρό μου; Ρώτησε ξανά με αγωνία.
Έγνεψα καταφατικά σαν να ήμουν αιχμάλωτη αυτής της μαγείας που άπλωσε τα δίχτυα της γύρω μου.
-Με αγαπάς Μαριάννα;
-Πολύ! ψέλλισα με όλο το είναι μου.
Και πριν τελειώσω καν την λέξη μου με φιλούσε παθιασμένα σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου.
-Και..εγώ σ’αγαπω…κοριτσάκι μου…μωρό μου έλεγε ανάμεσα στον φλογερό φιλί του.
Μου έβγαλε το φόρεμα και με έβαλε γυμνή στο κρεβάτι του που από εκείνη τη στιγμή και έπειτα έγινε και το δικό μου κρεβάτι. Το κορμί μου έπαιρνε φωτιά όταν ενώνονταν με το δικό του και χανόμασταν και οι δυο στα μονοπάτια του έρωτα μας.
Με είχε στην αγκαλιά του και μου ψιθύριζε γλυκά λόγια. Μου έλεγε πως ήμουν η ζωή του και έτσι ένιωθα και εγώ. Το ξημέρωμα με βρήκε μέσα στην στιβαρή αγκαλιά του να σκέπτομαι ξανά και ξανά ένα πράγμα.
Ότι όλα στη ζωή γίνονται για κάποιο σκοπό. Για κάποιο λόγο. Έπρεπε να διαδραματιστούν μια αλυσίδα γεγονότων πολλά από αυτά ίσως και δραματικά για να γίνει στο τέλος κάτι καλό. Κάτι…. ίσως καλύτερο από τα προηγούμενα!
Αυτό είναι το παιχνίδι της ζωής. Μπορεί να χάνεις μερικές παρτίδες αλλά στο τέλος να παίρνεις την ρεβάνς.


                                                                           ΤΕΛΟΣ

Μήνυμα από την συγγραφέα:

Ένα μεγάλο ευχαριστώ που υποστηρίξατε την ιστορία μου. Ελπίζω να σας ταξίδεψε όπως ταξίδεψε και εμένα όσο την έγραφα. Να γελάσατε, να κλάψατε, να τσατιστήκατε και να νιώσατε πως είναι να είστε ερωτευμένοι. Αν τα νιώσατε όλα αυτά τότε και εγώ νιώθω οτι κάτι κατάφερα. Ακολουθεί ή επόμενη ιστορία μου και σας την αφιερώνω και αυτή με πολύ αγάπη. 
Να είστε όλοι καλά!
Με πολύ αγάπη και θετική ενέργεια

GreekWriter