Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5.9.14

CPR of Love... (Κεφάλαιο 1/Μέρος Α)



Το ξυπνητήρι χτυπά σαν λυσσασμένο απαιτώντας να σηκωθώ. Ανοίγω με δυσκολία τα βλέφαρα και το ενημερώνω πως ξύπνησα. Το σώμα μου παραπονιέται. Χρειάζεται περισσότερο ύπνο, αφού διάβαζα όλη νύχτα. Όπως και την προηγούμενη και την παραπροηγούμενη και κάθε νύχτα τον τελευταίο μήνα. 
Κάποιοι θα έλεγαν πως είναι πολύ νωρίς για να προετοιμάζομαι για τις εξετάσεις ειδικότητας. Μα ποτέ δεν είναι νωρίς όταν στοχεύεις στην τελειότητα. Δυστυχώς, όμως οφείλω να παραδεχτώ πως ο οργανισμός μου έχει καταπονηθεί πολύ και αυτό με κρατάει πίσω στις υποχρεώσεις μου.
Σταματάω έξω από την ανοιχτή πόρτα του Αλέξανδρου, για να επιθεωρήσω την πρόοδό του. Καμία απολύτως. Ο συγκάτοικος μου εξακολουθεί να κοιμάται με το ένα χέρι κάτω από το μαξιλάρι και το άλλο να εξέχει από το κρεβάτι, αγνοώντας το ξυπνητήρι που κοντεύει να ξυπνήσει όλη την πολυκατοικία. Το σταματάω εγώ για λογαριασμό του, ενώ δίπλα στο ενοχλητικό μικρό κατασκεύασμα εντοπίζω ένα σετ μαύρα δαντελωτά γυναικεία εσώρουχα συνοδευμένα από ένα μικρό σημείωμα:

Σ’ ευχαριστώ για την ωραία βραδιά. Ελπίζω να υπάρξουν και επόμενες.

Υ.Γ. Σου αφήνω τα εσώρουχά μου για να μην το ξεχάσεις.

Φιλάκια
Λουίζα

Χαμογελάω αφήνοντας το σημείωμα όπως ακριβώς το βρήκα. Με τον Αλέξανδρο είμαστε φίλοι και συγκάτοικοι από τα χρόνια του πανεπιστημίου και οι φοιτητικές του αταξίες έχουν αφήσει εποχή. Η μοίρα μας έφερε να δουλεύουμε και μαζί, αφού είμαστε ειδικευόμενοι στο ίδιο νοσοκομείο. Οι παλιές συνήθειες όμως δεν κόβονται ακόμη και όταν σώζεις ανθρώπινες ζωές. Ως επιβεβαίωση των σκέψεών μου ο Αλέξανδρος γυρνάει ανάσκελα επιδεικνύοντας τους γυμνούς του μυς. Θα έπρεπε να λέω και ευχαριστώ που φοράει τουλάχιστον εσώρουχο στον ύπνο του.
Πόσο διαφορετικοί είμαστε… Αυτός ψηλός, ξανθός με μπλε μάτια. Είναι η χαρά της ζωής. Πάντα θετικός και αισιόδοξος, με ένα χαμόγελο και μια καλή κουβέντα για όλους. Δεν είναι τυχαίο που κερδίζει γρήγορα τις καρδιές των ανθρώπων σε κάθε επίπεδο. Το ακριβώς αντίθετο από εμένα. Μελαχρινός με κοντό μούσι - που ο φίλος μου επιμένει να ξυρίσω επιτέλους για να πάψω να θυμίζω αγριάνθρωπο – και πράσινα μάτια, που κρύβω πίσω από τα γυαλιά μου. Αν και πλέον προτιμώ τους φακούς επαφής, τουλάχιστον την ώρα της δουλειάς, αφού είναι πιο βολικοί στα χειρουργεία. Ενώ οι καλές μου σχέσεις με τους ανθρώπους που με περιτριγυρίζουν αποδεικνύονται από τον μικρό και στενό φιλικό μου κύκλο, που απαρτίζεται στην ουσία από ένα και μόνο μέλος.
Ναι, είμαι πολύ επιφυλακτικός με τους ανθρώπους και «πολύ γκρινιάρης» όπως μου επαναλαμβάνει συνέχεια ο Αλέξανδρος. Όπως και να έχει ποτέ δεν κατάλαβα πως κολλήσαμε εμείς οι δύο.
Ίσως φταίνε τα κοινά μας ενδιαφέροντα. Μοιραζόμαστε τον ίδιο έρωτα για δύο γυναίκες. «Η ιατρική είναι η κοινή μας σύζυγος και η γυμναστική η ερωμένη μας», είχε πει κάποτε. Αφού παρά τον ελάχιστο χρόνο που μας αφήνει η πρώτη, καταφέρνουμε πάντα να ξεκλέψουμε λίγες ώρες για την δεύτερη.
«Και οι άλλες τι είναι;» Είχα απορήσει.
«Ποιες άλλες;»
«Εκείνες που κουβαλάς στο σπίτι κάθε βράδυ».
«Αυτές είναι το αλατοπίπερο στην σχέση μας. Εξάλλου πόσο πιστός μπορεί να παραμείνει ένας άντρας σε δυο γυναίκες που τον κερατώνουν με τον καλύτερό του φίλο;» Είχε απορήσει κάνοντάς με να ξεφυσήσω απηυδισμένος πάνω από την κήλη που χειρουργούσαμε εκείνη την μέρα.
Μα… αυτός είναι ο Αλέξανδρος…
«Αλέξανδρε. Ξύπνα. Έχει πάει εφτά η ώρα». Τον σκουντάω δυνατά. Είναι ο μόνος τρόπος για να τον ξυπνήσω. Η επόμενη επιλογή είναι παγωμένο νερό. Αλλά λέω να μην το φτάσω από τώρα στα άκρα.
«Κιόλας;» μουρμουρίζει γυρνώντας μου την πλάτη.
«Ναι. Σήκω. Θα αργήσουμε», λέω αυστηρά.
«Σε δύο λεπτάκια». Με το ζόρι ξεχωρίζω τα λόγια του, καθώς έχει το μαξιλάρι στο στόμα.
«Το κάψαμε χθες βλέπω. Ε βέβαια… Πως να πάρεις τα πόδια σου μετά».
«Κέφια πρωί πρωί βλέπω…» Τα αγουροξυπνημένα μπλε του μάτια με καρφώνουν.
«Τι θες να πεις;»
«Το λέω ξεκάθαρα. Δεν υπάρχει λόγος να φέρεσαι σαν κόπανος. Θα μπορούσες να μου πεις και θα κανόνιζα να φέρει η Λουίζα και καμιά φίλη της».
Η διάθεσή μου είναι ήδη χάλια. Δεν χρειάζομαι κάτι παραπάνω για να νευριάσω. Αρπάζω το δεύτερο μαξιλάρι, το οποίο έχει ρίξει στο πάτωμα και το πετάω με δύναμη στα κοιμισμένα του μούτρα.
«Τι μαλάκας που είσαι… Σήκω! Δε θα το ξαναπώ!» Φωνάζω κατευθυνόμενος ήδη προς την κουζίνα.
«Μη δεις έναν άνθρωπο να περνάει καλά! Αμέσως να του το χαλάσεις!»
«Τελείωνε με τις μαλακίες και σήκω!»

Όταν καταφέρνουμε επιτέλους να φτάσουμε στο νοσοκομείο, συγκεντρωνόμαστε με την υπόλοιπη ομάδα για το καθιερωμένο meeting, το οποίο έχει ως θέμα την ενημέρωση για την πορεία των ασθενών και  τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων και των σημερινών χειρουργείων. Έχουμε μαζευτεί όλοι στην αίθουσα περιμένοντας τον κύριο Ιωάννου, διευθυντή του Α τμήματος της γενικής χειρουργικής του νοσοκομείου.
«Άντε να δούμε τι θα δούμε και σήμερα», ψιθυρίζω πικρόχολα.
«Έλα ρε. Όλα καλά θα πάνε», σχολιάζει ο Αλέξανδρος κεφάτος, ως συνήθως.
«Λοιπόν παιδιά, σήμερα έχουμε τα προκαθορισμένα χειρουργεία οπότε…  ο Αλέξανδρος με τον Δημήτρη αναλαμβάνουν το πρώτο χειρουργείο, η Μαρία με την Ιωάννα το δεύτερο και  ο Άγγελος μαζί μου στο τρίτο». Αρχίζει με το καλημέρα σας ο διευθυντής, δίχως να χάσει στιγμή.
«Έλα ρε μαλάκα, πάλι σου ‘φεξε. Πάλι με εμένα θα χειρουργήσεις. Την ιδιοφυία», λέει χαμηλόφωνα ο Αλέξανδρος.
«Παρ’ τα να μη στα χρωστάω παλιοψωνάρα». Του χαρίζω μια γενναιόδωρη χειρονομία, που όμως τραβά την προσοχή του διευθυντή.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα Δημήτρη;»
«Όχι κύριε Ιωάννου. Κανένα απολύτως», απαντώ στραβοκοιτάζοντας τον Αλέξανδρο που κρατιέται να μην αρχίσει να χαζογελάει.
Ο διευθυντής στερεώνει καλύτερα τα γυαλιά που γλιστρούν στην μύτη του, ενώ μας παρατηρεί.
«Εντάξει παιδιά. Είστε ελεύθεροι. Ξεκινάμε το πρόγραμμά μας κανονικά». Επικρατεί ο συνηθισμένος πανικός από καρέκλες που τραβιούνται, όταν ο διευθυντής μας σταματά. «Α! Παραλίγο να το ξεχάσω.  Σήμερα έρχονται οι καινούριοι εκπαιδευόμενοι. Οπότε μόλις ολοκληρώσετε τα χειρουργεία ραντεβού εδώ, για να γνωρίσετε του νέους και να χωριστείτε σε ομάδες».
«Να δω τι θα μας στείλουν πάλι». Μοιράζομαι την ενόχλησή μου μόλις απομονωνόμαστε στο ασανσέρ. Η μέρα δεν δείχνει να έχει προοπτικές βελτίωσης.
«Έλα ρε Δημήτρη! Ξεχνάς μου φαίνεται ότι κάποτε ήσουν και εσύ έτσι». Είναι η απάντησή του Αλέξανδρου.
«Άλλο εμείς».
«Σιγά ρε μεγαλογιατρέ! Και συ ειδικευόμενος είσαι, όπως και εγώ. Απλά λίγο πιο έμπειρος από αυτούς που θα έρθουν».
Η πόρτα για τον πρώτο όροφο ανοίγει, μα μόλις πατώ το πόδι μου στον διάδρομο κάτι πέφτει με δύναμη πάνω μου, χάνω την ισορροπία μου και καταλήγουμε και οι δύο στο πάτωμα. Τα μάτια μου συναντούν μια καστανόξανθη κοπέλα με κάτασπρο πορσελάνινο δέρμα, μικρές αχνές φακιδούλες διάσπαρτες στα μάγουλα και την μικρή της μύτη και μάτια στο χρώμα του μελιού να με κοιτούν με τρόμο.
«Χίλια συγγνώμη! Δεν σας είδα», αναφωνεί όσο πιο απολογητικά μπορεί, ενώ σηκώνεται με βιασύνη από πάνω μου.
«Καλά δεν βλέπεις μπροστά σου;» Φωνάζω θυμωμένος.
«Δημήτρη; Είσαι καλά φίλε;» Ακούω την φωνή του Αλέξανδρου, καθώς σπεύδει να με βοηθήσει.
«Θα ήμουν καλυτέρα αν μερικές δεν περνούσαν το νοσοκομείο για στάδιο!» Του αντιγυρίζω κεραυνοβολώντας έξαλλος την κοπέλα.
Τα μάτια της γουρλώνουν από την έκπληξη. «Σας ζήτησα συγγνώμη. Τι άλλο πρέπει να κάνω δηλαδή; Σας είπα, δεν σας είδα από την βιασύνη μου». Μου απαντά σε έντονο τόνο.
«Να είχατε τα μάτια σας ανοιχτά και να βλέπατε που πηγαίνατε». Απαντώ ειρωνικά.
«Έλα ρε Δημήτρη χαλάρωσε. Σου ζήτησε συγνώμη η κοπέλα. Εντάξει δεσποινίς, δεν έγινε και τίποτα. Μπορείτε να συνεχίσετε το δρόμο σας», λέει εκείνος με καλοσύνη.
Η κοπέλα του δείχνει την ευγνωμοσύνη της με ένα χαμόγελο και χάνεται μέσα στο ασανσέρ πριν το καλέσει κανείς άλλος και της φύγει.
«Να δω τι άλλο θα μου τύχει σήμερα. ΕΛΕΟΣ!» Αγανακτώ.
«Έλα πάμε γιατί έχουμε αργήσει για το χειρουργείο».
Συνεχίζουμε το δρόμο μας βιαστικά. Η  πόρτα των χειρουργείων ανοίγει διάπλατα μόλις πατάμε τον κωδικό και κατευθυνόμαστε γρήγορα στα αποδυτήρια.
«Έλα πες την αλήθεια… Ήταν κούκλα ε;»
«Ποια;» Απορώ φορώντας την χειρουργική στολή.
«Η κοπέλα που σε έβαλε κάτω».
«Μια μικρή απρόσεκτη ήταν. Τίποτα παραπάνω. Και σιγά την κούκλα».
«Δημήτρη μου φαίνεται πρέπει να αλλάξεις τα γυαλιά σου, γιατί δεν βλέπεις καλά». Με κοροϊδεύει.
«Ντύθηκες; Άντε μας περιμένουν». Απαντώ ακόμη εκνευρισμένος.
«Ναι. Πάμε» 


Εβελύνα & Μαρία