Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18.9.14

CPR of Love (Κεφάλαιο 2)



«Τόση ώρα σε σκουντάω. Δεν το σήκωνες το ρημάδι το κεφάλι σου. Ξεροκέφαλε», ακούω τον Αλέξανδρο να λέει χαμηλόφωνα, ενώ εγώ μένω να κοιτάζω σαν ηλίθιος, δίχως καμία δύναμη να αντιδράσω.
«Έλα σου φεξε», με σκουντάει. Αυτήν την φορά με περισσότερη δύναμη για να με επαναφέρει στην πραγματικότητα. «Την όμορφη πήρες. Όχι ότι η δικιά μου δεν είναι κούκλα αλλά…»
«Την θέλεις; Πάρ’την. Τις θες και τις δύο; Χάρισμά σου», τον διακόπτω εκνευρισμένος. «Αν δεν μπορεί να περπατήσει σε έναν επίπεδο διάδρομο δίχως να θέτει σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα των γύρω της δυσκολεύομαι να πιστέψω πως μπορεί να χειρουργήσει».
«Ξεκόλλα ρε. Ατύχημα ήταν. Μια χαρά θα τα πάει η κοπέλα. Θα το δεις», λέει σε χαμηλό τόνο, για να μου υπενθυμίσει να κάνω το ίδιο.
«Θα το δούμε. Σε δικό μου χειρουργείο πάντως δε πρόκειται να μπει. Τουλάχιστον μέχρι να μάθει την χρησιμότητα της όρασης ακόμη και σε στιγμές άγχους. Δηλαδή τι θα λέω στους συγγενείς των ασθενών μου; Συγγνώμη, αλλά η συνάδελφος βιαζόταν να σταματήσει την αιμορραγία του άντρα σας και δεν έβλεπε που έκοβε;»
«Μεγαλογιατρέ με εντυπωσιάζεις. Το χιούμορ σου είναι κρύο, αλλά τουλάχιστον υπάρχει ακόμη».
Του χαρίζω ένα άγριο βλέμμα ως απάντηση.
«Λοιπόν συνάδελφοι ας μην χασομεράμε άλλο. Δουλειά σας είναι να ξεναγήσετε τα νέα παιδιά στους χώρους και να τους κατατοπίσετε σε ότι αφορά το τμήμα και τις εργασίες που εκτελούνται εδώ. Για ότι με χρειαστείτε θα βρίσκομαι στο γραφείο μου», ολοκληρώνει ο διευθυντής και αφού χαιρετήσει και ευχηθεί ακόμη μια φορά στους καινούριους αποχωρεί.
Οι συνάδελφοί μου πλησιάζουν τους μπελάδες για να τους καλωσορίσουν. Ίσως μπορώ να εκμεταλλευτώ την συσσώρευση τους, για να αποχωρήσω πριν με πάρει χαμπάρι αυτή η Ανδρέου-πως-την-λένε.
«Δεν θέλω ντροπές». Με αρπάζει από τους ώμους ο Αλέξανδρος πριν προλάβω καν να κουνηθώ. «Σήκω. Πρέπει να τους ξεναγήσουμε».
Δεν έχω περιθώρια να αρνηθώ. Φροντίζω να μείνω μερικά βήματα πίσω του, καθώς τον ακολουθώ προς την μάζα που αραιώνει σιγά σιγά. Ο φίλος μου χαμογελά θερμά στον άχρηστο μπελά και την κοκκινομάλλα που στέκεται δίπλα της.
«Γεια σας. Αλέξανδρος Ελευθερίου. Μπορείτε να με φωνάζετε Αλέξανδρο». Ποτέ δεν θα καταλάβω πως μπορεί να είναι τόσο ανάλαφρος και φιλικός με άτομα που δεν γνωρίζει.
«Γεια σου Αλέξανδρε. Είμαι η Ανέτα. Και από ότι φαίνεται είμαστε team», του απαντά η κοκκινομάλλα σε ανάλογο ύφος σφίγγοντας το χέρι που της προσφέρει.
«Και πολύ καλό μάλιστα». Της κλείνει παιχνιδιάρικα το μάτι. «Να σας συστήσω τον Δημήτρη. Συνάδελφος και πολύ καλός μου φίλος». Πάντα υπογραμμίζει την καλή μας σχέση όταν με συστήνει σε κάποιον. Ίσως ελπίζει πως αυτό θα κάνει τους άλλους να με συμπαθήσουν για χάρη του.
«Χαίρω πολύ Δημήτρη».
«Χαίρετε», προφέρω δίχως διάθεση.
Η Ανέτα δείχνει αμήχανη για μια στιγμή, μα ανακτά γρήγορα τον ενθουσιασμό της.
«Από εδώ οι φίλοι μου. Ο Ρίτσαρντ, συμφοιτητής από την Αγγλία και η…»
«Εντάξει αρκετό χρόνο χάσαμε. Η ξενάγηση άρχισε. Όποιος ενδιαφέρεται ας ακολουθήσει», την διακόπτω περπατώντας ήδη προς την έξοδο.
«Μην του δίνετε σημασία. Δεν είναι τόσο κακός όσο δείχνει. Απλά σήμερα έχει τα νεύρα του», ακούω τον φίλο μου να με δικαιολογεί.
«Μάλλον τα έχει από κούνια τα νεύρα», αναγνωρίζω την φωνή της κινητής καταστροφής. «By the way, με λένε Έρση. Χάρηκα για την γνωριμία Αλέξανδρε».
«Το εννοώ. Δεν πρόκειται να σε περιμένω», τονίζω με αυστηρότητα σταματώντας ακριβώς μπροστά από το κατώφλι της αίθουσας.
«Ουπς. Τον ξέχασα. Τα λέμε σε λίγο», λέει βιαστικά και μπορώ να διακρίνω τα βήματά της, καθώς σπεύδει να με προφτάσει.
«Μπορείς να μην τρέχεις τόσο πολύ; Δεν σε προ…»
Γυρνάω τόσο απότομα προς το μέρος της, που παραλίγο να πέσει ξανά επάνω μου. Ευτυχώς για εκείνην αυτήν την φορά τόσο τα μάτια όσο και τα αντανακλαστικά της λειτούργησαν στην εντέλεια. Ίσως τελικά να την αφήσω να μπει στο χειρουργείο. Λογικά δεν θα προξενήσει μεγάλη ζημιά αν κοιτάζει από κάποια γωνίτσα.
Το ενοχλημένο μου βλέμμα βυθίζεται στο δικό της, μα εκείνη μου απαντά με ένα χαμόγελό. Βρισκόμαστε τόσο κοντά που μπορώ να διακρίνω το γλυκό μελί χρώμα των ματιών της. Το απαλό ροζοκόκκινο των χειλιών της…
Οοο σύνελθε Δημήτρη. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας τεράστιος μπελάς. Υπενθυμίζω στον εαυτό μου.
«Έχουμε πολλά να σου δείξω και ελάχιστο χρόνο. Οπότε προχώρα. Εδώ είναι νοσοκομείο, όχι παιδική χαρά», λέω και συνεχίζω την διαδρομή μου δίχως να με ενδιαφέρει το αν θα ακολουθήσει.
Θα προτιμούσα να μην το έκανε.
«Στα δεξιά είναι το γραφείο της προϊσταμένης του τμήματος. Ακριβώς απέναντι τα αποδυτήρια του νοσηλευτικού προσωπικού…»
Διασχίζουμε τα δωμάτια των ασθενών. Στο τέλος του διαδρόμου κάνουμε αριστερά σε μια πόρτα και βρισκόμαστε στην εσωτερική σκάλα κίνδυνου, όπου υπάρχει άλλη μια πόρτα.
«Εδώ είναι το δικό μας δωμάτιο». Ανοίγω και μπαίνουμε μέσα. «Εδώ κοιμάται ο εφημερεύων γιατρός του τμήματος. Αφήνουμε όλοι τα πράγματά μας στα ντουλαπάκια. Απορίες;»
«Είσαι πάντα τόσο αγενής ή μόνο σήμερα;»
«Ορίστε;» Σαστίζω. Πρέπει να παράκουσα.
«Αυτό που άκουσες. Είσαι τόσο αγενής που ούτε να συστηθείς δεν έκανες τον κόπο. Το όνομά μου είναι Έρση», μου προσφέρει το χέρι της με την πιο γλυκιά έκφραση του κόσμου ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
«Αυτά για το τμήμα. Το χειρουργείο είναι στον πρώτο. Ο κωδικός της πόρτας είναι 2212. Εκεί θα βρεις τα ανδρικά και γυναικεία αποδυτήρια», την ενημερώνω με απόλυτη ψυχρότητα αφήνοντας ξεκρέμαστη την χειραψία της. Σταματάω μόλις τα δάχτυλα μου τυλίγονται γύρω από το πόμολο.
«Και κάτι ακόμη. Αφού η μοίρα, το κάρμα ή ότι άλλο μας αναγκάζει να δουλέψουμε μαζί φρόντισε να είσαι ένας όσο τόσο δυνατόν λιγότερο απρόσεκτος μπελάς».
Με την άκρη του ματιού μου διακρίνω την σοκαρισμένη και παράλληλα πληγωμένη έκφραση που αποτυπώνεται στο πρόσωπό της. Παρόλα αυτά δε διστάζω. Αποχωρώ οργισμένος δίχως να ρίξω ούτε βλέμμα πίσω.
Περπατάω γρήγορα δίχως να έχω αποφασίσει τον προορισμό μου. Ώσπου από μακριά βλέπω τον Αλέξανδρο να στρίβει στο διάδρομο συνοδευόμενος από την νέα ειδικευόμενη με τα κόκκινα μαλλιά. Την… Ανέτα; Ποιος νοιάζεται;
Ακόμη και από αυτήν την απόσταση μπορώ να διακρίνω το τεράστιο χαμόγελο του φίλου μου, καθώς της μιλά για κάτι που προφανώς η κοπέλα θεωρεί αστείο γιατί πνίγει το γέλιο στην παλάμη της. Επιταχύνω το βήμα και σχεδόν ορμάω μέσα στο γραφείο των ιατρών προκειμένου να βγω από το οπτικό τους πεδίο πριν με εντοπίσουν. Μου φτάνει η κρεβατομουρμούρα του Αλέξανδρου. Δεν χρειάζεται να ακούω και στο νοσοκομείο το κήρυγμα περί ευγένειας, οικειότητας και φλερτ.
Ήμουν πράγματι αγενής με την κοπέλα. Την Έρση. Μα ποια νομίζει πως είναι και τόλμησε να μου μιλήσει έτσι; Αφού πρώτα είχε πέσει επάνω μου! Και στο κάτω κάτω δεν ευθύνομαι εγώ αν εκείνη είναι ανίκανη!
Ο Αλέξανδρος και η Ανέτα περνούν μπροστά από την είσοδο του γραφείου δίχως να κοιτάξουν καν μέσα, απορροφημένοι από την συζήτησή τους. Αποφασίζω να ρίξω μια ματιά στους φακέλους των ασθενών, για να απασχολήσω το μυαλό μου με κάτι χρήσιμο. Δεν περνούν περισσότερα από πέντε λεπτά, όταν αντιλαμβάνομαι την παρουσία της Έρσης. Στέκεται δίπλα στην είσοδο και μοιάζει να ψάχνει τον κατάλληλο τρόπο να μιλήσει. Την αγνοώ επιδεικτικά, ενοχλημένος από την επιμονή της να εμφανίζεται μπροστά μου.
Ευτυχώς αποφασίζει να με απαλλάξει από την παρουσία της και γυρνά να φύγει.
«Έρση παιδί μου, όλα καλά; Πως πήγε η ξενάγηση;» Η φωνή του διευθυντή κάνει το αίμα μου να παγώσει. Αυτό μου έλειπε τώρα!
Σηκώνω το κεφάλι, για να συλλάβω την εικόνα. Η Έρση ακινητοποιημένη μπροστά τη πόρτα τετ α τετ με τον Ιωάννου.
«Πολύ καλά κύριε Ιωάννου. Νομίζω όμως πως θα χρειαστώ λίγο χρόνο μέχρι να προσαρμοστώ», απαντά εκείνη και μπορώ να δω ένα μικρό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη της.
 «Λογικό. Πρώτη μέρα είναι. Θα συνηθίσεις με τον καιρό. Είμαι σίγουρος πως ο κύριος Παλαιολόγου θα σε βοηθήσει σε αυτό».
«Σίγουρα», συμφωνεί εκείνη αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. Δεν χάνει όμως το χαμόγελο και την γλυκύτητα της.
Μα τι κάνει; Με καλύπτει;
«Ο Δημήτρης είναι εξαιρετικός γιατρός. Από τους καλύτερους που πέρασαν ποτέ από το τμήμα μου. Είσαι πολύ τυχερή που θα εργαστείτε μαζί. Έχει πολλά να σου μάθει».
«Πράγματι. Ομολογώ πως νιώθω σαν παιδάκι μπροστά του».
«Όλοι έτσι ήμασταν τις πρώτες μας μέρες στο νοσοκομείο. Θα το ξεπεράσεις με τον καιρό».
«Το ελπίζω. Αν μου επιτρέπεται, όμως πρέπει να πηγαίνω».
«Φυσικά. Να πας στο καλό κορίτσι μου».
«Θα τα πούμε αύριο κύριε», τον χαιρετά και φεύγει χωρίς να δώσει την παραμικρή σημασία σε εμένα που έχω μείνει να την κοιτάζει άναυδος.
«Ω! Δημήτρη... Εδώ είσαι;»


Εβελύνα & Μαρία