Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28.9.14

CPR of Love (Κεφάλαιο 3)



Έρση

Ο Δημήτρης είναι πραγματικά εξαίρετος γιατρός. Αλλά σαν άνθρωπος…  
Πέρασα μιάμιση βδομάδα γεμάτη ένταση και υστερία. Με το παραμικρό μου λάθος να γίνεται θέμα. Όποτε μου αφήνει λίγο χρόνο για να κατέβω στην καφετέρια για διάλλειμα με την Ανέτα, η φίλη μου έχει ήδη πληροφορηθεί κάθε στραβοπάτημα μου με όλες τις λεπτομέρειες από τον Αλέξανδρο, που υπομένει πάντα καρτερικά την γκρίνια του Δημήτρη και για την οποία υπαίτια είμαι εγώ.
Ο Αλέξανδρος δεν παραπονιέται ποτέ. Αντίθετα, όποτε τον βλέπω έχει έναν παρηγορητικό λόγο να πει και μου συνιστά να κάνω υπομονή.
«Έτσι είναι με όλους ο Δημήτρης. Μην το παίρνεις τόσο στα σοβαρά. Νομίζω μάλιστα πως έχει αρχίσει να σε συμπαθεί».
«Εμένα;»
«Ναι. Υπάρχουν πολλές γυναίκες νομίζεις που τον ανέχονται, τέτοιο γαϊδούρι που είναι;» Είχε πει μια μέρα χαρίζοντάς μου ένα από εκείνα τα εκτυφλωτικά του χαμόγελα.
«Δεν τις κατηγορώ. Και δεν νομίζω πως και εγώ θα τον ανεχτώ για πολύ ακόμη».
Πράγματι. Η υπομονή μου έχει ξεπεράσει τα όρια της. Το ίδιο και οι αντοχές μου.
Αμάν αυτός ο άνθρωπος! Το ξέρω πως κάναμε κακή αρχή. Πάρα πολύ κακή αρχή αν αναλογιστεί κανείς πως τον ξάπλωσα στο πάτωμα. Πράγμα που δε θέλω ούτε να θυμάμαι. Αν και μάλλον η σαστισμένη έκφραση που είχαν τα καταπράσινα μάτια του εκείνη την μικρή στιγμή, μέχρι να συνειδητοποιήσει τι συνέβη, ήταν η πιο γλυκιά όψη που έχει πάρει ποτέ μπροστά μου. Ανάθεμα την ώρα και την στιγμή που αποφάσισα να πάρω το ασανσέρ. Από εκείνην την ημέρα η ζωή μου μετατράπηκε σε κόλαση.
Δεν φτάνει που όλη μέρα με βάζει να τρέχω για αιματολογικές, αποτελέσματα εξετάσεων, εφημερίες και ότι άλλο σκεφτεί για να μου στερήσει την χαρά να ξεκουράσω το κορμί μου σε μια καρέκλα, πλέον τον βλέπω και στον ύπνο μου… Ακόμη και εκεί μου βάζει τις φωνές. Έχει γίνει ο εφιάλτης μου! Το πιθανότερο είναι πως από μέρα σε μέρα θα καταρρεύσω…
Ως εδώ! Σήμερα θα πατήσω πόδι. Κατά προτίμηση το δικό του. Συλλογίζομαι την στιγμή που οι πόρτες του ασανσέρ κλείνουν αποκλείοντάς με από τον υπόλοιπο κόσμο που πηγαινοέρχεται στο ισόγειο του νοσοκομείου. Πριν όμως τα δυο μεταλλικά φύλλα προλάβουν να ενωθούν κάποιος πατά το εξωτερικό κουμπί και ανοίγουν ξανά.
Χρειάζομαι μόλις μερικά δευτερόλεπτα για να ξεπεράσω το σοκ. Συναντώ τα μάτια του Δημήτρη και παρότι δεν δείχνει θυμωμένος ή κάτι παρόμοιο εγώ νιώθω την ανάγκη να μαζευτώ σε μια γωνιά και να εξαφανιστώ από προσώπου γης. Στο μεταξύ εκείνος παίρνει θέση στην άλλη άκρη του μικρού χώρου, αφού ελέγξει με ένα βλέμμα πως έχω πατήσει το κουμπί του σωστού ορόφου.
Ο ανελκυστήρας κινείται προς τα επάνω.
«Καλημέρα», λέω χαμογελώντας με κέφι. Που το βρίσκω δεν ξέρω…
«Καλημέρα», απαντά ξερά συνεχίζοντας να κοιτάζει μπροστά του.
Εντάξει. Ως εδώ ήταν!
«Ξέρεις κάτι; Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση! Δεν ξέρω τι σου έχω κάνει, γιατί πραγματικά δεν μπορώ να πιστέψω πως με μισείς τόσο πολύ μόνο και μόνο επειδή έπεσα επάνω σου. Δουλεύουμε μαζί μιάμιση βδομάδα και με το ζόρι μου μιλάς. Σε περίπτωση που δεν το έχεις προσέξει είμαι εδώ για να μάθω όχι να κάνω τις αγγαρείες σου. Αν δεν με γουστάρεις δικαίωμά σου. Αλλά αφού το κάρμα, η μοίρα ή ότι άλλο, όπως είπες και εσύ, μας αναγκάζει να δουλέψουμε μαζί οφείλουμε και οι δύο να συμβιβαστούμε και να κρατήσουμε τις προσωπικές μας γνώμες έξω από τον επαγγελματικό χώρο. Απέδειξα νομίζω πως δεν είμαι κινητή καταστροφή όπως πίστευες και κάνω ότι μπορώ για να μην επεμβαίνω στην δουλειά σου. Η συμπεριφορά σου όμως το μόνο που καταφέρνει είναι να με αγχώνει περισσότερο και αντί να γίνομαι καλύτερη χειροτερεύω. Για αυτό αν δεν σου κάνει κόπο προσπάθησε να χαλαρώσεις και να μην είσαι τόσο σφιχτόκωλος!» Ουρλιάζω τις τελευταίες λέξεις στο σαστισμένο πρόσωπό του, ακριβώς την στιγμή που οι πόρτες ανοίγουν και με γρήγορα βήματα εγκαταλείπω το χώρο που μυρίζει μπαρούτι.
Δεν περιμένω να ακούσω την απάντησή του. Ειλικρινά δεν θέλω να την ακούσω, αφού το μόνο σίγουρο είναι πως θα τσακωθούμε. Καλύτερα να δώσω το χρόνο και στους δυο μας για να καταλαγιάσουμε τον εκνευρισμό μας, να σκεφτούμε αυτά που  μόλις είπα και να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με ψυχραιμία.
Πως μπόρεσα να του μιλήσω έτσι! Ουρλιάζω σπαραχτικά από μέσα μου. Όχι πως δεν του άξιζε, αλλά… Θα με σφάξει!

Αλλάζω όσο πιο γρήγορα μπορώ και σπεύδω στο γραφείο της προϊσταμένης για να αποφύγω να συναντηθώ μαζί του. Καλύτερα να το καθυστερήσω όσο γίνεται.
«Καλημέρα», χαιρετώ με προσποιητό ενθουσιασμό.
«Καλημέρα Έρση», απαντά η προϊσταμένη. «Σου έχω ευχάριστα νέα».
«Αλήθεια;» Παγώνω αιφνιδιασμένη. «Μην μου πείτε πως…»
«Ναι. Σήμερα είναι το πρώτο σου χειρουργείο».
Είμαι έτοιμη να ουρλιάξω από την χαρά μου. Αλλά καταφέρνω να συγκρατηθώ. Είμαι βέβαιη όμως πως το πρόσωπό μου λάμπει από αληθινό πλέον ενθουσιασμό.
«Τι; Πότε; Που; Με ποιον;»
«Χαλάρωσε κορίτσι μου. Ένα ένα». Χαμογελάει καλοκάγαθα με την αντίδρασή μου.
«Μια απλή κήλη είναι. Εύκολο. Σε μισή ώρα στην αίθουσα τρία. Θα είσαι βοηθός του Δημήτρη».
«Τι;» Και ο ενθουσιασμός εξατμίζεται…
«Τι έπαθες;»
Ξεφυσάω απογοητευμένη. «Ο κύριος Παλαιολόγου…» Έχει ξεκαθαρίσει πως δεν θέλει να του καταστρέψω κανένα χειρουργείο. «δεν με θεωρεί έτοιμη για να μπω σε χειρουργική αίθουσα. Μόλις το μάθει θα ζητήσει κάποιον άλλον βοηθό. Οπότε, μάλλον θα πρέπει να περιμένω μερικές μέρες ακόμη».
«Αν αυτό είναι το μόνο σου πρόβλημα τότε δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς. Ο κύριος Παλαιολόγου προφανώς άλλαξε γνώμη, διότι ο ίδιος ήρθε εχθές και μου ζήτησε να κανονίσω να χειρουργήσεις μαζί του».
«Τι; Είστε σίγουρη;» Τραυλίζω. Δεν μπορεί… Κάποιο λάθος θα έγινε…
«Σιγουρότατη. Μάλιστα εγώ ήμουν εκείνη που εξέφρασε τις επιφυλάξεις της. Αλλά ο Δημήτρης μίλησε με τα καλύτερα λόγια για την πρόοδο και τις ικανότητές σου».
Δεν ξέρω τι να πω. Κάποιος μου κάνει πλάκα. Δεν εξηγείται αλλιώς.
«Καταλαβαίνω πως έχεις άγχος, αλλά καλύτερα να βιαστείς. Στον Δημήτρη δεν αρέσει να περιμένει. Άντε πήγαινε». Με προτρέπει όταν δεν κινούμαι.
«Ναι. Ναι. Αμέσως». Τινάζομαι σαν να μου έκαναν ηλεκτροσόκ και τρέχω στον διάδρομο.
Θεέ μου… Τι πήγα και έκανα;

Δεν κατάφερα να μιλήσω με τον Δημήτρη πριν το χειρουργείο, αλλά ούτε και κατά την διάρκειά του. Αυτό με άγχωσε απίστευτα, καθώς δεν ήξερα τι θα αντιμετωπίσω στην αίθουσα, μα ο Δημήτρης ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου. Ήταν τόσο ήρεμος και… πρόθυμος να με διδάξει. Με άφησε να τον βοηθήσω, μου εξηγούσε και την παραμικρή λεπτομέρεια, κάθε κίνηση… Δεν τον έχω ξαναδεί έτσι. Και όσο βρισκόμουν πάνω από το χειρουργικό τραπέζι σχεδόν ξέχασα όσα προηγήθηκαν. Εκείνος όμως όχι…
Αμέσως μόλις τελείωσε εξαφανίστηκε πριν προλάβω να πω κουβέντα και από τότε όλη μέρα αποφεύγει να βρεθεί μόνος μαζί μου. Η βάρδιά μου τελειώνει σε λίγο. Οπότε ή τώρα ή ποτέ, σκέφτομαι. Παίρνω μια βαθειά ανάσα και χτυπάω απαλά την πόρτα.
«Δημήτρη… Μπορώ να μπω;» Ρωτώ διστακτικά ανοίγοντας ελάχιστα την πόρτα.
Για μια στιγμή δεν απαντά και φοβάμαι πως θα με στείλει στον αγύριστο, μα τελικά ακούω την ψυχρή φωνή του να λέει: «Πέρνα».
Κλείνω την πόρτα και κάνω μερικά δειλά βήματα στον χώρο.
«Γεια. Τι κάνεις;» Γεια, τι κάνεις; Σοβαρά Έρση; Αυτό είναι το καλύτερο που σκέφτηκες;
«Θα μπορούσα να είμαι και καλύτερα. Τι θες;» Ο απότομος τόνος του μου κόβει τα πόδια.
«Εεε… εγώ… ήθελα να σου μιλήσω…»
«Να μου μιλήσεις… Έχεις κάποια απορία ιατρικής φύσεως;» Ρωτά δίχως να με κοιτάζει, καθώς τακτοποιεί το ντουλάπι του.
«Ο-όχι. Εγώ… Σχετικά με αυτά που σου είπα το πρωί…
«Θα ήθελες να προσθέσεις κάτι στον μακροσκελή λόγο σου; Προσωπικά τον βρήκα αρκετά σαφή».
«Εγώ… Αυτά που είπα…»
«Όχι Έρση. Αυτήν την φορά εσύ θα ακούσεις εμένα». Με διακόπτει γυρνώντας απότομα προς το μέρος μου για να με κεραυνοβολήσει με το άγριο βλέμμα του. «Μέρες τώρα περιμένω την ευκαιρία για να σου τα πω. Και χαίρομαι που μου την προσέφερες επιτέλους. Προσπάθησα να το παίξω καλός, για να διευκολύνω την κατάσταση καθώς όπως είπες και εσύ, εφόσον δουλεύουμε μαζί είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε κάποιες υποχωρήσεις. Μα η υπομονή μου εξαντλήθηκε».
Πισωπατώ αντανακλαστικά. Υπάρχει κάτι απειλητικό στον αργό και σταθερό τρόπο με τον οποίο με πλησιάζει. Η πλάτη μου ακουμπά τον τοίχο και εκείνος στέκεται ακριβώς μπροστά μου βυθίζοντας το βλέμμα του κατευθείαν μέσα στην άλαλη ψυχή μου.
«Άκουσέ με καλά κοριτσάκι. Θα φροντίσω να αλλάξω συνεργάτη και το καλύτερο που έχεις να κάνεις από εδώ και πέρα είναι να με αποφεύγεις. Έτσι και τολμήσεις να μου ξαναμιλήσεις εμένα με αυτόν τον τρόπο θα σου κάνω την ζωή τόσο δύσκολη, που θα τρέξεις κλαίγοντας πίσω στην μαμά σου. Δεν έχεις ιδέα ποιος είμαι εγώ και που έχεις μπλέξει. Έγινα κατανοητός;» Λέει με τρομακτική ψυχραιμία.
Κουνάω μια φορά το κεφάλι συμφωνώντας, ενώ απανωτά ρίγη διατρέχουν τον σώμα μου.
«Ωραία. Μπορείς να πηγαίνεις. Εκτός και αν έχεις κάτι άλλο να προσθέσεις».
«Εγώ…» Η φωνή μου τρεμουλιάζει υπό την επήρεια των άγριων ματιών του. «Ήθελα απλά να ζητήσω συγγνώμη για όσα είπα». Τα βλέφαρά του στενεύουν, μα δεν απαντά. «Με συγχωρείτε κύριε Παλαιολόγου. Θα φροντίσω να μην σας επιβαρύνω ποτέ ξανά με την παρουσία μου», προσθέτω γρήγορα και γλιστρώ μακριά του, καθώς αισθάνομαι την υγρασία να αυξάνεται στα μάτια μου.
Ανοίγω την πόρτα με την καρδιά μου να χτυπάει έξαλλα μέσα στο στήθος μου και κατεβαίνω σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες έκτακτης ανάγκης, για να απομακρυνθώ το ταχύτερο από κοντά του. Βγαίνω έξω αναζητώντας τον αέρα που μοιάζει να στερεύει από τα πνευμόνια μου.
«Ερσάκι;» Σαστίζω στο άκουσμα της γυναικείας φωνής.
Η Ανέτα και ο Αλέξανδρος βρίσκονται ήδη εδώ…
«Φιλενάδα; Τι χάλια είναι αυτά;» Παρατηρεί αμέσως, πριν προλάβω να στρέψω το πρόσωπο από την άλλη και να εξαφανιστώ.
«Τίποτα. Δεν είναι τίποτα. Συγγνώμη για την ενόχληση, Συνεχίστε», λέω έτοιμη να φύγω, μα η Ανέτα έχει ήδη σπεύσει προς το μέρος μου και με προλαβαίνει πριν κλείσω την πόρτα.
«Έλα εδώ. Τι συνέβη; Λέγε; Εκείνος φταίει; Τι σου έκανε;»
«Τίποτα Ανέτα. Στα αλήθεια δεν…»
«Ως εδώ ήταν. Θα του μιλήσω», επεμβαίνει ο Αλέξανδρος.
«Όχι. Όχι. Να είμαι καλά». Σκουπίζω τα δάκρυα που ρέουν στα μαγουλά μου και παλεύω για να τραβήξω τις άκρες των χειλιών μου σχηματίζοντας ένα μεγάλο χαμόγελο. « Δεν τρέχει τίποτα. Απλά είμαι εξαντλημένη. Θα μου περάσει. Εξάλλου η βάρδιά μου τελείωσε, οπότε καλύτερα να πάω σπίτι να ξαπλώσω λίγο. Θα τα πούμε αύριο…»
Τρέχω στις σκάλες προτού επιχειρήσουν να με σταματήσουν…

……………………………………………………………………………………...

Δημήτρης

Κλειδώνω το ντουλάπι μου, όταν η πόρτα ανοίγει απότομα και κλείνει με δύναμη απαιτώντας την προσοχή μου. Ο Αλέξανδρος στέκεται μπροστά της και από την έκφρασή του καταλαβαίνω πως έχει νεύρα. Πολλά…
«Το ήξερα πως είσαι μαλάκας. Απλά δεν είχα αντιληφθεί την έκταση του μεγαλείου σου».
«Δεν σου έχω πει να μην δοκιμάζεις τα χάπια των ασθενών;»
«Μου κάνεις και χιούμορ μεγαλογιατρέ;»
«Θα μου πεις τι έπαθες;»
«Τι έκανες στην κοπέλα;»
«Της μίλησα όπως της άξιζε», απαντώ κοφτά γυρνώντας από την άλλη.
Ανοίγω ξανά το ντουλάπι μου και προσποιούμαι πως το τακτοποιώ, παρόλο που είναι ήδη έτοιμο. Μόνο και μόνο για να αποφύγω το επικριτικό του ύφος, αλλά και για να μην δει την ένοχη έκφρασή μου. Η εικόνα του πρόσωπου της την στιγμή που της μιλούσα έχει σφηνωθεί στο μυαλό μου. Τα μάτια της… ήταν έτοιμη να κλάψει…
«Δημήτρη σύνελθε! Οκ, είχατε μια άτυχη στιγμή, ίσως και περισσότερες, αλλά αυτός δεν είναι λόγος να τις φέρεσαι έτσι. Ξεκόλλα φίλε. Ξεκόλλα».
Διακρίνω τα βήματά του, καθώς με πλησιάζει και ένα χέρι προσγειώνεται με ορμή πάνω στο ράφι όπου μόλις δίπλωσα με εκνευριστική – ακόμη και για εμένα – επιμέλεια το πουκάμισό μου. Το χέρι αποσύρεται αφήνοντας ένα λευκό χαρτάκι με μια σειρά αριθμούς σημειωμένους με μπλε στυλό.
«Αυτός είναι ο αριθμός της. Ελπίζω να κατάλαβες πως ότι και αν έκανες οφείλεις να ζητήσεις συγγνώμη». Ο τόνος του δεν σηκώνει αντιρρήσεις.
Για μεγαλύτερη έμφαση αποχωρεί βροντώντας ξανά την πόρτα.
Από τα λόγια του Αλέξανδρου φαίνεται πως η Έρση δεν του έχει πει τι συνέβη. Μα πρέπει να την είδε πολύ χάλια για να αντέδρασε έτσι εκείνος. Παίρνω το χαρτάκι στα χέρια μου και κάθομαι στο κρεβάτι γνωρίζοντας πως αυτήν την φορά πράγματι το παρατράβηξα. Βγάζω το κινητό από την τσέπη μου και πληκτρολογώ τον αριθμό της. Διστάζω πριν πραγματοποιήσω την κλήση…
Όχι. Δεν θα ρίξω τα μούτρα μου για εκείνην.
Σβήνω τον αριθμό και κρύβω το κινητό. Είμαι έτοιμος να σκίσω το χαρτάκι, μα τελευταία στιγμή το ξανασκέφτομαι και τελικά το φυλάσσω στο πορτοφόλι μου. Μπορεί να μου χρειαστεί…


Εβελύνα & Μαρία