Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26.10.14

Η Τελετή (Κεφάλαιο 2)



Βήματα βαριά και γρήγορα ακούγονται στον διάδρομο. Κολλάω το αυτί μου πάνω στην πόρτα και προσπαθώ να ακούσω. Ακούω την φωνή του Άντονι, του συμβούλου του βασιλιά- βασίλισσας.
«Πριγκίπισσά μου, σας παρακαλώ περιμένετε. Να σας εξηγήσω!» τον ακούω να λέει με τρεμάμενη φωνή μέσα από ένα βαρύ λαχάνιασμα που τον έχει πιάσει από το τρέξιμο. Η αδερφή μου σταματάει σχεδόν  έξω από την πόρτα μου. Την φαντάζομαι να σφίγγει τι παλάμες της και να δαγκώνει τα χείλη της. Είναι οξύθυμη αλλά έχει μάθει να το ελέγχει. Όπως και εγώ, είναι χειρίστρια και των τεσσάρων στοιχείων και αν ξεσπάσουν τα νεύρα της πολύ δύσκολα κάποιος την σταματάει
«'Έχεις ένα λεπτό να μου πεις έναν καλό λόγο για να γίνει αυτή η τελετή» λέει με χαμηλή αλλά πολύ απειλητική και θυμωμένη φωνή.
«Ε, εγώ κυρία..» τον 'Άντονι τον έχει πιάσει πανικός και τραυλίζει.
«Τελείωνε!» Η Κάσια φωνάζει τόσο επιθετικά που πετάχτηκα. Σίγουρα δεν θα ήθελα να είμαι στην θέση του.
«Πριγκίπισσά μου. Αν δεν γίνει σήμερα η τελετή θα γίνει μια άλλη μέρα. Δεν μπορείτε να το αποφύγετε. Την τελευταία φορά.» τον διακόπτει η Κάσια με θυμωμένη φωνή. Είμαι έτοιμη να πεταχτώ για να την εμποδίσω να του κάνει κακό.
«Ξέρω πολύ καλά τι έγινε την τελευταία φορά!» ακούω τον Άντονι να πέφτει στο πάτωμα αλλά μιλάει κατευθείαν και κατάλαβα ότι έχει πέσει στα γόνατα. Μάλλον η Κάσια θα έχει ανάψει φωτιά στα χέρια της και για αυτό και ο καημένος παρακαλεί.
«Σας παρακαλώ πριγκίπισσά μου, συγγνώμη δεν έπρεπε να το αναφέρω ξανά, αλλά καταλάβετε. Πρέπει η βασίλισσα Τατιάνα να τελειώσει μια και καλή την τελετή. Ο λαός δεν μπορεί άλλο χωρίς ηγέτη». Εκείνη την στιγμή πισωπατώ. Κοιτάζω το ημερολόγιο στη ντουλάπα και βλέπω: 23 Αυγούστου. Η μέρα της στέψης μου.
     Νιώθω τα πόδια μου να παγώνουν από τον αέρα και συνειδητοποιώ ότι προέρχεται από έξω. Οχ, όχι..
«Κάσια!!!!». Ουρλιάζω και πετάγομαι έξω από το δωμάτιο. Την κολλάω στον τοίχο και βάζω το χέρι μου στον λαιμό της για να την ακινητοποιήσω. Ο Άντονι πέφτει κάτω και ξεσπάει σε δυνατό βήχα. «Τρέξε!». Του φωνάζω και αυτός υπακούει κατευθείαν. Τώρα κοιτάζω την Κάσια στα μάτια. Αυτά τα καταγάλανα μάτια. Ακόμα κοπανιέται για να ελευθερωθεί αλλά δεν είναι αρκετά δυνατή. «Κάσι?». λέω τρυφερά χωρίς να την ελευθερώσω από την λαβή μου. Πώς γίνετε κάτι τόσο όμορφο και μικρό να κρύβει μέσα του τόση δύναμη και ενέργεια? Μετά από λίγο τα μάτια της ηρεμούν και γεμίζουν με δάκρια.
«Τατιάνα?» μου λέει με την γλυκιά φωνούλα της και την απελευθερώνω . Πέφτει κάτω και ξεσπάει σε κλάματα.. φρουρά καταφθάνει για να ελέγξουν. Όπως φαίνετε ο Άντονι  τους ειδοποίησε όταν κατάφερε να ανασάνει. Τους κάνω αγριεμένη νόημα να φύγουν και υποχωρούν αστραπιαία.
    Επικεντρώνω πάλι την προσοχή μου στην Κάσια. Παίρνω το πρόσωπό της μέσα στα χέρια μου και με του αντίχειρές  μου σκουπίζω τα βρεγμένα μάγουλα της. Την κοιτάω στα μάτια και της λεω όσο πιο γλυκά μπορώ.
«Είσαι καλά? Τι έγινε?» τότε ξεσπάει σε αναφιλητά και με παίρνει αγκαλιά. Βάζει το πρόσωπό της πάνω στο στήθος μου και με σφίγγει στην πάνω της τόσο πολύ που νομίζω ότι θα μου κόψει το αίμα. Ανταποκρίνομαι για λίγο και την ακουμπώ στους ώμους για να την απομακρύνω και να την κάνω νε με κοιτάξει στα μάτια.
«Κάσι? Τι έγινε?» λέω τώρα φανερά λίγο πιο θυμωμένη.
«Θέλω να πάω να ξαπλώσω.» μου λέει μέσα από τα δόντια της. Την σηκώνω πάνω και την βάζω στο κρεβάτι της. Την φιλώ στο μέτωπο και μου έρχεται μια ιδέα για να την κάνω να νιώσει καλυτέρα. Ίσως τότε αποφασίσει να μου εξηγήσει γιατί τέτοιος σαματάς. Κάνω στροφή και πάω να φύγω.
«Ό,τι θες πάρε με τηλέφωνο. Πάω να πάρω πρωινό. Θα επιστρέψω και σου έχω μια έκπληξη. Προς το παρόν ηρέμισε και ξεκουράσου σε παρακαλώ.» μου χαμογελάει και νεύει θετικά. Βγαίνω από το δωμάτιο και πάω για την «έκπληξη».
     Τρέχω στα μαγειριά και λέω στην μαγείρισσα να φτιάξει την πιο ωραία σοκολατόπιτα που έφτιαξε ποτέ της και ότι σε μία ώρα θα είμαι εκεί για να πάρω ένα μεγάλο καλοστολισμένο κομμάτι. Το αγαπημένο την Κάσιας. Ότι και αν έγινε θα της φτιάξει το κέφι. Τρέχω πάλι να πάω στο δωμάτιό μου που είχα το βιβλίο με την τελετή του βασιλιά-βασίλισσας. Πάω να στρίψω για να μπω στον διάδρομο όπου και οδηγεί στο δωμάτιό μου. Πριν καν το καταλάβω πέφτω πάνω σε έναν σωματώδη άντρα και πέφτω κάτω. Σηκώνομαι και βλέπω τον Μπράντον. Οχ... αυτός μου έλειπε τώρα!

«Καλή μέρα βασίλισσά μου», μου λέει και κάνει κίνηση για να με φιλήσει. Κάνω στην άκρη για να τον αποφύγω και παραλίγο να πέσει κάτω μόλις άνοιξε τα μάτια του και συνειδητοποίησε ότι πάει να φιλήσει τον αέρα. Δεν κρατιέμαι και βάζω τα γέλια. Μου χαμογελάει και μου λέει «Αυτό είναι για εσένα» και μου δίνει ένα μεγάλο άσπρο κουτί.
«Ευχαριστώ αλλά δεν έχω χρόνο για τέτοια τώρα.. Γεια.» λέω και πάω να φύγω. Με σταματά πιάνοντάς με από τον καρπό και μου λέει στενοχωρημένα.
«Μα δεν θα πάρεις το δώρο σου?» με κοιτάζει με αυτά τα γκρι μάτια σαν κουτάβι που με έκανε να αναρωτηθώ, γιατί άραγε δεν κάνω κάτι μαζί του. Είναι ιππότης και γλυκούλης. Παίρνω το κουτί το οποίο ήταν τόσο βαρύ που μου έπεσε από τα χέρια. Το κλοτσάω με το πόδι μου και με λίγη δύναμη αέρα φτάνει έξω από την πόρτα του δωματίου μου. Μου χαμογελάει. Το ωραίο χαμόγελο!
«Καλή μέρα βασίλισσά μου» ακούω τον Ματ να κατευθύνετε προς τα εδώ. Κάνει να με φιλήσει και γίνετε ακριβός η ίδια σκηνή. Άλλο δώρο το ίδιο βαρύ. Με αρκετό αέρα προσγειώνετε πάνω από το κουτί του Μπράντον.
«Τι θες εδώ ρε γελίε?» λέει ο Μπράντον. Πήγα να του βάλω χέρι που μίλησε έτσι αγενές αλλά πετάχτηκε ο Ματ πριν προλάβω καν να το σκεφτώ.
«Εγώ τι θέλω εδώ ή εσύ τι ρε κρετίνε?» μένω ανάμεσα του να τους κοιτάζω να εκσφενδονίζουν βρισιές ο ένας στον άλλον. Ώσπου σταματούν και ο Μπράντον φωνάζει όπως φαίνετε έναν από τους υπηρέτες του.
«Γκαστόν!» ακούγετε η φωνή του σε όλο τον χώρο. Μετά από λίγο ένας λαχανιασμένος νεαρός εμφανίζετε. «Άργησες» του φωνάζει και του δίνει ένα χαστούκι. Από τα μάτια μου πετάγονται φλόγες και είμαι εξοργισμένη με το θέαμα. Κάτι του είπε και ο νέος έκανε να φύγει με το κεφάλι σκυφτό. Α ναι! Τώρα θυμήθηκα γιατί δεν κάνω κάτι μαζί του!!!! Σταματώ τον νεαρό  θυμωμένη.
«Απολύεσαι!»  του λέω  και άθελά μου τον φοβίζω.

«Μα, βασίλισσά μου..» πάει να πει αλλά τον διακόπτω.
«Προσλαμβάνεσαι να δουλέψεις εδώ, για εμένα. Πήγαινε κάτω και ζήτα τον Άντονι. Πες του ότι σε έστειλα εγώ και ότι είπα να σου πει πιες δουλειές έχουμε ανοικτές για να διαλέξεις μια. Όποια θες.» ο Γκαστόν αποχωρεί με ένα χαμόγελο ως τα αυτά. Ποιος ξέρει τι του έχει κάνει αυτό το κάθαρμα! Ο Μπράντον έμεινε με το στόμα του ανοικτό να χάσκει και μόλις έφυγε ο Γκαστόν παραπονέθηκε.
«Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό!» βρυχήθηκε. Λες και θα τον φοβηθώ. Το μόνο που κατάφερε είναι να με εξαγριώσει.
«Α ναι? Μόλις το έκανα» είπα με ένα ιρανικό χαμόγελο στα χείλη. Εκείνη την στιγμή ο Ματ με παίρνει αγκαλιά από τον ώμο και λέει όλο ειρωνεία.
«Και λίγα του έκανες καλή μου!» του περνώ το χέρι του από πάνω μου και το γυρνάω υπολογίζοντας όμως να μην το σπάσω. Μια πνίχτη κραυγή βγήκε από μέσα του..
«Ούτε γλυκιά σου είμαι ούτε τίποτα! Το ίδιο είστε και οι δυο. Με αηδιάζετε» λέω μέσα από τα δόντια μου. Απελευθερώνω το χέρι του. Πάω στο δωμάτιό μου και κλείνω την πόρτα πίσω μου. Ακούω κατευθείαν και τους δυο να μου λένε ταυτόχρονα.
«Το δώρο σου ξέχασες» τι ηλίθιοι!! Έγινε μόλις τώρα ότι έγινε και το μυαλό τους είναι στα δώρα!!! Ανοίγω την πόρτα και βγάζω το χέρι μου από έξω. Βγάζω μια μπάλα φωτιάς και την ρίχνω πάνω στα κουτιά. Κοπανώ την πόρτα πίσω μου και θα ορκιζόμουν ότι τους άκουσα να σβήνουν την φωτιά.
    Τι κάνω τώρα? Τι ήθελα να κάνω? Α. αυτοί οι δύο! Δεν τους μπορώ άλλο! Κτυπάει το τηλέφωνο της υπηρεσίας δωματίου μου και το σηκώνω.
«Παρακαλώ?»
«Βασίλισσα μου η πίτα είναι έτοιμη» λέει η Ντενίζ η μαγείρισσα από την άλλη γραμμή του τηλεφώνου.
«Σε παρακαλώ πολύ στιλ' το πάνω με τον μπάτλερ. Ευχαριστώ»
«Αμέσως» λέει και η γραμμή κλείνει. Ξαπλώνω στο κρεβάτι και αναστενάζω. Δεν χρησιμοποιώ ποτέ την υπηρεσία δωματίου. Το βρίσκω εκμετάλλευση αλλά μερικές φορές είναι χρήσιμη όπως τώρα. Βασικά δεν καταλαβαίνω καν γιατί έχουμε τόσους υπηρέτης.
     Η πόρτα κτυπάει. Δεινώ την άδεια για να περάσουν. Μπαίνει μέσα ενός χαμογελαστός άνθρωπος με ένα τόσο τέλειο κομμάτι πίτα που την λιγουρεύτηκα μέχρι και εγώ. γνωστός μου φαίνετε.
«Γκαστόν!» βάζει το κομμάτι στο τραπέζι και μου γνέφει ευγενικά. «Χαίρομαι που είσαι καλά. Όλα ένταξη με την δουλειά?» του λέω και τότε κάνει κάτι που δεν περίμενα. Γονατίζει και μου φιλάει το χέρι. Με τα μάτια γεμάτα δάκρυα και ένα χαμόγελο με κοιτάζει στα μάτια και μου λέει «ευχαριστώ». Σηκώνεται, κάνει υποκλάση και πάει να φύγει. Σταματά στην πόρτα, γυρνάει  με κοιτάζει και μου λέει» θέλετε τίποτα άλλο μεγαλειοτάτη?». Εγώ μένω να τον κοιτώ με στόμα να χάσκει. Βλεφαρίζω και του απαντώ.
«Ναι. Πήγαινε στην Ντενίζ και πες της να φάει την υπόλοιπη πίτα το προσωπικό και αν περισσέψει να βάλει στην άκρη ένα- δυο κομμάτια για το βράδυ» γνέφει και εξαφανίζετε. Το βράδυ? Α, ναι! Θυμήθηκα τι ήθελα! Το βιβλίο! Μέτα αυτό. Τώρα σειρά έχει η Κάσια.


Voula GK