Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5.10.14

CPR of Love (Κεφάλαιο 4)



Την επόμενη μέρα δεν κάνω πράξη την απειλή μου να ζητήσω άλλο συνεργάτη. Και για να είμαι ειλικρινής, έχω αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της. Η Ανέτα είναι πολύ χαρωπή για τα γούστα μου. Θα είναι σαν να έχω έναν θηλυκό Αλέξανδρο ανά πάσα ώρα και στιγμή δίπλα μου. Εξάλλου εκείνος δεν δείχνει πρόθυμος να την αποχωριστεί. Ο άλλος ειδικευόμενος, ο Τζόναθαν… όχι… Ρίτσαρντ… Αυτός τέλος πάντων! Δεν μου γεμίζει και πολύ το μάτι. Και στο κάτω κάτω έχω αρχίσει να συνηθίζω την Έρση. Να βάλω νέο μπελά στο κεφάλι μου;
Εκείνη όμως μάλλον πιστεύει ότι θα την αντικαταστήσω σύντομα. Βρήκε μια δικαιολογία για να φύγει από το γραφείο αμέσως μόλις έφτασα, δίχως καν να με χαιρετίσει. Αυτό δεν σημαίνει πως μου διέφυγε η έλλειψη ενθουσιασμού, η κουρασμένη όψη του προσώπου της και τα κόκκινα μάτια της. Έμοιαζε σαν να έκλαιγε σε όλη την διαδρομή από το σπίτι της μέχρι το νοσοκομείο. Προσπάθησα να της μιλήσω, για να επανορθώσω για την χθεσινή συμπεριφορά μου, μα αποφεύγει την είσοδο σε χώρους όπου βρίσκομαι ήδη εγώ, ενώ αλλάζει πορεία κάθε φορά που με συναντά στον διάδρομο. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο πολύ την πλήγωσα…
Ο Αλέξανδρος έχει δίκιο, σκέφτομαι ετοιμάζοντας τα προκαθορισμένα αιματολογικά παραπεμπτικά των ασθενών. Είμαι πολύ μαλάκας τελικά…
Αντιλαμβάνομαι μια παρουσία στην είσοδο, μα όταν σηκώνω το βλέμμα ίσα που προλαβαίνω να δω τα καστανά μαλλιά της να ανεμίζουν, καθώς κάνει απότομη στροφή και φεύγει. Διστάζω για μερικά δευτερόλεπτα, μα παρατάω ότι κάνω και τρέχω πίσω της.
«Δημήτρη!» Η φωνή της προϊσταμένης με σταματά μόλις βγαίνω στο διάδρομο. Βρήκε την ώρα!
Στην αντίθετη κατεύθυνση, η Έρση σταματάει μπροστά από το ασανσέρ και πατάει το κουμπί. Ξεφυσάω ηττημένος από το σύμπαν.
«Τι συμβαίνει προϊσταμένη;» Ο τόνος μου είναι πιο απότομος από όσο θα έπρεπε.
«Αναρωτιόμουν…»
Ο διάδρομος είναι τόσο άδειος ώστε ο αμυδρός γδούπος καταφέρνει να φτάσει στα αυτιά μου. Τον αναγνωρίζω υποσυνείδητα. Είναι ο ήχος του σώματος που συγκρούεται με το πάτωμα.
«Όχι γαμώτο!» Μου ξεφεύγει, ενώ τρέχω κοντά στο αναίσθητο σώμα της Έρσης.
Γονατίζω δίπλα της και ενστικτωδώς πιάνω τον καρπό της αναζητώντας παλμό. Ανάθεμά! Είναι πολύ αργός!
«Έρση; Έρση ξύπνα». Δεν αντιδρά.
Γνωρίζοντας πως η προϊσταμένη στέκεται δίπλα μου ζητάω να μου φέρουν ένα φορείο.
«Έρση!» Σε παρακαλώ, ξύπνα. Δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι. Συνεχίζω την παράκληση από μέσα μου.
 Δίχως να το σκεφτώ περισσότερο την σηκώνω στα χέρια μου και την μεταφέρω στο ιατρείο του ορόφου.
«Κωνσταντίνα φέρε έναν N/S 0.9% και εγώ θα της περάσω φλέβα», λέω στην νοσηλεύτρια, που τρέχει αμέσως να φέρει ότι ζητάω.
«Συγγνώμη για αυτό που θα σου κάνω», λέω νιώθοντας άβολα, καθώς της βγάζω την μπλούζα για να την ακροαστώ με το στηθοσκόπιο.
Ο παλμός της εξακολουθεί να είναι χαμηλός.
«Σύνδεσε τον ορό με την φλέβα και άσε να τρέξει πολύ…» Δίνω την εντολή αμέσως μόλις εμφανίζεται η Κωνσταντίνα.
Όταν ολοκληρώνει το έργο της την αφήνω να φύγει, μα εγώ παραμένω στον θάλαμο. Πέντε λεπτά αργότερα η Έρση αρχίζει να συνέρχεται.
«Τι μου συμβαίνει…; Που είμαι;» Αναρωτιέται μπερδεμένη.
«Λιποθύμησες».
Τα μάτια της εστιάζουν στην μορφή μου και ύστερα στο σώμα της.
«Γιατί είμαι γυμνή;» Σαστίζει.
Το ελεύθερο χέρι της προσπαθεί να πιάσει την μπλούζα στην άκρη του κρεβατιού για να καλύψει το στήθος της.
«Βασικός ιατρικός κανόνας της ακροαστικής διαδικασίας». Της υπενθυμίζω με  αυστηρότητα. Το πληγωμένο βλέμμα της θυμίζει σε εμένα πως δεν είναι ώρα για ειρωνείες. «Συγγνώμη. Απλά χρειάστηκε να σε ακροαστώ».
«Μμμ… Να και κάτι που δεν ήξερα για εσένα», σχολιάζει στενεύοντας τα μάτια.
«Δηλαδή;» Απορώ μπερδεμένος.
«Ζητάς συγγνώμη».
«Που και που επιβάλλεται».
«Άσχετα από αυτό, σε ευχαριστώ».
«Προϊσταμένη μετέφερε την Έρση σε ένα μονόκλινο. Θα παραμείνει μέσα  είκοσι τέσσερις ώρες για παρακολούθηση». Ανακοινώνω στην γυναίκα που έρχεται να ελέγξει την υγεία της Έρσης.
Στο άκουσμα του νέου όμως, η ίδια η Έρση αναφωνεί: «Γιατί; Είμαι μια χαρά!»
«Μετά από τα δεκαπέντε λεπτά που βρισκόσουν αναίσθητη θα μου επιτρέψεις να κρίνω εγώ το αν είσαι καλά και το τι θα γίνει».
«Εντάξει Δημήτρη. Θα ετοιμάσω ένα δωμάτιο». Με διαβεβαιώνει η προϊσταμένη.
«Θέλω το μονόκλινο κοντά στο δωμάτιό μας».
«Μήπως γίνεσαι λίγο υπερβολικός;» Αντιτίθεται η Έρση.
«Δε θα το ‘λεγα. Θα παραμείνεις μέσα για είκοσι τέσσερις ώρες, για να κάνεις τις απαραίτητες εξετάσεις και να σιγουρευτώ, εε… να σιγουρευτείς ότι είσαι οκ», μπερδεύω τα λόγια μου.
Αποφασίζω να φύγω πριν πω τίποτα άλλο που δεν πρέπει.
«Α! Και σε ενημερώνω πως σήμερα εφημερεύω εγώ. Οπότε ούτε να το σκέφτεσαι να με παρακούσεις και να σηκωθείς. Θα έχουμε πολύ άσχημα ξεμπερδέματα εμείς οι δύο».
«Πφφ… Μάλιστα μπαμπά», ψελλίζει εκνευρισμένη σταυρώνοντας τα χέρια κάτω από το στήθος της, πιέζοντας την μπλούζα για να το καλύψει. Και ξαφνικά χαμηλώνει ντροπιασμένη το βλέμμα, ενώ τα μάγουλά της βάφονται κόκκινα.
Σχεδόν ορμάω έξω από το ιατρείο προσπαθώντας να διώξω τόσο την εικόνα όσο και την αίσθηση του γυμνού της δέρματος κάτω από τα δάχτυλά μου…



Η πόρτα της είναι ανοιχτή. Μπαίνω με αργά, προσεχτικά βήματα, για να μην την τρομάξω, μα ανακαλύπτω πως κοιμάται ήδη. Θα έπρεπε να φύγω και να περάσω ίσως αργότερα. Αλλά είναι δύσκολο να πάρω το βλέμμα μου από πάνω της. Τα λυτά μαλλιά της χύνονται στο μαξιλάρι και το πρόσωπό της στολίζοντας τις μικρές φακίδες της. Μοιάζει τόσο γλυκιά, τόσο αθώα… αν δεν την ήξερα δεν θα φανταζόμουν ποτέ πως πίσω από αυτά τα σαρκώδη, ζουμερά χείλη κρύβεται μια τόσο προκλητική γλώσσα…
Κουνάω το κεφάλι τινάζοντας μακριά τις σκέψεις μου… Τι με έχει πιάσει; Τελικά ο Αλέξανδρος για άλλη μια φορά έχει δίκιο. Η αποχή από το σεξ βλάπτει. Κάτι πρέπει να κάνω για αυτό.
«Δημήτρη;» Η αγουροξυπνημένη φωνή της με προλαβαίνει προτού απομακρυνθώ. «Θες κάτι;»
«Όχι. Είναι η ώρα που ελέγχω τους ασθενής και έστω για το τυπικό είπα να έρθω να δω πως είσαι. Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω».
«Δεν πειράζει. Έχεις ακόμη πολλούς ασθενής να επισκεφτείς;»
«Όχι. Σε άφησα για το τέλος».
«Χμμ… Τότε τι λέτε γιατρέ; Θα καθίσετε για λίγο μαζί μου;» Μου δείχνει την καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι της.
«Θα ήταν καλύτερα να ξεκουραστείς».
«Μα κοιμόμουν τόση ώρα. Σε παρακαλώ μείνε έστω για λίγο. Όλοι έχουν φύγει. Βαρέθηκα μόνη μου. Και εσύ θα χρειάζεσαι λίγη παρέα».
«Εντάξει. Αλλά για λίγο», υποχωρώ μπροστά στα γλυκά της μάτια και εκείνη χαμογελάει.
Κάθομαι στην καρέκλα και ανταλλάσσουμε αμήχανα βλέμματα. Ακουμπάω τα χέρια μου πάνω στο κρεβάτι, καθώς μπλέκω τα δάχτυλά μου.
«Λοιπόν; Πως νιώθει η ασθενής μας;»
«Πολύ καλά. Ευχαριστώ γιατρέ. Στα αλήθεια… Σε ευχαριστώ πολύ για ότι έκανες για εμένα σήμερα». Το χέρι της αγγίζει τα δικά μου. «Αν και το βρίσκω λίγο υπερβολικό να μείνω μέσα…»
«Δεν κάνει τίποτα. Έκανα ότι θα έκανε κάθε ο γιατρός στην θέση μου. Και… επί τη ευκαιρία… Σχετικά με όσα σου είπα εχθές…»
Η όψη της σκοτεινιάζει. Σκύβει το κεφάλι στερώντας μου το τρυφερό χαμόγελο  και τα μαγευτικά της μάτια, που ξαφνικά γεμίζουν δάκρυα. Νιώθω ένα τεράστιο βάρος να μαζεύεται στο στήθος μου, καθώς εκείνη γυρνά το πρόσωπο από την άλλη για να τα κρύψει. Τα δάχτυλά μου τυλίγονται γύρω από το χέρι της εμποδίζοντας την να το πάρει μακριά μου.
«Σου χρωστάω μια συγγνώμη. Ήμουν θυμωμένος μαζί μου. Μα αυτό δεν δικαιολογεί τον τρόπο που σου μίλησα. Παραφέρθηκα. Μα να ξέρεις πως δεν εννοούσα ούτε λέξη. Δεν έχω μιλήσει σε κανέναν και ούτε πρόκειται. Δεν θέλω άλλη συνεργάτη. Μου αρέσει να δουλεύω μαζί σου».
«Μην το παίζεις καλός επειδή λιποθύμησα. Μια μικρή αδιαθεσία ήταν. Δεν υπάρχει λόγος να αισθάνεται τύψεις. Δεν ευθύνεσαι εσύ. Ας πρόσεχα. Σε παρακαλώ… Σταμάτα να με λυπάσαι».
«Δεν σε λυπάμαι. Το εννοώ. Είσαι η καλύτερη ειδικευόμενη που έχουμε. Ξεπέρασες κατά πολύ τις προσδοκίες που είχα όταν μας ανακοίνωσαν πως θα έρθουν οι νέοι ειδικευόμενοι. Απλά ήμουν πολύ… σφιχτόκωλος για να το παραδεχτώ».
Πρώτα ακούω και μετά βλέπω τα χείλη της που σκάνε σε ένα υπέροχο χαμόγελο. Τα μάτια της είναι ακόμη υγρά, μα μέσα τους υπάρχει μια λάμψη που όμοια της δεν έχω αντικρίσει ποτέ ξανά.
«Σε παρακαλώ μην κλαις». Ασυναίσθητα σφίγγω το χέρι της. «Σου υπόσχομαι πως δεν θα σου ξαναμιλήσω έτσι. Και θα ρίξω λίγο νερό στο κρασί μου».
«Και εγώ υπόσχομαι πως θα σταματήσω να σε λέω σφιχτόκωλο».
Οι άκρες των χειλιών μου τραβιούνται σε μια υπόνοια χαμόγελου.
«Λοιπόν, είναι ώρα να πηγαίνω. Θα τα ξαναπούμε αύριο». Σηκώνομαι απρόθυμα.
«Εντάξει».
«Καληνύχτα και καλή ξεκούραση».
«Καληνύχτα». Μου χαμογελά εκείνη, ενώ βολεύεται στα στρωσίδια της.
«Α! Δημήτρη!» Με φωνάζει μόλις φτάνω στην πόρτα.
«Ναι;»
«Σου πάει να χαμογελάς. Έστω και αυτό το λίγο», λέει παιχνιδιάρικα και γυρίζει πλευρό.



Κατεβάζω μια γερή δόση καφεΐνης, ενώ ο Αλέξανδρος παρακολουθεί κάθε μου κίνηση.
«Σταμάτα να με κοιτάς λες και το έχω σκάσει από το τρελάδικο».
«Σταμάτα να το κάνεις αυτό. Είναι ανατριχιαστικό».
«Ποιο;»
«Αυτό που κάνεις με τα χείλια σου».
«Τι έχουν τα χείλια μου;» Απορώ, ενώ τα εξετάζω δια της αφής.
«Χαμόγελο».
«Είμαι ευδιάθετος. Που είναι το περίεργο;»
«Από πού να ξεκινήσω; Περίεργο νούμερο ένα: Ο Δημήτρης είναι ευδιάθετος. Περίεργο νούμερο δύο: Ο Δημήτρης χαμογελούσε στον καφέ του. Περίεργο νούμερο τρία: Είμαι μισή ώρα μαζί με τον Δημήτρη και ακόμη να με βρίσει…»
«Αϊ στο διάολο ρε μαλάκα! Μην δεις έναν άνθρωπο χαρούμενο αμέσως να του το χαλάσεις!» Φωνάζω αγανακτισμένος και φεύγω την στιγμή που μπαίνει στο γραφείο η Ανέτα χαιρετώντας κεφάτη. Μα δεν μπαίνω στον κόπο να απαντήσω.
Ακολουθώ την διαδρομή που οδηγεί στο δωμάτιό της Έρσης προσπαθώντας να διατηρήσω σταθερό το βήμα μου. Ο εκνευρισμός που μου προκάλεσε ο Αλέξανδρος έχει ήδη υποχωρήσει την στιγμή που ανοίγω την πόρτα της...
Δεν είναι εδώ! Η Έρση λείπει και το δωμάτιο δείχνει ήδη έτοιμο να υποδεχτεί νέο ασθενή… Που είναι γαμώτο; Αφού της είπα να μην κάνει καμιά βλακεία!



«Έϊ εσύ! Ανέτα δεν σε είπαμε;» Πετάω ορμώντας στο γραφείο.
Η κοπέλα σηκώνει αιφνιδιασμένη το βλέμμα από το φάκελο που μελετά και που παραλίγο να της φύγει από τα χέρια μόλις με αντικρίζει.
«Ε; Ναι. Ναι Ανέτα. Τι έγινε; Χρειάζεστε κάτι κύριε Παλαιολόγου;»
«Ξέρεις που είναι η Έρση;» Ρωτάω δίχως περιστροφές.
«Ε; Δεν είναι στο δωμάτιό της;»
«Όχι».
«Τότε κάπου εδώ θα τριγυρνάει», λέει με εκνευριστική ψυχραιμία.
«Τι πάει να πει τριγυρνάει! Την έχεις δει καθόλου σήμερα; Της μίλησες;»
«Όχι. Την πήρα τηλέφωνο καθώς ερχόμουν, σε περίπτωση που ήθελε να της φέρω κάτι, αλλά δεν μου απάντησε».
«Και δεν ανησύχησες;»
«Φαντάστηκα ότι κοιμόταν. Για αυτό και δεν πήγα να την δω ακόμη. Μα που πάτε;»
«Κανένας ασθενής μου δεν εξαφανίζεται αν δεν το πω εγώ! Πες στον Αλέξανδρο να αναλάβει τους υπόλοιπους ασθενής μου μέχρι να την βρω», διατάζω, ενώ αποχωρώ βιαστικά.
Μέσα στο πορτοφόλι μου βρίσκω το χαρτάκι με το τηλέφωνό της. Την καλώ δυο φορές, μα δεν το σηκώνει. Ψάχνω στο νοσοκομείο, αλλά δεν την βρίσκω πουθενά. Υπάρχει μόνο ένα μέρος όπου θα μπορούσε να βρίσκεται, αλλά δεν έχω ιδέα που είναι. Εκτός και αν… Πριν το καταλάβω βρίσκομαι έξω από το γραφείο προσωπικού.



Το κουδούνι έχει πια αναστενάξει κάτω από το δάχτυλό μου όταν η πόρτα επιτέλους ανοίγει.
«Δημήτρη; Τι…»
Την προσπερνώ ορμητικός πριν προλάβει να τελειώσει την φράση της.
«Μα καλά δεν έχεις καθόλου μυαλό!» Πετάω έξαλλος.
Στέκεται μπροστά μου αγουροξυπνημένη φορώντας σατέν νυχτικό σε έντονο ροζ χρώμα με ασορτί ρομπάκι, που καθώς συνέρχεται από την θολούρα του ύπνου συνειδητοποιεί πως το άφησε ανοιχτό και βιάζεται να το δέσει για να καλύψει όσο γίνεται το σώμα της.
«Τι θες εσύ εδώ;» Απορεί αναψοκοκκινισμένη. «Πως έμαθες που μένω;»
«Όποιος ψάχνει βρίσκει. Γιατί έφυγες από το νοσοκομείο έτσι; Έχουμε ανησυχήσει όλοι! Δηλαδή έχουνε!»
«Τηλεφώνησε ο διευθυντής το πρωί, η προϊσταμένη τον ενημέρωσε για την κατάστασή μου και μου έδωσε άδεια. Πως κάνεις έτσι;»
«Πως τόλμησες να φύγεις σε δική μου βάρδια δίχως να κάνεις καν τον κόπο να με ενημερώσεις;» Ανεβάζω τον τόνο οργισμένος πλησιάζοντάς την.
«Δεν θα με άφηνες να φύγω. Μα να σου θυμίσω πως είμαι ενήλικη και μπορώ να αποφασίζω εγώ για εμένα», απαντά γεμάτη ένταση και απομακρύνεται από κοντά μου.
«Δεν είσαι σε θέση να αποφασίζεις για τίποτα!» Την αρπάζω από το μπράτσο για να την εμποδίσω.
«Ακούς τι λες; Άφησέ με! Με πονάς!» Μου αντιγυρίζει αγριεμένη προσπαθώντας να ξεφύγει.
Την τραβάω με δύναμη και πέφτει πάνω μου. Τα βλέμματα μας συναντώνται για μια και μόνο στιγμή. Όμως ο πόλεμος που ξεσπάει μέσα μου την κάνει να μοιάζει με αιώνα. Τα μάτια της με μισούν και ταυτόχρονα με παρακαλούν. Το τρέμουλο στα χείλη της μοιάζει με κάλεσμα στο οποίο είναι αδύνατον να αντισταθώ πια…
Την φιλάω. Την φιλάω με τέτοιο άγριο πάθος που τρομάζει ακόμη και εμένα, καθώς είμαι ανίκανος να το κατευνάσω. Εκείνη ανταποκρίνεται παραδομένη στην κάψα μου, ενώ τα χέρια μου την αιχμαλωτίζουν στερώντας της κάθε δυνατότητα διαφυγής.
Τα χείλη μας χωρίζονται, μα παραμένει δέσμιά μου με τις ξέφρενες ανάσες μας να ενώνονται, καθώς προσπαθούν να ανακτήσουν τον φυσικό τους ρυθμό. Και ξαφνικά συνειδητοποιώ τι σημασία αυτού που μόλις έκανα…
«Συγγνώμη», λέω κοφτά και φεύγω κλείνοντας την πόρτα, προτού προλάβει εκείνη να αντιδράσει.


Εβελύνα & Μαρία