Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

17.10.14

CPR of Love (Κεφάλαιο 5) "18+"



Γυρνάω σπίτι και ορμάω στο δωμάτιο μου διαλύοντας οτιδήποτε πέφτει μπροστά στο μάτι μου.
Τι έκανες ρε ηλίθιε! Την φίλησες; Είσαι σοβαρός!!! Την φίλησες;
Φωνάζω ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι μου. Ότι και αν καταστρέφω το δωμάτιο εξακολουθεί να με πνίγει. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να γλιτώσω από τον ίδιο μου τον αναθεματισμένο εαυτό…
Αρπάζω τα κλειδιά μου και τρέχω πίσω στο αυτοκίνητο για να καταλήξω στην μπάρα ενός παρακμιακού μπαρ, κατεβάζοντας το ένα ποτήρι μετά το άλλο. Έχω αρχίσει να χάνω την αίσθηση του χρόνου, όταν ξαφνικά ένα χέρι χαϊδεύει τον ώμο μου.
«Να σου κάνω παρέα;» Προτείνει η αισθησιακή ξανθιά, ενώ με την στάση της δείχνει πως έχει πάρει ήδη την απάντησή της.
«Και δεν μου κάνεις», απαντώ αδιάφορα γυρνώντας στο ποτό μου.
Γαμώτο τελειώνει και αυτό…
«Πως σε λένε;»
«Δημήτρη».
«Γεια σου Δημήτρη. Εμένα με λένε Έλενα. Χάρηκα πολύ», λέει επιδεικνύοντας τα γυμνά της πόδια, αφού φορά όσο το δυνατόν λιγότερα.
Είναι λίγο πιο κοντή από την  Έρση…
Αναθεματίζω τον εαυτό μου για τις σκέψεις μου.
«Να σε κεράσω κάτι;» Στρέφομαι στα πόδια της Έλενας για να αποσπάσω το μυαλό μου.
«Μμμ… Ότι πίνεις κι εσύ», απαντά προκλητικά.
«Φέρε μας άλλα δύο». Δείχνω το ποτήρι μου στο μπάρμαν.
«Τι λες… Δεν πάμε να πιούμε κάπου πιο… ήσυχα;» Μου ψιθυρίζει ύστερα από λίγο με τα χείλη της να χαϊδεύουν το αυτί μου.
«Πάμε».
Αποδεικνύεται πως η Έλενα μένει δυο στενά πιο κάτω από το μπαράκι. Κάθομαι στον καναπέ, που μαζί με την υπόλοιπη διακόσμηση ακολουθεί το φτηνό της γούστο. Εκείνη επιστρέφει με δύο ποτήρια ουίσκι. Αφήνει το ένα στο χέρι μου και αφού κατεβάσει μερικές γουλιές από το δικό της το εναποθέτει στο τραπεζάκι μπροστά μου και με προκλητικές κινήσεις περνά τα πόδια της δεξιά και αριστερά μου.
Αφήνω στην άκρη το ποτό την στιγμή που τα χείλη της χωρίζουν τα δικά μου. Χουφτώνω τους γλουτούς της απολαμβάνοντας την αίσθηση και ύστερα τραβάω με δύναμη το φόρεμα της, ώσπου βγαίνει. Την φιλάω στο λαιμό και κατεβαίνω προς το στήθος αφαιρώντας της το σουτιέν. Εκείνη αναστενάζει όλο και πιο ηδονικά, καθώς το χέρι μου τρυπώνει στο εσώρουχό της αναγκάζοντάς την να τελειώσει.
Τότε αναλαμβάνει εκείνη. Χείλη και γλώσσα διατρέχουν τον λαιμό μου. Η ανάγκη μου αυξάνεται και την τραβάω από τα μαλλιά ξεσπώντας την ορμή μου, ενώ εκείνη δείχνει να φτιάχνετε. Ξεκουμπώνει με επιδεξιότητα το παντελόνι μου και βάζει μέσα το χέρι της χαϊδεύοντας την στύση μου.
«Μμμ… μου φαίνεται ότι κάποιος χαίρετε εδώ κάτω». Χαμογελά προκλητικά και σκύβει ανάμεσα στα πόδια μου.
Φτάνω γρήγορα στην κορύφωση και αφήνομαι στην πλάτη του καναπέ αναστενάζοντας το όνομά της.
«Έρση…»
«Μωράκι μου το όνομά μου είναι Έλενα… αλλά για εσένα, απόψε θα γίνω η Έρση σου», ψιθυρίζει κοντά στα αυτί μου βγάζοντάς με από την παραζάλη του ποτού και του σεξ.
«Σταμάτα», λέω και την τραβάω από πάνω μου, όπου αφήνει αισθησιακά φιλιά στον λαιμό μου.
«Ρε μωρό μου, τι έπαθες ξαφνικά;»
«Τίποτα δεν έπαθα. Απλά τέλος», απαντώ κοφτά φορώντας ξανά το παντελόνι μου.
«Όπως θες», λέει ξινισμένα. «Μάλλον αυτή η Έρση φταίει. Η γκόμενά σου είναι;»
«Πάψε! Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μιλάς για την Έρση! Δεν την ξέρεις!» Της πετάω έξαλλος και βγαίνω γρήγορα, αν και ελαφρά παραπατώντας από το σπίτι.
«Εσύ χάνεις…» Ακούω την φωνή της Έλενας την στιγμή που κλείνω την πόρτα πίσω μου.
Ο δροσερός αέρας με συνεφέρνει και καταφέρνω να περπατήσω ξανά μέχρι το μπαρ και να εντοπίσω το αμάξι. Βολεύομαι στην θέση του οδηγού και δίνω λίγο χρόνο στο μυαλό μου να συνειδητοποιήσει όλες τις μαλακίες που έχω κάνει.
Στην πραγματικότητα ούτε εγώ ξέρω την Έρση. Αλλά σκοπεύω να το αλλάξω αυτό...


Περνάω την Κυριακή μου κρυμμένος κάτω από τα σκεπάσματα, εξαιτίας ενός τρομερού πονοκέφαλου και του Αλέξανδρου που περιμένει την ευκαιρία να μου τα χώσει για την βραδινή μου κραιπάλη που τον ανάγκασε να έρθει να με πάρει ο ίδιος, αφού δεν ήμουν σε θέση να οδηγήσω. Υποψιάζομαι πως αυτό που τον ενόχλησε περισσότερο είναι που δεν τον πήρα μαζί μου.
Την Δευτέρα στην δουλειά τα πράγματα είναι ήσυχα, μα εγώ κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα περιμένοντας εκείνην να έρθει.
«Βγήκαν οι εξετάσεις της ασθενή σου», λέει ειρωνικά ο Αλέξανδρος κρατώντας τον φάκελο με τα αποτελέσματα της Έρσης. «Μήπως να της τις στείλουμε;»
«Φέρ’ τες εδώ». Τον αρπάζω μέσα από τα χέρια του. «Θα της δω πρώτα εγώ να επιβεβαιώσω πως είναι όλα εντάξει και μετά θα τις στείλω», λέω με αυστηρό επαγγελματισμό.
«Μεγαλογιατρέ, τι έννοια είναι αυτή; Αν δεν ήξερα ότι δεν την χωνεύεις θα έλεγα πως είσαι καψούρης με την ειδικευόμενη». Κλείνει τον ειρωνικό του λόγο φέρνοντας την κούπα στα χείλη του.
«Την φίλησα». Του πετάω ξερά με την προσοχή δήθεν εστιασμένη στις εξετάσεις της Έρσης, ενώ πίσω μου λαμβάνει χώρα το οπτικοακουστικό υπερθέαμα του Αλέξανδρου που πνίγηκε με τον καφέ του.
«Τι έκανες;» Καταφέρνει να ρωτήσει.
Κλείνω τον φάκελο παραδεχόμενος πως δεν μου προσφέρει πλέον κάλυψη. Οπότε αρχίζω να ξεφυλλίζω τους φακέλους που περιμένουν πάνω στο γραφείο, ενώ εξηγω: «Τις προάλλες που έφυγε από το νοσοκομείο χωρίς να μιλήσει σε κανέναν μας… Πήγα σπίτι της γιατί ανησύχησα. Την φίλησα και αμέσως κατάλαβα την μαλακία που έκανα, της ζήτησα συγγνώμη και έφυγα».
«Ώπα ώπα! Για να καταλάβω… Προσπαθείς να μου πεις πως πανικοβλήθηκες που δεν την βρήκες στο νοσοκομείο και επειδή δεν απαντούσε στο τηλέφωνο ρώτησες την διεύθυνση της – στο γραφείο προσωπικού φαντάζομαι, γιατί είσαι πολύ υπερήφανος για να ρώτησες κάποιον από τους φίλους της – πήγες μέχρι το σπίτι της, όρμησες μέσα σαν καψούρης αγροίκος που είσαι, την φίλησες και μετά το έβαλες στα πόδια;»
«Ναι, κάπως έτσι», λέω βήχοντας διακριτικά.
«Συγχαρητήρια. Δεν θα μπορούσες να τα κάνεις χειρότερα», σχολιάζει τραβώντας την καρέκλα για να καθίσει. «Και δεν μπορούμε και να το διορθώσουμε…»
«Γιατί όχι;» Τινάσσω το κεφάλι για να τον αντικρίσω πανικόβλητος.
«Έφυγε».
«Έφυγε; Πότε; Για πού; Είπε τον λόγο;»
«Χαλάρωσε ρε μαλάκα, που σε έχει χτυπήσει ο έρωτας και έχεις χάσει την επαφή με τον κόσμο. Για τις διακοπές των Χριστουγέννων έφυγε. Θα γυρίσει μετά την πρωτοχρονιά. Οπότε κατάλαβες. Εμείς θα δουλέψουμε εκείνες τις μέρες».
«Αλέξανδρε πραγματικά δεν με νοιάζει», αναστενάζω ανακουφισμένος και απογοητευμένος ταυτόχρονα. «Έτσι και αλλιώς δεν έχω τίποτα το ιδιαίτερο να κάνω αυτές τις μέρες. Αν εσύ θες να πας στους δικούς σου ίσως μπορούμε να τα κανονίσουμε…»
«Είσαι σοβαρός; Να σε αφήσω μόνο σου, να γυρίσω  και να σε βρω σε καμιά γωνιά με το μπουκάλι στο χέρι και ένα στιλέτο στην καρδιά;» Το ένα του χέρι καρφώνεται στο κέντρο του στήθους του, ενώ το υπόλοιπο σώμα κρέμεται θεατρικά από την πλάτη της καρέκλας αναπαριστώντας την σκηνή.
«Πολύ μακάβριος είσαι».
«Και εσύ πολύ ηλίθιος. Αλλά τι να κάνουμε! Αφού η μοίρα μου ήταν να μπλέξω μαζί σου θα το υποστώ…»


Οι γιορτές πέρασαν πιο αργά από κάθε άλλη φορά. Μοίραζα το χρόνο μου ανάμεσα στην δουλειά και στο διάβασμα. Ή τουλάχιστον αυτό έλεγα στον Αλέξανδρο ότι έκανα σκυμμένος πάνω από τα βιβλία μου, ενώ το μυαλό μου έτρεχε σε εκείνην. Μάθαινα τα νέα της από τον ίδιο, που με την σειρά του κατάφερνε να ψαρεύει διακριτικά την Ανέτα. Ευτυχώς τόσο η Ανέτα όσο και ο φίλος μου είναι από τους ανθρώπους που απολαμβάνουν τις κοινωνικές επαφές και τις συζητήσεις, οπότε οι πληροφορίες μου ήταν πιο πλούσιες από όσο περίμενα, μα λιγότερο λεπτομερείς από όσα ήθελα, αφού κάθε μέρα, κάθε στιγμή ένιωθα την ανάγκη να ξέρω που είναι και τι κάνει. Παρόλα αυτά αρνιόμουν πεισματικά να ρίξω τον εγωισμό μου και να την πάρω τηλέφωνο. Καταβάθως ντρεπόμουν κιόλας. Μετά τον τρόπο που της φέρθηκα… Αλλά αυτό δυσκολευόμουν να το παραδεχτώ ακόμη και στον ίδιο μου τον εαυτό.
Όταν η άδειά της επιτέλους τελείωσε επιστρέψαμε στο στάδιο όπου με απέφευγε και πριν το καταλάβω βρέθηκα να πραγματοποιώ χειρουργεία πότε με την Ανέτα και πότε με τον Τζόναθαν. Ποτέ με εκείνην, ενώ φρόντισε ακόμη και οι βάρδιές μας να διαφοροποιηθούν, ώστε να με συναντάει όσο το δυνατόν λιγότερο.
Ο νέος χρόνος δεν μπορούσε να έχει μπει πιο στραβά. Και σαν να μην μου έφταναν όλα αυτά, ενώ εγώ είμαι έτοιμος να σφάξω άνθρωπο όλοι γύρω μου εδώ και δυο εβδομάδες είναι ενθουσιασμένοι για την γιορτή κοπής της χριστουγεννιάτικης πίτας. Μια μικρή δεξίωση που πραγματοποιείται κάθε χρόνο τέτοια εποχή σε κάποιο πολυτελές μαγαζί. Από ότι μου είπε ο Αλέξανδρος, φέτος επιλέχτηκε το “Plat Blanc”. Ως ημέρα έχει οριστεί το Σάββατο 19 Ιανουαρίου.  Και το κερασάκι στην τούρτα… Η πρόσκληση απαιτεί επίσημο ένδυμα…
«Δημήτρη πήρα τις προσκλήσεις μας». Μπαίνει στο γραφείο κουνώντας δύο κόκκινους φακέλους.
«Και αναρωτιόμουν τις πήρε δεν τις πήρε. Πως θα έμπαινα να χειρουργήσω με τέτοια αγωνία;» Σχολιάζω αδιάφορα.
«Επιμένεις πως δεν θέλεις να έρθεις;»
«Άσε με μωρέ. Τι να έρθω να κάνω;» Απαντώ εκνευρισμένος, καθώς σηκώνομαι για να πάω να ετοιμαστώ.
«Όπως θες. Θα πρέπει να συνοδεύσω την Ανέτα και την Έρση μόνος μου…»
Τα πόδια μου κάνουν μετωπική στροφή. «Πότε πάμε για το επίσημο ένδυμα είπαμε;»
«Αύριο το απόγευμα είμαστε και οι δύο ελεύθεροι νομίζω και τα μαγαζιά ανοιχτά», λέει εκείνος με χαλαρό ύφος.
«Ωραία. Αύριο. Ε… τα λέμε». Γυρνάω ξανά να φύγω.
«Που ‘σαι Δημήτρη! Όπως πας πάρε και καμιά σόδα».
«Τι να την κάνω;» Στρέφομαι προς το μέρος του γεμάτος απορία.
«Βοηθάει στην χώνεψη».
Εξακολουθώ να τον κοιτάζω δίχως να καταλαβαίνω. «Είπα εγώ πως έχω πρόβλημα στην χώνεψη;»
«Ε, πως. Ολόκληρη λαμαρίνα κατάπιες».
«Άντε γαμήσου ρε μαλάκα». Λέω αγριεμένος.
«Έχεις πιάσει το πνεύμα των γιορτών. Όλο ευχές είσαι…» Τον ακούω να λέει κεφάτος την στιγμή που κλείνω την πόρτα πίσω μου.


Ο Αλέξανδρος χτυπάει ακόμη μια φορά την πόρτα του μπάνιου.
«Τελείωνε επιτέλους! Πόση ώρα θες να φτιάξεις αυτόν το θάμνο! Χειρότερος και από γκόμενα είσαι!»
«Τι θες ρε μαλάκα! Ορίστε έτοιμος είμαι!» Εμφανίζομαι στο άνοιγμα εκνευρισμένος και τα μάτια του γουρλώνουν από το σοκ.
«Τι; Τόσο χάλια;» Αναρωτιέμαι, καθώς αμφιβολίες αρχίζουν να φυτρώνουν για την απόφασή μου.
«Συγγνώμη... γνωριζόμαστε;»
«Άντε χέσου!» Τον προσπερνάω και χώνομαι στο δωμάτιό μου για να ντυθώ.
Σταματάω μπροστά στον καθρέπτη αντικρίζοντας το είδωλο που δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω ως δικό μου.
«Εντάξει Δημήτρη. Τώρα το έκανες. Και δεν είναι τόσο χάλια». Λέω στον εαυτό μου εξετάζοντας το φρεσκοξυρισμένο μου δέρμα.  
Όπως θα έλεγε και ο Αλέξανδρος… Τέρμα ο αγριάνθρωπος.


Εβελύνα & Μαρία