Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30.11.14

Η Τελετή (Κεφάλαιο 4)



Με χτυπάει ο κεραυνός της γης, της φωτιάς, του νερού και του αέρα. Τώρα μένει το πνεύμα και ο τελειωτικός. Μέσα μου φουντώνει η δίψα για δύναμη. Βλέπω την αδερφή μου να με κοιτάζει όλο ανυπομονησία μέσα στο άγχος. Είδη έχω αρχίσει και νιώθω υπερβολικά δυνατή αλλά θέλω κι άλλη ενέργεια. Τι μου συμβαίνει? Σαν να μην μπορώ να ελέγξω τόσο βάρος πάνω μου.
    Έρχεται το πνεύμα, η δύναμη του με κάνει να θέλω να την σκορπίσω παντού. Μια μαύρη παρουσία με περικυκλώνει. Νιώθω θυμό και μόχθο να με κυριεύει. Τα μάτια μου τσούζουν και το κεφάλι μου με πονάει τρομερά. Η Κάσια βάζει τα κλάματα. Γυρνάω και την κοιτάω θυμωμένη. Μα γιατί κλαίει? Θα μας κάνει ρεζίλι. Πώς μπορεί? Τι θα έλεγαν οι γονείς μας άμα την έβλεπαν τώρα έτσι? Φέρεται ανώριμα. Είναι ντροπή για την οικογένεια!
    Βλεφαρίζω λίγο και το βλέμμα μου ηρεμεί. Μα καλά τι σκέπτομαι? Είναι η αδερφή μου ανησυχεί! Τι με έχει πιάσει? Πριν προλάβω να ηρεμίσω ξαναγίνομαι σκληρή και ο θυμός μέσα μου φουντώνει όλο και περισσότερο. Πρέπει να τιμωρηθεί που με απογοητεύει και με εξευτελίζει έτσι. Βγάζω μια μπάλα φωτιάς και την στέλνω πάνω της. Άμεσος παίρνει ολόκληρη φωτιά, αρχίζει και ουρλιάζει και τρέχει ενώ φλέγεται ζωντανή. Κάθομαι ατάραχη στην θέση μου και την παρακολουθώ. Δεν νιώθω τύψεις. Ούτε πόνο. Μόνο μια βαθιά σκοτεινή ευχαρίστηση, ώσπου ένας εκκωφαντικός ήχος με διαπερνάει ολόκληρη. Μου τρυπάει τα τύμπανα.





      Ξυπνάω και είμαι λουσμένη στου ιδρώτα. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Ηρέμισε Τατιάνα. Ένας εφιάλτης ήταν μόνο. Όλα θα πάνε καλά. Αυτός ο ήχος όμως... Καντόν να σταματήσει! Με μια δυνατή κίνηση αέρα το ξυπνητήρι που χτυπά σαν τρελό εκσφενδονίζεται στον τοίχο και σπάει. Ανακάθομαι στο κρεβάτι μου και προσπαθώ να ελέγξω την καρδία και την αναπνοή μου. Μέτα από αρκετή αυτοσυγκέντρωση, ηρεμώ. Πηγαίνω στο μπάνιο και κάνω ένα γρήγορο κρύο ντου. Όταν τελειώνω πάω στον καθρέπτη του μπάνιου και με τα λίγα καλλυντικά που έχω, καθώς δεν το συνηθίζω να βάφομαι, καλλωπίζω το ξεραμένο μου πρόσωπο. Μαζεύω τα Μάλια μου έναν ψιλό επιμελής κότσο και αφήνω μια μπούκλα να πέσει στο πλάι. Ανοίγω την ντουλάπα μου και σκέπτομαι μέχρι και τζιν να βάλω. Μετά όμως ποιος ακούει τον Άντονι? Τελικά κατέληξα σε ένα εφαρμοστό μαύρο φόρεμα με χρυσές ανάγλυφες λεπτομέρειες στο ντεκολτέ και στα πλάγια. Μαύρες μπαλαρίνες και ένα χρυσό κολιέ με το σύμβολό μας. Έναν ρόμβο χωρισμένο σε τέσσερα τετράγωνα. Ένα για το κάθε στοιχείο, και στο κέντρο ένα χρυσό αστέρι.
      
          Κοιτάζομαι στον καθρέπτη. Περνώ βαθιά ανάσα. Σε λίγο, ή όλα ξεκινούν, ή όλα τελειώνουν. Πρέπει να ηρεμίσω. Η μητέρα μου, μου έλεγε ότι αν μπορέσω να συνδυάσω και τα τέσσερα στοιχειά ταυτόχρονα τότε έχω πετύχει την τέλεια αρμονία. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς να το κάνω αυτό. Πώς να χρησιμοποιήσω και τα τέσσερα στοιχεία για να φτιάξω ένα πράγμα? Μήπως δεν είναι πράγμα? Και αν δεν είναι τότε τι ακριβός είναι?
     Κλίνω τα μάτια μου και σκέπτομαι την γη. Μετά τον αέρα, το νερό και τέλος την φωτιά. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω αυτά τα τέσσερα στοιχειά να ερούνται μπροστά μου. Βλεφαρίζω κάπως καθώς το να εμφανιστούν από το πουθενά και χωρίς να τα έχω φέρει εγώ με κάποια κίνηση εδώ είναι θεωρητικά αδύνατον. Μένω λίγο και τα κοιτάζω. Το μόνο που μου ήρθε να κάνω είναι το σύμβολο του κάθε στοιχείου. Κάνω μερικές κουνήσεις και πάνω σχηματίζω έναν μικρό καταρατή που ρέει αδιάκοπος με το νερό. Από κάτω του λίγο ποιο αριστερά μια φλόγα να καίει ομοιόμορφα. Στα δεξιά της έναν μικρό στρόβιλο και κάτω μια πετρά σε σχήμα βουνού. Ασυναίσθητα  πιάνω το κολιέ μου. Έμεινα λίγο στο θέαμα. Αλλά κάτι λείπει. Το αστέρι στο κέντρο! Πώς ακριβός τώρα θα συμβολίσω το πνεύμα? Είναι εδώ και τα τέσσερα στοιχειά χωρίς όμως να συνδέονται μετάξι τους. Το πνεύμα τα συνδέει και αυτό τώρα λείπει.
     Για μισό λεπτό.. Το πνεύμα το έχω εγώ. Μέσα μου. Είμαι το πνεύμα! Εγώ λείπω από εκεί μέσα! Χωρίς δεύτερη σκέψη πετάγομαι από την θέση μου και κάνω να μπω ανάμεσα από τα στοιχειά. Τότε τα στοιχειά φεύγουν χωρίς να τα έχω επηρεάσει εγώ με τις δυνάμεις μου. Αρχίζουν και περιστρέφονται κυκλικά γύρο μου πολύ γρήγορα, χωρίς να μπορώ να δω ξεχωριστά το κάθε ένα. Το μόνο που βλέπω είναι ένας άσπρος κύκλο που το φως του φουντώνει όλο και περισσότερο, ώσπου δεν μπορώ να δω πια τίποτα. Κλίνω τα μάτια μου με τα χέρια μου από το εκτυφλωτικό φως και όταν τα ανοίγω δεν υπάρχει πια τίποτα εδώ. Όλα εξαφανίστηκαν. Είμαι μόνο εγώ. Αλλά είμαι ήρεμη. Νιώθω σιγουριά. Ασφάλεια. Λες και είναι εδώ η μητέρα μου και έγινε ασπίδα για εμένα όπως την τελευταία φορά που την είδα. Χαμογέλασα και ένα δάκρυ έφυγε από τα μάτια μου. Δεν το σκούπισα. Δεν θέλω. Μου αρέσει αυτή η αίσθηση που νιώθω τώρα και δεν θέλω να αλλάξει ποτέ. Το χαμόγελο μου συσπάστηκε και ψέλλισα.

«Ευχαριστώ μητέρα.»

    
            Η πόρτα χτύπησε και με έβγαλε από την όμορφη προσωπική στιγμή μου. Την ανοίγω και είναι η Κάσια με τον Άντονι.
«Βασίλισσα. Είστε έτοιμη?» με ρώτησε ο Άντονι και ένευσα θετικά. Βγήκαμε από το δωμάτιο και προχωράμε δίπλα-δίπλα με την Κάσια και αφήνουμε τον Άντονι να μας οδηγήσει. Αυτή μου έχει γραπώσει το χέρι και την νιώθω όσο πλησιάζουμε στο χώρο όπου θα γίνει η τελετή, τόσο περισσότερο να τρέμει και να με πιέζει.
     Δεν αργήσαμε πολύ και μπήκαμε σε ένα μονοπάτι από χαλίκια. Πάλι καλά που δεν φόρεσα τακουνιά. Η Κάσι από την άλλη προσπαθεί να μείνει όρθια. Την κρατώ γερά. Μετά από μερικές βασανίστηκες στιγμές για την Κάσια, ένας πανέμορφος κήπος με μια πέτρινη εστία στην μέση του κάνει την εμφάνισή του μπροστά μας. Είναι βράδυ και πυρσοί περικυκλώνουν τον «βωμό». Η Κάσια ξέρει ότι τώρα πρέπει να αφήσει το χέρι μου αλλά δεν θέλει. Της δίνω ένα δυνατό φιλί στο κούτελο και της λέω.
«Όλα θα πάνε καλά. Στο υπόσχομαι.» Δεν το περίμενα αλλά ηρέμισε κάπως και πήγε να κάτσει δίπλα στον Μπράντον και τον Ματ.
      Ο Μπράντον είναι κάπου στα είκοσι, σχεδόν δύο χρόνια μεγαλύτερος μου και είναι γιος του στρατηγού. Έτσι μένει πολύ κοντά στο σπίτι μου και έχει άνετα πρόσβαση σε αυτό. Ο Ματ είναι κάπου είκοσι ένα ή είκοσι δύο, δεν θυμάμαι καλά, εκπαιδευόταν από μικρός εδώ για στρατιώτης. Οι γονείς του είναι «υψηλής θέσης» και για αυτό δεν αποχωρίστηκε ποτέ τα λευτά του μπαμπάκα. Με τον Ματ περνάγαμε πολλές ώρες μαζί στο γυμναστήριο και έτυχε μερικές φορές να αναλάβει αυτός την προπόνηση μου.
   
      
            Στέκομαι απέναντι από τον ιερέα μας.
«Είστε έτοιμη?» μου ψελλίζει και εγώ του νεύω θετικά λίγο τρομαγμένη. Μου ρίχνει μια δεύτερη μάτια και ξεκινάει να λέει τα δικά του. Μετά από λίγο με βάζει να πω τους όρκους μου. Ακουμπώ το χέρι μου πάνω στο ιερό βιβλίο και λέω με σηκωμένο το ανάστημα μου:
«Εγώ η Τατιάνα Στρίτον, απόγονος των πρώτων βασιλιάδων, ορκίζομαι αιώνια πίστη και υπηρεσία στον λαό μου.» Η φωτιά δίπλα μου ανάβει σχηματίζοντας σπίθες στον αέρα. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω την αδερφή μου να μαζεύεται. Την έχω συνηθίσει να είναι σκληρή και οξύθυμη. Σήμερα είναι σαν φοβισμένο κουτάβι. Την δικαιολογώ. Στρέφω την προσοχή μου πάλι στον ιερέα που ψέλνει, ανασηκώνοντας το ανάστημα μου για μια ακόμα φορά. Περιμένω την γη να με χτυπήσει για δεύτερη φορά δίνοντας μου την δύναμή της. Δεν αργεί πολύ και σύννεφα κατάμαυρα περικυκλώνουν τον χώρο.
    Ακούω έναν εκκωφαντικό ήχο και κάτι με κτυπάει στο κεφάλι. Η πρώτη αστραπή έφτασε. Γέρνω λίγο και στηρίζομαι πάλι στα πόδια μου, τα όποια νιώθω σαν να έχουν μπει βαθιά μέσα στην κρύα γη. Ακούω φωνές και γυρίζω και βλέπω την αδερφή μου να φωνάζει να σταματήσουν αλλά κανείς δεν την ακούει. Κάποιοι φρουροί την περνούν μακριά. Έρχεται και ο δεύτερος κεραυνός. Είμαι έτοιμη να καταρρεύσω. Νιώθω την καρδιά μου να καίεται. Θέλω να πιω νερό λες και θα την σβήσω. Παίρνω βαθιά ανάσα και πριν προλάβω να ηρεμίσω ο τρίτος κεραυνός με κτυπάει αναγκάζοντάς με να βγάλω μια πνίχτη κραυγή και να γονατίσω. Ο ιδρώτας στα χέρια μου, τον νιώθω σαν να γίνεται πάγος και ένα τρέμουλο με πιάνει. Έρχεται και ο τέταρτος. Νιώθω το κεφάλι μου σαν αν είναι μόνο του μέσα σε έναν τυφώνα και ανακατεύομαι.
     Τα μάτια μου βαραίνουν. Δεν αντέχω άλλο. Είμαι έτοιμη να τα παρατήσω, ώσπου βλέπω μια άσπρη μορφή να έρχεται προς το μέρος μου και να με παίρνει αγκαλιά.
«Δεν μπορείς να τα βάλεις τώρα κάτω. Μείνε δυνατή» ακούω μια ζεστή φωνή, τόσο οικία και γαλήνια.
«Μητέρα?»  λέω και ανοίγω τα μάτια μου. Με όση δύναμη μου έχει μείνει σηκώνομαι όρθια και περιμένω το πνεύμα. Ήρθε. Ο πόνος είναι αβάσταχτος και απλός θέλω να κάνω ένα «ΜΠΑΜ» και να τα διώξω όλα από πάνω μου. Κοιτάζω τον ιερέα. Με κοιτάζει και αυτός φοβισμένος με χέρια τρεμάμενα και περιμένει ένα σινιάλο μου για να συνεχίσει.
«ΤΕΛΕΙΩΝΕ!» ουρλιάζω και συνεχίζει γρήγορα. Λέει τις ευχαριστίες και καλεί τους Θεούς.
                           

                                                                   Μετά.. Σκοτάδι..


Voula  GK