Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18.12.14

Μια στάλα παράδεισος (Κεφάλαιο 1)



Ναθάνιελ

Άνθρωποι.
Γεννιούνται, γερνούν και πεθαίνουν. Αυτός είναι ο κύκλος της ενσώματης ζωής τους. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά αν ο Αδάμ και η Εύα δεν είχαν παρακούσει τις εντολές Του και δεν είχαν φάει τον απαγορευμένο καρπό του κήπου της Εδέμ. Έκαναν όμως την επιλογή τους και τώρα οι απόγονοί τους πληρώνουν το τίμημα.
«Τον χάνουμε», ανακοινώνει ένας από τους γιατρούς. Ο σφυγμός του ασθενούς είναι υπερβολικά χαμηλός.
Άνθρωποι.
Ο φόβος του θανάτου, του άγνωστου τους κάνει να παλεύουν για το αναπόφευκτο. Νομίζουν πως μπορούν να εναντιωθούν στην βούλησή Του. Δεν καταλαβαίνουν πως η ζωή τους στην Γη δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια δοκιμασία της ψυχής τους, από την οποία θα κριθεί αν δικαιούνται να ζήσουν στον παράδεισο κοντά σε Εκείνον.
Το μηχάνημα που μετρά τις ζωτικές λειτουργίες βγάζει έναν εκνευριστικό ήχο, καθώς οι καρδιακοί παλμοί μηδενίζονται. Διακρίνω την αχνή, άυλη μορφή της ψυχής του γέροντα να αποχωρίζεται αργά από το σώμα του…
 Γέννηση. Εξέλιξη. Θάνατος. Κόλαση ή παράδεισος. Τα πράγματα είναι απλά για τους ανθρώπους. Αλίμονο σε εμάς…
 Οι άνθρωποι απομακρύνονται από τον ασθενή και ο γιατρός επιχειρεί ηλεκτροσόκ. Το σώμα του τραντάζεται από το ισχυρό ηλεκτρικό κύμα. Η ψυχή ακινητοποιείται για μια απειροελάχιστη στιγμή, προτού συνεχίσει να εξέρχεται από την επί ογδόντα πέντε χρόνια κατοικία της. 
Πλησιάζω στο χειρουργικό τραπέζι δίχως κανείς να αντιληφθεί την παρουσία μου. Επαναλαμβάνουν άλλες δυο φορές την προσπάθεια, ώσπου γιατροί και νοσηλευτές έρχονται αντιμέτωποι με την σκληρή για εκείνους πραγματικότητα. Ο ασθενής τους είναι νεκρός και δεν υπάρχει πιθανότητα επαναφοράς. Η ψυχή του πλέον έχει αποκοπεί πλήρως από το σώμα. Ήρθε η ώρα.
Κατεβαίνω ακόμη πιο χαμηλά, και περνώ τα χέρια κάτω από τα μπράτσα της άυλης μορφής. Τα φτερά μου χτυπούν απαλά, καθώς ανυψώνομαι μαζί με την ψυχή πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Τα μάτια του ανοίγουν, μα δεν πανικοβάλλεται. Τώρα που το σώμα δεν την κρατά εγκλωβισμένη στον υλικό κόσμο, η ψυχή μπορεί να αναγνωρίσει την παρουσία μου. Το άγγιγμά μου της μεταδίδει μια αίσθηση ασφάλειας που της είναι γνωστή παρότι ποτέ δεν την γνώρισε με τις περιορισμένες αισθήσεις του σώματος.
Περνάμε μέσα από την οροφή και αμέσως βρισκόμαστε περιτριγυρισμένοι από σύννεφα λουσμένα στα χρώματα του λυκόφωτος. Έχουμε πλέον περάσει στην διάσταση των πνευμάτων. Η ψυχή παραδομένη στο χαλαρωτικό ρυθμό των φτερών μου παραμένει ήρεμη, ώσπου ένα ζευγάρι μεγάλα μαύρα φτερά ξεπροβάλει πίσω από ένα σύννεφο. Ομολογώ πως η επίθεση του με βρίσκει απροετοίμαστο και ο δαίμονας καταφέρνει να αρπάξει τον προστατευόμενο μου από το γόνατο. Προσπαθεί να τον τραβήξει προς τα κάτω προκαλώντας του δικαιολογημένη, ως ένα βαθμό, ταραχή.
Ανασηκώνω με δυσπιστία το φρύδι. Ειλικρινά αυτό είναι χάσιμο χρόνου. Ο Ρόμπερτ είναι ελαφρύς σαν πούπουλο. Η ψυχή του είναι αγνή. Εγώ ο ίδιος φρόντιζα για αυτό εδώ και ογδόντα πέντε χρόνια.
«Δεν βαρέθηκες να χάνεις Ντομινίκ;»
«Σκέφτηκα να πω ένα τελευταίο γεια». Χαμογελάει αποκαλύπτοντας έναν μυτερό κυνόδοντα.
Τα χέρια του Ρόμπερτ σηκώνονται πανικόβλητα αναζητώντας με. Ο ρυθμός των φτερών μου δεν είναι αρκετός για να τον ηρεμήσει. Η παρουσία του Ντομινίκ είναι πολύ έντονη.
«Συντόμευε. Έχω και άλλες δουλειές».
«Ω, ναι. Κάτι πήρε το αυτί μου», με ειρωνεύεται. Ως εδώ ήταν.
Χτυπάω με δύναμη τα φτερά μου και παίρνω απότομα ύψος. Ο Ντομινίκ αιφνιδιάζεται. Η ψυχή του Ρόμπερτ δεν του ανήκει για αυτό και ξεγλιστρά εύκολα από τα χέρια του. Πετάω με ταχύτητα προς τα φωτεινά σύννεφα στην κορυφή. Πρέπει να βγω από την ουδέτερη ζώνη προτού με προλάβει ξανά ο δαίμονας.
Μα τι προσπαθεί να πετύχει; Προφανώς θέλει να με νευριάσει.
Δυστυχώς οι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στην αμαρτία. Συνήθως δεν καθορίζεται εύκολα το αν μια ψυχή ανήκει στον παράδεισο ή στην κόλαση. Τότε άγγελοι και δαίμονες είναι αναγκασμένοι να παλέψουν για εκείνην. Ο Ρόμπερτ όμως δεν ανήκει σε αυτήν την περίπτωση. Η πορεία του έχει ήδη καθοριστεί.
Η ψυχή στα χέρια μου έχει επιστρέψει στην πρότερη κατάσταση ηρεμίας. Χαμηλώνω το βλέμμα αναζητώντας τον διώκτη μου. Αιωρείται μερικά μέτρα χαμηλά, αλλά ακόμη μπορώ να διακρίνω το πονηρό χαμόγελό στο χλωμό πρόσωπό του. Έχουμε περάσει στην ζώνη των ουρανών. Οι δαίμονες δεν μπορούν να ανέβουν εδώ πάνω. Εξορίστηκαν την ημέρα που απαρνήθηκαν τον μεγάλο Πατέρα.
«Μην είσαι κότα!» Μου φωνάζει ο Ντομινίκ.
Πότε θα βαρεθούν επιτέλους αυτό το αστείο;
Χτυπάω τα φτερά μου υπογραμμίζοντας την ανωτερότητά μου και συνεχίζω την πορεία μου προς τον παράδεισο. Έχω να παραδώσω μια ψυχή.

*****

Αλλάζω αμέσως κατεύθυνση, μα είναι πολύ αργά.
«Ναθάνιελ!» Αναφωνεί η Αυγή μόλις με βλέπει. Τα απαλά ροζ φτερά της κινούνται χαριτωμένα, καθώς προσποιείται ότι πηδάει από το ένα σύννεφο στο άλλο, σαν να είναι βραχάκια σε λίμνη. Στην πραγματικότητα δεν τα αγγίζει καν. Αν το έκανε απλώς θα περνούσε από μέσα.
Τα βλέμματα των άλλων αγγέλων στρέφονται επάνω μας για μια στιγμή. Όσο χρειάζονται δηλαδή για να αναγνωρίσουν την αιτία του πανικού και να καταλήξουν στο συμπέρασμα πως δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Παρότι νέα για τα δικά μας πρότυπα η Αυγή έχει καταφέρει να γίνει γρήγορα γνωστή σε όλους τους φύλακες αγγέλους, εξαιτίας του ξένοιαστου και παιχνιδιάρικου στυλ της.
Τα μπλε της μάτια εμφανίζονται ακριβώς μπροστά μου. «Ήρθες! Επιτέλους!» Ξεφωνίζει χαρούμενη. «Λοιπόν; Πως τα πήγες; Μην μου πεις! Ξέρω! Το έσκισες το φίδι».
«Ποιο φίδι;»
«Ωω έλα τώρα. Εκείνοι μας λένε κότες και εμείς τους λέμε φίδια. Έτσι πάει. Ξέρεις, για την γλώσσα». Μου βγάζει την γλώσσα της, μα επειδή της είναι αδύνατον να μιμηθεί την φιδίσια κίνηση των δαιμόνων αφήνει ένα μακρόσυρτο «Θθθ».
«Δεν έχουν όλοι οι δαίμονες φιδίσια γλώσσα Αυγή».
«Άκουσα πως ο Ντομινίκ έχει».
«Όχι πια. Ανέβηκε στην ιεραρχία».
Τα φτερά μου χτυπούν τον αιθέρα με περισσότερη δύναμη από όση χρειάζεται. Αναπνέω αργά για να καταλαγιάσω την οργή μου.
«Και πάλι τον νίκησες!» Καταλήγει ενθουσιασμένη.
«Με συγχωρείς, αλλά μόλις επέστρεψα και είμαι πολύ κουρασμένος. Χάρηκα που σε είδα. Θα τα ξαναπούμε κάποια άλλη στιγμή». Τινάζομαι προς τα πάνω δίχως να περιμένω απάντηση.
«Ε, περίμενε! Είναι κάτι ακόμη που πρέπει να σου πω!» Φωνάζει εκείνη μα την αγνοώ. «Ναθάνιελ! Εεε Ναθάνιελ!» Πετάει από πίσω μου.
Αναστενάζω ενοχλημένος και στρέφομαι προς το μέρος της. Αυτό την βρίσκει απροετοίμαστη. Δεν προλαβαίνει να σταματήσει με αποτέλεσμα να πέσει επάνω μου.
«Ωχ. Συγγνώμη. Χίλια συγγνώμη». Αποτραβιέται στρώνοντας τα ολόξανθα μαλλιά της.
«Ήθελες κάτι να μου πεις;» Αναρωτιέμαι αυστηρά.
«Ε; Ναι. Πριν λίγο ήταν εδώ ο Γαβριήλ».
Το σοκ που με διαπερνά θα μπορούσε να συγκριθεί με το ηλεκτροσόκ που έκαναν στον Ρόμπερτ. «Ο ίδιος; Εδώ;»
«Ναι».
«Τον είδες; Μίλησε με κάποιον; Ξέρουμε τι ήθελε; Είναι ακόμη εδώ;» Ρωτώ επιτακτικά αρπάζοντας την από τους ώμους.
«Εεε… Ναι. Ναι. Ναι. Όχι».
«Αυγή! Άσε τα παιχνίδια και μίλα!»
Ο απότομος τόνος μου δείχνει να την τρομάζει. Παρόλα αυτά απαντάει αρκετά ψύχραιμα. «Ήθελε εσένα. Του είπα πως δεν γύρισες ακόμη και έφυγε. Μου έδωσε αυτό».
Από την τσέπη του φορέματός της ξετρυπώνει ένα στρογγυλό ασημένιο μενταγιόν, πάνω στο οποίο απεικονίζεται ένας σταυρός με ένα μεγάλο ρουμπίνι στο κέντρο. Το μυαλό μου θολώνει. Αρπάζω ενστικτωδώς το κόσμημα αιφνιδιάζοντας την με την γρήγορή μου κίνηση. Το εξετάζω από όλες τις πλευρές αναζητώντας κάποιο σημάδι που θα καταρρίπτει τους ισχυρισμούς της, μα δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι αληθινό.

*****

«Γρήγορα ήρθες», σχολιάζει ο αρχάγγελος μόλις προσγειώνομαι τρία μέτρα πίσω του. Είναι ντυμένος με ένα ξεθωριασμένο τζιν και λευκό πουκάμισο που πέφτει ανάλαφρα πάνω στο σώμα του, ενώ τα μακριά καστανόξανθα μαλλιά του χορεύουν στο απαλό αεράκι. Τα μεγάλα λευκά φτερά του χαϊδεύουν το έδαφος και ένα κακόβουλο συναίσθημα ξυπνά μέσα μου. Ζήλια…
Κομπιάζω. «Μου είπαν πως με κάλεσες».
«Πράγματι». Στρέφεται προς το μέρος μου και χαμογελάει με συμπάθεια. «Πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε».
«Σχεδόν μια χιλιετία».
«Έλα κοντά μου». Λέει απλώνοντας το χέρι του για να σταθώ δίπλα του στην άκρη του γκρεμού της ακρόπολης των Αθηνών. «Όλοι οι προστατευόμενοι σου μέχρι τώρα πέρασαν τις πύλες του παραδείσου. Θα έπρεπε να είσαι χαρούμενος για τα κατορθώματα σου».
«Ξέρεις πως έχω ανώτερο στόχο».
«Ανώτερο από την σωτηρία των ψυχών που έπλασε ο Πατέρας όλων;» Αναρωτιέται εκείνος διατηρώντας μια ήπια και πάντα γεμάτη κατανόηση έκφραση.
«Αυτό τον στόχο δεν ήθελες να μου θυμίσεις; Αλλιώς γιατί μου έστειλες το μενταγιόν;»
Χαμογελά καθώς αγναντεύει την θέα της ιστορικής πόλης που απλώνεται από κάτω μας.
«Ήλπιζα πως θα είχες βρει νόημα στην νέα σου θέση. Μα βλέπω πως έκανα λάθος. Κρίμα».
«Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως ήρθες μόνο και μόνο για να ελέγξεις αν έχω βολευτεί».
«Προς τι τόση εχθρότητα; Είμαστε αδέλφια. Δε σε ξεχάσαμε».
«Δεν είδα κάτι τέτοιο. Χίλια χρόνια και δεν ήρθε ούτε ένας από εσάς να με βρει. Ακόμη και για τις αποστολές μου στέλνατε πάντα άλλους».
«Γνωρίζεις πως είμαστε πολυάσχολοι. Εξάλλου τι είναι μια χιλιετία μπροστά στην αιωνιότητα; Φαντάζει σαν χθες η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε».
«Για εμένα πάλι όχι. Κάθε χρόνος που πέρασε ήταν ένα ακόμη βασανιστήριο».
«Πάντα είχες μια ροπή προς την υπερβολή».
Ξεφυσάω εκνευρισμένος. «Γιατί ήρθες τώρα;»
«Χρειάζομαι τη βοήθειά σου».
«Τη δική μου;»
«Ναι. Θα έρθεις;» Τα καστανά του μάτια με παρατηρούν με αγνότητα και καλοσύνη περιμένοντας μια απάντηση.
Να βοηθήσω τον Γαβριήλ; Επιτέλους. Η ευκαιρία που περίμενα. «Σε ακολουθώ».
Τα μεγάλα του φτερά ανοίγουν ανυψώνοντάς τον στους ουρανούς και αμέσως μιμούμαι το παράδειγμά του. Πετάμε πάνω από την πόλη των ανθρώπων για λιγότερο από ένα λεπτό κατευθυνόμενοι προς τα προάστια. Την τελευταία φορά που ήρθα στην Ελλάδα η χώρα βρισκόταν υπό Οθωμανική κατοχή και ο προστατευόμενος μου δεν ζούσε καν στην Αθήνα. Επομένως μου είναι δύσκολο να αναγνωρίσω την περιοχή. Είναι εντελώς διαφορετική από την πόλη που θυμάμαι εγώ.
Δίχως να πει κουβέντα ο Γαβριήλ βουτάει περνώντας μέσα από την οροφή ενός σπιτιού που δείχνει να ανήκει σε μια μέση οικογένεια. Κάνω το ίδιο ελέγχοντας με την υπέρ όρασή μου το εσωτερικό για το σημείο προσγείωσης μου. Γυρνάω το σώμα μου έτσι ώστε να περάσω μέσα από την οροφή και να προσγειωθώ με τα πόδια στον μικρό διάδρομο πίσω από τον Γαβριήλ, διατηρώντας μια μικρή απόσταση ασφαλείας από τα φτερά του.
«Λοιπόν;»
«Πάντα ανυπόμονος», σχολιάζει εκείνος με ένα μικρό μειδίαμα.
Μπαίνουμε στο υπνοδωμάτιο όπου μια μητέρα μεταφέρει στο κρεβατάκι του το μόλις μερικών εβδομάδων– από όσο δείχνει- μωρό της. Ψάχνω αυτόματα για φύλακες αγγέλους ή δαίμονες, αλλά δε βλέπω κανέναν. Αυτό δεν είναι τόσο περίεργο. Στην πραγματικότητα λίγοι άνθρωποι έχουν προσωπικό φύλακα άγγελο. Συνήθως οι άγγελοι αναλαμβάνουν ομάδες ατόμων. Είναι κάτι που έκανα και ο ίδιος στα πρώτα μου χρόνια ως φύλακας. Μέχρι που πήρα προαγωγή…
«Η οικογένεια έχει φύλακα άγγελο. Μα του ζήτησα να μας αφήσει μόνους», εξηγεί ο Γαβριήλ μαντεύοντας τις σκέψεις μου.
«Και ο δαίμονας;»
«Το ίδιο».
«Και σε άκουσε;»
«Σςς…» Η μητέρα μας κοιτάζει φέρνοντας το δάχτυλο στα χείλη.
«Κοιμήθηκε;» Ψιθυρίζει ο σύζυγός περνώντας από μέσα μας για να προσεγγίσει το κρεβάτι.
«Τι κάνουμε εδώ;» Απορώ.
«Θέλω να αναλάβεις αυτό το παιδί».
«Μα είπες πως έχει φύλακα».
«Είπα πως η οικογένεια έχει φύλακα. Η μικρή όχι». Δείχνει το κρεβάτι πάνω από το οποίο έχουν σκύψει οι γονείς και χαζεύουν το δημιούργημά τους.
«Και δεν μπορεί να την φροντίσει εκείνος;»
«Είναι χαρισματική».
«Για αυτό με κουβάλησες μέχρι εδώ;» Κατευθύνομαι προς το σαλόνι εκνευρισμένος. Θα μπορούσα να πετάξω μακριά από εδώ, μα το να παρακούσω έναν αρχάγγελο είναι παράβαση των κανονισμών.
«Πάψε να είσαι τόσο αντιδραστικός. Πόσο δύσκολο είναι να φροντίσεις ένα κοριτσάκι;»
«Τώρα είναι κοριτσάκι. Σε λίγο θα γίνει γυναίκα. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Έπρεπε να την αναλάβω από την γέννηση της. Γιατί με κάλεσες τώρα;»
«Σε έψαξα νωρίτερα. Αλλά ήσουν απασχολημένος με τον άλλο σου προστατευόμενο».
«Που σημαίνει ότι έπρεπε να αναθέσεις την δουλειά σε κάποιον άλλον».
«Κανείς άλλος δεν θα τα καταφέρει όπως εσύ. Είσαι ο καλύτερος που έχουμε».
«Καλησπέρα σε όλους! Όμορφο πρωινό έτσι;» Η γυναικεία φωνή που έρχεται από πίσω μου με κάνει να σαστίσω. Όχι… Δεν μπορεί να είναι αυτή…
«Κρίσταλ;» Και όμως είναι! «Τι δουλειά έχει αυτή εδώ;»
«Α! Μη μου πεις πως δε σου έλειψα!» Παριστάνει την πληγωμένη γυρνώντας μου προφίλ και ένα μαύρο δαιμονικό φτερό με μυτερές άκρες κλείνει προστατευτικά γύρω της.
«Η Κρίσταλ στάλθηκε για να καθοδηγήσει την νεαρή ψυχή μέχρι την κόλαση», απαντά ο Γαβριήλ που παραμένει πάντα ψύχραιμος.
«Μα είναι αρχιδαίμονας!».
«Ω, ναι. Και σου χρωστάω τεράστια χάρη για αυτό». Μου κλείνει παιχνιδιάρικα το μάτι.
Μια φορά μονάχα έχασα ανθρώπινη ψυχή. Και αυτή ήταν από την Κρίσταλ, που πέρα από την νίκη απέναντί μου κέρδισε και την προαγωγή της. Πλέον δεν είναι υποχρεωμένη να αναλαμβάνει ανθρώπους. Έχει άλλες αρμοδιότητες…
«Γιατί στείλανε εσένα;»
«Το να καταλαμβάνεις ανθρώπινα σώματα μπορεί να γίνει πολύ βαρετό. Χρειαζόμουν μια αλλαγή. Εξάλλου, ξέρεις πως δεν μπορώ να αντισταθώ στην εκρηκτική προσωπικότητά σου». Πεταρίζει τα βλέφαρά της.
«Λυπάμαι που θα σου την στερήσω. Μόλις γύρισα. Είμαι σε άδεια. Βρες κάποιον που να είναι διαθέσιμος», καταλήγω απευθυνόμενος στον Γαβριήλ και ανοίγω τα φτερά μου έτοιμος να απογειωθώ.
«Αν αυτό επιθυμείς. Σίγουρα θα υπάρχουν μυριάδες φύλακες που επιθυμούν να ανέβουν στις ανώτερες τάξεις», σχολιάζει ο Γαβριήλ κάνοντάς με να παγώσω.
«Τι είπες;»
«Αυτό που άκουσες. Κάπου άκουσα πως όποιος καταφέρει να νικήσει την Κρίσταλ σε αυτήν την αποστολή θα εξυψωθεί στην τάξη των αρχαγγέλων».
Κάπου άκουσε; Ο αγγελιοφόρος του Θεού κάπου άκουσε;
«Γαβριήλ μην ταλαιπωρείς άλλο το παιδί. Είναι κουρασμένος. Να μην σε κρατάμε άλλον Ναθάνιελ. Καλή ξεκούραση. Και αν δεν σε ξαναδώ, καλή επιτυχία στην επόμενη αποστολή σου», χαμογελάει προκλητικά παρουσιάζοντας μας μια κατάλευκη οδοντοστοιχία, όπου την παράσταση κλέβουν οι μυτεροί κυνόδοντες.
Αποβάλλω αργά τον αέρα που συγκρατούσα και διπλώνω τα φτερά μου.
«Πως την λένε;»
«Οο! Όχι! Μη μου πεις ότι θα μείνεις;» Με κοροϊδεύει η Κρίσταλ.
Επιλέγω να την αγνοήσω. Το ίδιο και ο Γαβριήλ.
«Οι γονείς δεν έχουν επιλέξει όνομα ακόμη».
«Είναι η πρώτη της φορά στην γη;»
«Ναι. Θα σου μεταφέρει ο φύλακας της οικογένειας όλα όσα πρέπει να γνωρίζεις. Εγώ πρέπει να πηγαίνω. Έχω αργήσει. Θα ενημερώσω πως δέχτηκες την θέση. Καλή επιτυχία. Εις το επανιδείν Κρίσταλ».
Τα φτερά του γεμίζουν το δωμάτιο και με ένα τίναγμα περνάει μέσα από την οροφή και χάνεται από τα μάτια μας.
«Επιτέλους μόνοι. Πόσες χαρούμενες αναμνήσεις μου έρχονται στο μυαλό…» Ξεφυσάει δήθεν νοσταλγικά και εγώ θέλω να πάρω ένα μαχαίρι και να το καρφώσω στην καρδιά μου.
«Για να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα. Αν θες να τα πάμε καλά οι δυο μας προσπάθησε σε παρακαλώ για τα επόμενα χρόνια να μην ΜΙΛΑΣ».
«Οοο… Μα γιατί γίνεσαι τόσο κακός; Εγώ προσπαθώ απλώς να δημιουργήσω ένα φιλικό και ευχάριστο κλίμα ανάμεσά μας. Και για να σου αποδείξω τις καλές μου προθέσεις…» Κουνάει ανάλαφρα το χέρι της την στιγμή ακριβώς που ο πατέρας της μικρής περνάει μπροστά από την ξύλινη βιβλιοθήκη του διαδρόμου. Ένα βιβλίο πέφτει στο πάτωμα ανοίγοντας με αποτέλεσμα να τσαλακωθούν κάποιες σελίδες. Ο συντονισμός είναι τόσο τέλειος που μοιάζει σαν εκείνος να το σκούντηξε καταλάθος.
«Ουπς». Η Κρίσταλ παίρνει έκφραση μικρού παιδιού που μόλις έκανε ένα μικρό αθώο λάθος.
Της ρίχνω ένα επιτιμητικό και συγχρόνως απορημένο βλέμμα, ενώ ο άντρας σηκώνει την Ιλιάδα του Ομήρου και ισιώνει τις σελίδες που τσαλαπατήθηκαν.
«Ο πατέρας είναι φιλόλογος»,  εξηγεί η Κρίσταλ.
«Και;»
«Αγάπη μου, νομίζω πως βρήκα το κατάλληλο όνομα», αναφωνεί εκείνος ενθουσιασμένος.
«Θα κάνεις ησυχία επιτέλους;» Ψιθυρίζει η σύζυγός του.
«Πως σου φαίνεται το Κασσάνδρα;» Ρωτά σε χαμηλό τόνο. Μα αυτό δεν έχει καμία σημασία. Η αναπτυγμένη ακοή μου αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα κάθε του λέξη και το μυθολογικό όνομα αντιλαλεί ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό μου…
Αντιλαμβάνομαι το πονηρό χαμόγελο της Κρίσταλ, αλλά μου είναι αδύνατον να αντιδράσω. Το σώμα μου μουδιάζει. Αισθάνομαι το έδαφος να κλυδωνίζεται κάτω από τα πόδια μου. Οι τοίχοι του δωματίου με κυκλώνουν απειλητικά. Η ανάσα μου στερεύει… Όχι. Όχι. Όχι αυτό…
«Ωραίο ακούγεται», λέει σκεπτική η μητέρα. «Χμ… Ναι. Μου αρέσει. Κασσάνδρα». Χαμογελά και ανταλλάσσουν ένα φιλί επισφραγίζοντας το μαρτύριο μου.
«Οοο… Μα τι ωραίο όνομα…» Σχολιάζει η Κρίσταλ. «Θα σε ρωτούσα πως σου φαίνεται, αλλά από την έκφρασή σου είναι προφανές πως το λατρεύεις ήδη».
Αυτή δεν είναι αποστολή, συνειδητοποιώ με τρόμο. Είναι μια νέα τιμωρία…


Maria Mous