Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26.12.14

Μια στάλα παράδεισος (Κεφάλαιο 2)


Κασσάνδρα

Σήμερα

Αδυνατώ να σκεφτώ κάτι άλλο που θα μπορούσε να πάει στραβά απόψε. Ακόμη και τα σύννεφα τα έχουν βάλει μαζί μου. Διαφορετικά θα μου έκαναν την χάρη και θα συγκρατούσαν το περιεχόμενο τους μέχρι να φτάσω. Βέβαια δεν έχει καμιά σημασία πλέον, αφού έχω μουσκέψει από την κορυφή μέχρι τα νύχια και ο παγωμένος αέρας πριονίζει τα κόκκαλα μου. 
Μπράβο Κάσι! Πολύ έξυπνο να εγκαταλείψεις το σπίτι στις τρεις το βράδυ δίχως ομπρέλα και κυρίως… δίχως πορτοφόλι!
Αν υπάρχει Θεός τότε μάλλον είναι αντίθετος με αυτήν την απόφαση. Αλλά από την άλλη, αν υπήρχε Θεός δε θα έφτανα ποτέ στο σημείο να χρειαστεί να πάρω μια τέτοια απόφαση. Δε θα ήμουν αυτή που είμαι. Εκείνος δε θα το επέτρεπε. Σωστά;
«Πφφ… Τι βλακείες σκέφτομαι…» Μαλώνω τον εαυτό μου, την στιγμή που ένα μαύρο αυτοκίνητο με πολλά χρόνια στην πλάτη του, κόβει ταχύτητα περνώντας δίπλα μου.
Προσπαθώ να το αγνοήσω, μα με την άκρη του ματιού μου βλέπω το παράθυρο του συνοδηγού να κατεβαίνει.
«Εεε! Κοπελιά! Για πού το έβαλες τέτοια ώρα μέσα στην βροχή;» Ρωτά ο άγνωστος άντρας με γεμάτο υπονοούμενα τόνο.
Δεν βλεφαρίζω καν προς το μέρος του. Απλά συνεχίζω τον δρόμο μου σαν να μην τρέχει τίποτα.
«Να σε πετάξουμε κάπου;»
Σφίγγω το χερούλι της βαλίτσας, που σέρνω πίσω μου και καταπίνω την πικρή γεύση που αφήνει ο φόβος στο στόμα μου. Ο άγνωστος γελάει μαζί με την παρέα του. Μάλλον θεωρούν γελοίο να τους το παίζει δύσκολη μια κοπέλα ντυμένη στα μαύρα με γόβες και εφαρμοστό κολλάν, που περπατάει μόνη στους δρόμους με τέτοιο καιρό σέρνοντας μια βαλίτσα. Πρέπει να μοιάζω με μεθυσμένη έφηβη, που την πέταξαν από το σπίτι οι γονείς της, επειδή ανακάλυψαν πως είναι εθισμένη στα ναρκωτικά. Που τέτοια τύχη…
Το όχημα ευτυχώς επιταχύνει και στρίβει στο τέλος του δρόμου. Ξεφυσάω ελεύθερα και σταματάω κάτω από ένα υπόστεγο για να δώσω στους παλμούς της καρδιάς μου την ευκαιρία να ηρεμήσουν. Ένα λεπτό αργότερα η μηχανή ενός ακόμη αυτοκινήτου γρυλίζει καθώς μπαίνει στο στενό δρόμο και πριν προλάβω να αντιδράσω το ίδιο μαύρο όχημα φρενάρει απότομα μπροστά μου. Τρεις άντρες κατεβαίνουν με τα μάτια καρφωμένα πάνω μου και τρία προκλητικά χαμόγελα ζωγραφισμένα στα χείλη τους. 
Ο τρόμος με ακινητοποιεί. Η μόνη κίνηση που τολμώ να κάνω είναι να κολλήσω την πλάτη στον τοίχο, ενώ με περικυκλώνουν. Λάθος τακτική. Μα κάθε άλλη κατεύθυνση θα με οδηγήσει κατευθείαν στα χέρια τους. Απλώς καθυστερώ το αναπόφευκτο.
«Λοιπόν όμορφη… Τι λες; Θες να σε πάμε κάπου;» Ρωτάει ο ίδιος άντρας σηκώνοντας το γκρι σκούφο που καλύπτει τα ξανθά μαλλιά του.
Ο κλοιός στενεύει. Μέσα στην απελπισία μου προσπαθώ να τρέξω, μα ο σύντροφός του μου φράζει τον δρόμο και με αρπάζει από τους ώμους.
«Άφησέ με!» Ουρλιάζω, επιχειρώντας μάταια να τραβηχτώ.
Βρωμοκοπάει αλκοόλ και τσιγάρα. Το στομάχι μου ανακατεύεται επικίνδυνα. Ο τρίτος της παρέας μου αρπάζει την βαλίτσα.
«Ηρέμησε, εμείς το καλό σου θέλουμε. Έτσι όπως πας θα αρρωστήσεις», λέει ο ξανθός.
«Ναι. Ξέρουμε ένα ωραίο, στεγνό μέρος, όπου μπορείς να βγάλεις αυτά τα ρούχα», ψιθυρίζει κοντά στο αυτί μου ο φίλος του και ζαρώνω αηδιασμένη και τρομοκρατημένη, ενώ παράλληλα προσπερνά τον γιακά του παλτού μου για να χαϊδέψει τον γυμνό λαιμό μου…

«Δεν φταίω εγώ. Στο ορκίζομαι. Θα βρω τα λεφτά», παρακαλώ τρέμοντας, ενώ ένα δυνατό χέρι με κρατά καθηλωμένη.
Δίπλα μου ο Ξανθός και ο άλλος κρέμονται άψυχα ο καθένας στην καρέκλα του με μια σφαίρα σφηνωμένη στο κρανίο τους. Ο άντρας απέναντί μου ισιώνει αδιάφορα το κουστούμι του και γυρίζει την πλάτη  αποχωρώντας.
«Όχι! Όχι σε παρακαλώ δε…»

Ο κρότος της σκανδάλης με πετάει έξω από το όραμα. Βρίσκομαι και πάλι στον σκοτεινό δρόμο με τους τρεις άντρες να γελούν απολαμβάνοντας την παγωμένη μου έκφραση. Επιχειρώ να τραβηχτώ ουρλιάζοντας ξανά από την αηδία που ανακατεύεται με τον πανικό μου, καθώς το χέρι του άντρα κατεβαίνει χαμηλότερα μέσα από την μπλούζα μου. Οι φίλοι του με ακινητοποιούν πάνω στον τοίχο και μου φράζουν το στόμα εξασφαλίζοντας του καλύτερη πρόσβαση. Η αντίστασή μου καταφέρνει μονάχα να τους διασκεδάσει. Η όρασή μου θολώνει από δάκρυα. Το ανελέητο κρύο γλείφει την γυμνή και παγωμένη μου σάρκα, καθώς το κάθαρμα ξεκουμπώνει το παλτό μου εγκλωβίζοντας με σε έναν σκοτεινό και παρανοϊκό κόσμο, πλημμυρισμένο από τρόμο, αηδία, χαιρέκακα γέλια, μυρωδιά αλκοόλ και τα βίαια χτυπήματα της βροχής στην γη…
Το υγρό, σιχαμένο του στόμα διστάζει πάνω στον λαιμό μου, όταν ο βόμβος μιας μηχανής διαλύει την ησυχία του δρόμου. Τα βλέφαρά μου πεταρίζουν, καθώς δυο φώτα μας προσπερνούν και φρένα στριγκλίζουν στην άσφαλτο. Μια πόρτα ανοίγει και μια αντρική φωνή αντηχεί στους έρημους τοίχους.
«Τι κάνετε εκεί; Αφήστε ήσυχο το κορίτσι!»
Οι επίδοξοι βιαστές μου με απελευθερώνουν πριν καν τελειώσει την φράση του. Ορμούν πανικόβλητοι στο αμάξι και χάνονται μέσα στην νύχτα τόσο γρήγορα όσο εμφανίστηκαν…
«Είσαι καλά κοπελιά;» Ο άγνωστος άντρας εμφανίζεται μπροστά  μου.
Καταβάλλω προσπάθεια για να εστιάσω πραγματικά το βλέμμα μου πάνω του. Ο σωτήρας μου είναι ένας μελαχρινός, ψηλός και ευθυτενής άντρας, γύρω στα τριάντα. Υπάρχει ενδιαφέρον και κρυμμένη οργή στον τόνο του. Μα δεν πλησιάζει περισσότερο.
Προσπάθησαν να με βιάσουν… Αυτά τα τέρατα θα με βίαζαν…
Συνειδητοποιώ πως τα χέρια μου έχουν τυλιχτεί γύρω από το σώμα μου με τέτοια ένταση που μου προκαλεί πόνο. Μα δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Αισθάνομαι τόσο βρώμικη…
«Δεν φαίνεσαι πληγωμένη. Σε χτύπησαν;» νεύω αρνητικά κουνώντας το κεφάλι. Μόνο τότε τολμά να απλώσει τα χέρια προς το μέρος μου και να τραβήξει το παλτό μου, για να σκεπάσει τους ώμους μου. Ενοχλημένες ρυτίδες συσπούνται στο μέτωπό του μόλις αισθάνεται την υγρασία του υφάσματος. «Να σε πάω στο νοσοκομείο;»
«Όχι. Όχι», ψελλίζω βραχνά. «Είμαι καλά».
«Μα κοπέλα μου, είσαι μούσκεμα και πολύ παγωμένη», διαπιστώνει κλείνοντας το χέρι μου στην χούφτα του και η επαφή μου με τη πραγματικότητα χάνεται. Το μυαλό μου παρασέρνεται σε ένα ακόμη όραμα.
Έντονο φως με χτυπά. Καλύπτω τα μάτια μου. Μια κόρνα αυτοκινήτου. Λάστιχα στριγκλίζουν. Ξέφρενο καρδιοχτύπι. Σκληρός πόνος διαπερνά το κορμί μου. Με πετά στο παρόν. Τα πνευμόνια μου ρουφούν απότομα αέρα. Τα γόνατά μου λυγίζουν. Τα χέρια μου προσπαθούν να κρατήσουν το σώμα μου. Ο πόνος στα κόκκαλα μου υποχωρεί γρήγορα και η καρδιά μου αντιλαμβανόμενη πως ήταν μόνο ένα ακόμη όραμα χαλαρώνει σταδιακά τους ρυθμούς της.
«Τι συμβαίνει;» απορεί ανήσυχος ο σωτήρας μου.
Σέρνοντας την πλάτη μου στον τοίχο απομακρύνομαι από εκείνον.
«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Δεν πρόκειται να σε βλάψω», προφέρει καλοκάγαθα. «Με λένε Πάνο. Εσένα;»
Κουνώ το κεφάλι πέρα δώθε με νέα δάκρια να μουτζουρώνουν το πρόσωπό μου. Δεκάδες λέξεις σκαρφαλώνουν στην γλώσσα μου. Τα χείλη μου τρεμουλιάζουν και πνίγονται σε φοβισμένα δάκρυα.
«Μένεις εδώ κοντά; Θέλεις να τηλεφωνήσουμε σε κάποιον για να έρθει να σε πάρει;» Συνεχίζει με ευγένεια και καλοσύνη διατηρώντας μια απόσταση μεταξύ μας.
Δεν θέλει να με τρομάξει. Συνειδητοποιώ ξαφνικά. Δεν καταλαβαίνει. Εκείνος είναι που θα έπρεπε να φοβάται.
«Ή αν δεν έχει κάποιον μπορώ να σε πάω εγώ στο σπίτι σου. Στάσου!» Τον ακούω να φωνάζει, ενώ πετάγομαι στον δρόμο.
«Μείνε μακριά μου!» Απαντώ καταλαβαίνοντας πως με ακολουθεί.
Στρίβω στην γωνία και επιταχύνω δίχως να βλέπω πραγματικά γύρω μου.
«Κοπελιά! Περίμενε!»
Μια κόρνα αυτοκινήτου συνοδεύει τα λόγια του. Τα λάστιχα αφήνουν μια φρικιαστική μελωδία. Μα είναι αργά. Το ξέρω πριν καν να γυρίσω. Αλλά δεν μπορώ να εμποδίσω τον εαυτό μου. Πνίγω την κραυγή στις χούφτες μου, καθώς το σώμα του σωτήρα μου κείτεται στο οδόστρωμα. Ο οδηγός ορμά έξω από το όχημα. Για μια στιγμή στέκεται σοκαρισμένος απέναντι στο φρικτό θέαμα και έπειτα σπεύδει στο πλευρό του Πάνου.
Του Πάνου… Είναι νεκρός. Ο Πάνος  είναι νεκρός.
Η φράση αντηχεί μέσα μου σαν κατηγορία και για άλλη μια φορά το βάζω στα πόδια. Ελπίζοντας η βροχή και το σκοτάδι να με κρύψουν από τα μάτια του απελπισμένου οδηγού που καλεί σε βοήθεια.


Maria Mous