Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

8.12.14

Μια στάλα παράδεισος (Εισαγωγή)




Σημείωμα συγγραφέα:
Λόγω του ενθουσιασμού που δείξατε για την εικόνα θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας το πως γεννήθηκε αυτή η ιστορία… (Όσοι βαριούνται δε θα προσβληθώ αν απλά πάνε παρακάτω… :P ) Από καιρό τριγυρνούσε ένα κόνσεπτ με αγγέλους στο μυαλό μου.. σκόρπιες ιδέες που δεν είχαν καμία συνοχή… Ενώ είχα ήδη ξεκινήσει το γράψιμο της Μοίρας, μου ήρθε μια ιδιαίτερα έντονη σκηνή και την αποτύπωσα σε κείμενο (αυτή πλέον αποτελεί την αρχή του κεφαλαίου 1)…. Είχα πλέον τον πρωταγωνιστή και μια ιδέα του τι θα γινόταν… δεν είχα όμως την ιστορία… Ώσπου, μια μέρα ανακάλυψα τυχαία στο ίντερνετ την εικόνα με τον άγγελο στο εξώφυλλο. Ήταν τόσο υπέροχη που μου φαινόταν εγκληματικό να χαθεί στα άδυτα του λάπτοπ μου… Κοιτάζοντας την θηλυκή μορφή ήμουν πεπεισμένη πως είχε μια ιστορία να διηγηθεί… και έτσι, για χάρη της, δημιούργησα ένα μικρό κείμενο….  Και ξαφνικά, η ιστορία που αναζητούσα ένα χρόνο πήρε μορφή… και το μικρό κείμενο μεταμορφώθηκε στην εισαγωγή που σας περιμένει από κάτω… (οπότε μάλλον πρέπει να συντομεύω…) 
Αντίθετα από την Μοίρα (που όταν την ανέβασα βρισκόμουν πολλά κεφάλαια μπροστά και είχε διαβαστεί ήδη από αρκετές φίλες μου) αυτή η ιστορία βρισκόταν στο σκοτάδι και τώρα κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα… θα γραφτεί και θα ταξιδέψει μαζί σας… για αυτό νιώστε ελεύθεροι να κάνετε σχόλια και να εκφράζετε τις απόψεις σας σε κάθε κεφάλαιο, για κάθε θέμα ή απορία... Θα με βοηθήσουν πολύ…
Καλό μας ταξίδι…


Μαρία



Εισαγωγή

Ανοίγω τις πόρτες. Η αίθουσα  φαίνεται άδεια. Κινούμαι προσεχτικά με τα γυμνά μου πέλματα και το μπλε φόρεμα να χαϊδεύουν το παγωμένο μάρμαρο. Κοιτάζω εξεταστικά τριγύρω με την καρδιά να βροντοχτυπά στο στήθος μου. Δεν υπάρχει κανείς. Μήπως άλλαξε γνώμη;
Σφίγγω το ασημένιο μενταγιόν ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Θα έρθει. Το ξέρω πως θα έρθει. Το υποσχέθηκε. Και αν του συνέβη κάτι; Αν τον ανακάλυψαν; Αν τον έπιασαν;
Όχι! Δεν ωφελεί να κάνω τέτοιες σκέψεις. Θα έρθει. Πρέπει να έρθει…
Πλησιάζω μια από τις δέκα ψηλές αψίδες ιωνικού ρυθμού που κάνουν την στρογγυλή αίθουσα να μοιάζει κομμάτι του νυχτερινού ουρανού και της θάλασσας που απλώνεται από κάτω. Ακούω τα κύματα να σκάνε στα βράχια, ενώ το ασημένιο φως του φεγγαριού φωτίζει το χώρο.
Το σκοτάδι έχει μια ιδιαίτερη μαγεία. Είμαι  όμως έτοιμη να εγκαταλείψω τον κόσμο του φωτός για εκείνον;
Σηκώνω το στρογγυλό κόσμημα στο ύψος των ματιών μου. Ο σταυρός που σχηματίζεται πάνω στο το ευγενές μέταλλο και το ρουμπίνι στο κέντρο του αποκτούν μια μεγαλόπρεπη μυστηριακή λάμψη λουσμένα στο φεγγαρόφωτο. Χαμογελώ ασυναίσθητα. Φως και σκοτάδι. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δύο διαφορετικά κομμάτια της ίδιας δημιουργίας. Στην ουσία όλα επιτελούν το ίδιο έργο. Εξυμνούν την δόξα Του.
Φέρνω το μενταγιόν κοντά στην καρδιά μου. Κλείνω τα μάτια και εισπνέω αργά. Είναι τρομακτικό να αναγνωρίζω πόσα είμαι πρόθυμη να απαρνηθώ για εκείνον. Μα ταυτόχρονα με γεμίζει δύναμη και ζωντάνια. Εκείνος δίνει νόημα στην ύπαρξή μου. Γεμίζει την ζωή μου με φως.
Έχω πλήρη επίγνωση της προδοσίας που ετοιμάζομαι να διαπράξω. Αλλά τώρα που πλέον έχω γνωρίσει την ζεστασιά της αγάπης του, είναι αδύνατον να φανταστώ την αιωνιότητα δίχως εκείνον στον πλάι μου. Για αυτό, ναι. Είμαι πρόθυμη να τα θυσιάσω όλα για εκείνον.
Τα πουπουλένια μωβ φτερά στην πλάτη μου ανοίγουν και τεντώνονται αναδεικνύοντας την ομορφιά τους, ίσως για τελευταία φορά. Ένα μελαγχολικό χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπό μου, καθώς πλησιάζει η στιγμή που θα αποχαιρετήσω για πάντα τον κόσμο που γνωρίζω μέχρι τώρα. Μια νέα ζωή ξεκινά για εμένα. Λάθος. Όχι για εμένα. Για εμάς. Από εδώ και εμπρός θα είμαστε μαζί. Για πάντα.
Γυρίζω γεμάτη προσμονή και λαχτάρα στο άκουσμα της πόρτας, για να αντικρίσω το πρόσωπό του και να χαθώ στο απέραντο γαλάζιο των ματιών του. Αντί για αυτό όμως η καρδιά μου βουλιάζει αναγνωρίζοντας την συντροφιά μου.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» Ρωτώ κοφτά, δίνοντας στον τόνο μου την ανάλογη εχθρότητα.
«Αυτό θα έπρεπε να το ρωτώ εγώ αγαπητή μου. Άγγελοι σαν εσένα δεν συχνάζουν σε τέτοια μέρη εδώ στην Γη. Εκτός και αν θέλουν να κρυφτούν από Εκείνον. Έκανες κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεσαι;» Αναρωτιέται με τα μαύρα του μάτια να με κοιτάζουν με προσποιητή αθωότητα.
«Να μην σε απασχολεί. Όπως και να έχει αυτός ο ναός είναι κατειλημμένος. Βρες άλλο μέρος να κρυφτείς από τις τύψεις σου».
«Ωω… Κασσάνδρα, με πληγώνεις. Σου είναι τόσο ενοχλητική η παρουσία μου;» Με ειρωνεύεται.
Αφήνω τα φτερά μου να απλωθούν σε όλο τους το εύρος τονίζοντας την ανωτερότητά μου έναντι του δαίμονα με τα μαύρα φτερά που θυμίζουν νυχτερίδα. Το τίμημα της επιλογής του. Της προδοσίας του.
«Φύγε Ντομινίκ. Τώρα», λέω αργά και απειλητικά. Το χέρι μου αγγίζει την λαβή του ξίφους, που βρίσκεται κρεμασμένο στη χρυσή ζώνη γύρω από την μέση μου. Δεν πρέπει να είναι εδώ όταν θα έρθει εκείνος.
«Ουυυυ…. Πολύ άγρια έγινες εσύ. Τι σου είναι ο έρωτας…»
Τα μάτια μου ανοίγουν διάπλατα από το σοκ. «Τι είναι αυτά που λες;» Επιχειρώ να θολώσω τα νερά, μα είναι ανώφελο. Το στραβό του χαμόγελο αποδεικνύει πως έχω ήδη προδοθεί.
Πως το έμαθε;
«Αχ Κασσάνδρα. Περίμενα πως θα ήσουν πιο έξυπνη. Εσύ να την πατήσεις με αυτόν τον τρόπο… Να πέσεις θύμα του έρωτα…»
«Πρόσεχε τα λόγια σου».
«Δεν είσαι σε θέση να απειλείς αγαπητή μου», προφέρει με την φιδίσια γλώσσα του να αφήνει έναν αηδιαστικό συριγμό.
Αισθάνομαι έναν κόμπο στον λαιμό μου. Ο Ναθάνιελ… Έχει καθυστερήσει πάρα πολύ…
«Τι συμβαίνει; Φαίνεσαι ανήσυχη».
«Δεν απάντησες ακόμη στην ερώτησή μου. Γιατί ήρθες εδώ;» Απαιτώ να μάθω φροντίζοντας να μην αποκαλύπτω τον φόβο που αρχίζει να με κυριεύει.
Οι άκρες των χειλιών του τραβιούνται σε ένα πονηρό χαμόγελο που με ανατριχιάζει. Ένας γνώριμος ήχος φτάνει στα αυτιά μου τραβώντας την προσοχή μου στον σκοτεινό ουρανό που απλώνεται πίσω μου. Αμέσως διακρίνω τρεις φιγούρες να σκίζουν με τα δαιμονικά φτερά τους τον αιθέρα καθώς βουτούν με ορμή κατά πάνω μου.
Δίχως να σκεφτώ περισσότερο τα φτερά μου χτυπούν με δύναμη τον αέρα και τινάσσομαι στην ψηλή οροφή πετώντας προς τις αψίδες στην απέναντι πλευρά. Απελευθερώνω το σπαθί μου έτοιμη να αναχαιτίσω οποιαδήποτε επίθεση. Ο Ντομινίκ απογειώνεται και αυτός, μα δεν κάνει κάποια κίνηση να με σταματήσει. Ο παφλασμός των φτερών μοιάζει να έρχεται από κάθε κατεύθυνση. Αντιλαμβάνομαι ότι η ομάδα των δαιμόνων είναι μεγαλύτερη από όσο πίστεψα. Παγώνω σχεδόν στο κέντρο της αίθουσας όταν άλλοι τρεις δαίμονες μου φράζουν τον δρόμο και σε συνδυασμό με τους προηγούμενους τρεις περικυκλώνουν τον τρούλο αποκλείοντας κάθε διέξοδο. Μένω να αιωρούμαι ανήμπορη στρέφοντας το σπαθί μου προς κάθε κατεύθυνση, για να προλάβω οποιαδήποτε επίθεση, ψάχνοντας παράλληλα έναν τρόπο να το σκάσω.
Οι δαίμονες περνούν από τις αψίδες με τα μάτια καρφωμένα επάνω μου και ο Ντομινίκ συμπληρώνει τον κύκλο τους. Ορμούν με τα σπαθιά τους να με σημαδεύουν. Καταφέρνω να αμυνθώ στην πρώτη επίθεση και να αφοπλίσω τον αντίπαλό μου, μα εκείνος απομακρύνεται δίνοντας χώρο στον επόμενο δαίμονα που έρχεται με φόρα εναντίον μου. Αποκρούω το σπαθί του και αποφεύγω έναν τρίτο που επιχείρησε να μου επιτεθεί πισώπλατα. Εξακολουθώ όμως να βρίσκομαι στην μέση του κλοιού τους που όλο και στενεύει. Μου επιτίθενται όλοι μαζί και ενώ παλεύω για την ζωή μου δύο από αυτούς καταφέρνουν να αρπάξουν τα φτερά μου και τα τραβούν με δύναμη. Ο πόνος που με διαπερνά είναι αβάσταχτος και η κραυγή μου ταράσσει την φύση.
Καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν τα χέρια μου και να με ακινητοποιήσουν. Κάποιος μου αποσπά με βία το σπαθί. Ο Ντομινίκ, που για άλλη μια φορά χαμογελά με την διχαλωτή γλώσσα του να ξεπροβάλει ανάμεσα στα χείλη του.
Αρπάζει το χέρι μου διατρέχοντας με τα δάχτυλά του το δέρμα μου, ώσπου φτάνει  στο μενταγιόν του Ναθάνιελ, το οποίο πρόλαβα να τυλίξω βιαστικά γύρω από τον καρπό μου, για να μην το χάσω.
«Τι κρίμα να συνειδητοποιείς πως ο αγαπημένος σου σε πρόδωσε».
«Τι;» Προφέρω με σπασμένη φωνή.
«Δεν σου κάνει εντύπωση που ξέραμε ακριβώς που θα βρίσκεσαι; Ο Ναθάνιελ σε πρόδωσε».
«Δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς. Τι σχέση έχει ο Ναθάνιελ με εμένα;» Απαντώ ασκώντας όλη μου την αυτοπειθαρχία ώστε να φαίνομαι πειστική.
«Ακόμη και τώρα τον προστατεύεις;» Ανασηκώνει τα φρύδια με δυσπιστία.
Ο Ναθάνιελ δεν θα με πρόδιδε ποτέ. Σίγουρα είναι κόλπο. Μας παγίδευσαν. Δεν θα τους δώσω λόγο για να τον καταδικάσουν. Θα τον προστατεύσω ακόμη και αν είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω.
«Αχ… Κασσάνδρα…» Αναστενάζει σηκώνοντας το πηγούνι μου. «Είναι κρίμα. Μεγάλη σπατάλη…»
Απομακρύνομαι από το άγγιγμά του αηδιασμένη και στυλώνω το κορμί μου όσο μου επιτρέπουν οι δεσμώτες μου. Δεν θα δώσω σε αυτούς τους άθλιους την ικανοποίηση να με δουν ηττημένη. Μέχρι και την τελευταία μου πνοή θα τιμήσω την χάρη του Δημιουργού μου. Ειρωνεία, αν σκεφτείς πως πριν λίγα λεπτά ήμουν έτοιμη να τον προδώσω…
«Ο Ναθάνιελ μετάνιωσε. Προτίμησε τον παράδεισο από εσένα».
Διατηρώ την έκφρασή μου απαθή. Παρά τον πόνο που σκίζει την καρδιά μου δεν μπορώ να τον κατηγορήσω για αυτό. Έκανε το σωστό.
«Είσαι τυχερή που σε βρήκαμε εμείς πριν από τους αγγέλους», ισχυρίζεται χτυπώντας ανάλαφρα την άκρη του ξίφους μου στο άνοιγμα της παλάμης του. «Έτσι έχεις τουλάχιστον μια επιλογή».
«Προτιμώ να πεθάνω», δηλώνω αποφασιστικά. Αισθάνομαι αηδία και μόνο στην σκέψη να γίνω μια από αυτούς.
«Αυτό κανονίζεται εύκολα», απαντά εξετάζοντας το όπλο μου.
Την επόμενη στιγμή το κοφτερό μέταλλο, που με υπηρέτησε πιστά όλους αυτούς τους αιώνες διαπερνά το σώμα μου δίνοντας τέλος στην ύπαρξή μου. Δεν υπάρχουν αίματα. Οι άγγελοι δεν ματώνουν. Αισθάνομαι όμως τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν αργά και βασανιστικά. Ένας ανώτερος στην ιεραρχία άγγελος όπως εγώ βιώνει αυτήν την στιγμή πιο έντονα από τους κατώτερους αγγέλους που απλώς σκορπίζονται σαν σκόνη φωτός στον αέρα.
Οι δαίμονες με απελευθερώνουν και η βαρύτητα με παρασέρνει προς τα κάτω. Τα φτερά μου καταφέρνουν να με συγκρατήσουν. Τα χέρια μου αναζητούν την χρυσή λαβή και συγκεντρώνω όσο κουράγιο μου απέμεινε για να τραβήξω την λεπίδα. Οι δαίμονες παρακολουθούν την κραυγή που συνοδεύει την προσπάθειά μου. Η λεπίδα λάμπει στο φεγγαρόφωτο, μα πλέον είναι αργά. Ακόμη και τα φτερά μου γέρνουν εξασθενημένα, καθώς η πνοή της ζωής με εγκαταλείπει. Παρασέρνομαι στην πτώση και συγκρούομαι με το κρύο μάρμαρό και το ξίφος γλιστρά από τα χέρια μου, ενώ οι επτά δαίμονες με κοιτούν με μάτια γεμάτα περιφρόνηση και οίκτο.
Μα τα δάχτυλά μου παραμένουν τυλιγμένα γύρω από το μενταγιόν του Ναθάνιελ. Την απόδειξη πως με αγαπά. Την υπόσχεση πως θα έρθει για εμένα…


Maria Mous