Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7.12.14

CPR of Love (Κεφάλαιο 6)



Οι περισσότεροι βρίσκονταν ήδη στο εστιατόριο απολαμβάνοντας ένα ποτήρι σαμπάνια στο προθάλαμο, ως απεριτίφ πριν το φαγητό.
«Τι έγινε; Έχουμε άγχος;» Με ειρωνεύεται ο Αλέξανδρος, όταν με πιάνει να ξεκουμπώνω το σακάκι μου.
Προτίμησα ένα απόλυτα μαύρο σύνολο με γιλέκο και γραβάτα μέσα από το σακάκι, που παρότι ήταν άνετα όταν τα δοκίμασα, τώρα με κάνουν να ασφυκτιώ.
«Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις από το να σχολιάζεις την κάθε μου αναπνοή;»
«Μπαα… Οφείλω να ομολογήσω πως είσαι χοτ θέμα. Πάω να χαιρετήσω. Θα έρθεις;» Δείχνει μια παρέα νοσηλευτριών που χαμογελάνε γδύνοντάς μας με τα μάτια.
«Θα με εκπροσωπήσεις επάξια. Σου έχω πλήρη εμπιστοσύνη».
Φεύγει αφήνοντάς με μόνο. Πίνω μια γερή γουλιά από την σαμπάνια στο χέρι μου και επιτρέπω στο βλέμμα μου να πλανηθεί ξανά στον χώρο. Γαμώτο, δεν βρίσκεται πουθενά... Μήπως ο Αλέξανδρος με ξεγέλασε για να έρθω;
«Δημήτρη παιδί μου, τι κάνεις;» Ο διευθυντής της θωρακοχειρουργικής παρότι δεν ανήκει στο τμήμα μας είναι επίτιμος καλεσμένος του διευθυντή μας.
«Περίφημα. Εσείς πως είστε κύριε Σακελαρόπουλε;» Απαντώ με θέρμη στην χειραψία του. «Η οικογένεια καλά;»
«Μια χαρά. Λοιπόν, Γιώργο, το αποφάσισα. Θα τον πάρω για μεταγραφή στην θωρακοχειρουργική. Τέτοιος επιστήμονας χαραμίζεται στην κλινική σου», ανακοινώνει γελώντας ο Σακελαρόπουλος στον διευθυντή μου που μόλις προστέθηκε στην παρέα.
«Κύριε Σακελαρόπουλε με τιμάει η πρότασή σας, αλλά παραμένω θύμα της  γοητείας που ασκεί η γενική χειρουργική. Αν ποτέ καταφέρω να απαλλαγώ από τα μάγια της να είστε σίγουρος πως θα σας προτιμήσω». Η πρότασή μου προκαλεί γέλια στους διευθυντές, ενώ ο Ιωάννου παράλληλα φουσκώνει από χαρά και υπερηφάνεια.
«Είδες τι παιδιά έχω στο τμήμα μου Σακελαρόπουλε; Ποτέ δεν με απογοητεύουν». Με χτυπά ελαφρά στην πλάτη ο διευθυντής μου.
Δεν προλαβαίνω όμως να νιώσω ικανοποίηση για αυτό, καθώς μια κίνηση στην σκάλα τραβά την προσοχή μου. Είναι εκείνη. Στολισμένη μέχρι λίγο πάνω από το γόνατο με ένα χρυσό φόρεμα με κρόσσια. Τα μαλλιά της είναι μαζεμένα σε ένα ψηλό κότσο έχοντας αφήσει μερικές τούφες να χορεύουν στο πρόσωπο της καθώς κινείται. Το μακιγιάζ της είναι ελαφρύ, δίχως να αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά της. Αντίθετα το μπεζ και το χρυσό στα βλέφαρά της τονίζουν την λάμψη των μελένιων ματιών της, ενώ το καφέ κραγιόν με προκαλεί να δοκιμάσω την γλύκα των χειλιών της.
Μου είναι αδύνατον να τραβήξω το βλέμμα από πάνω της, καθώς περιδιαβαίνει στην αίθουσα χαιρετώντας τους συναδέλφους και μοιράζοντας χαμόγελα. Ώσπου φτάνει κοντά μας και το άρωμα της φλερτάρει με τις αισθήσεις μου προκαλώντας ανατριχίλα στο σώμα μου. Αν μπορούσα θα την άρπαζα και θα την φιλούσα. Μόνο και μόνο για να αναγκάσω αυτά τα απρόσιτα μάτια να με κοιτάξουν…
«Καλώς το κορίτσι μας. Σακελλαρόπουλε να σου συστήσω το νέο και πάνω από όλα γοητευτικό απόκτημα του τμήματος. Από εδώ η δεσποινίς Έρση Ανδρέου. Έρση, ο κύριος Παύλος Σακελαρόπουλος, διευθυντής της θωρακοχειρουργικής».
«Αν και υπερβάλει λίγο ο κύριος διευθυντής, είναι μεγάλη μου χαρά που σας γνωρίζω κύριε Σακελαρόπουλε». Του χαρίζει ένα αστραφτερό χαμόγελο ενθουσιασμένη με την νέα της γνωριμία.
«Η χαρά είναι όλη δική μου ωραία μου δεσποσύνη». Απαντά εκείνος παίρνοντας το χέρι της για χειροφίλημα. «Βρε Ιωάννου που τα βρίσκεις αυτά τα παιδιά να πάω να τα βρω και εγώ;» Αναφωνεί.
Πίνω ακόμη μια γουλιά από το ποτό μου αποφεύγοντας να λάβω μέρος στα γέλια που ξεσπούν. Το θέαμα του διευθυντή να σαλιαρίζει με την Έρση με κάνει να θέλω να ξεράσω…
«Εμένα θα μου επιτρέψετε. Με καλούν…»
«Ναι Δημήτρη. Θα τα πούμε σε λίγο μέσα», απαντά ο διευθυντής στρέφοντας ολοκληρωτικά την προσοχή του στην απαστράπτουσα θεά.
Έχω εντοπίσει τον Αλέξανδρο μόνο του σε μια γωνιά και τον πλησιάζω βιαστικά.
«Ούτε μια ματιά δεν μου έριξε. Ούτε να με χέσει!» Ψιθυρίζω εκνευρισμένος και αδειάζω μονορούφι ότι απέμεινε στο ποτήρι μου.
«Κούλαρε μεγαλογιατρέ. Επίτηδες το κάνει», λέει κλείνοντας το μάτι στην Ανέτα που στέκεται παραπέρα με τον Ρίτσαρντ.
«Κοίτα τον Σακελαρόπουλο πως του τρέχουν τα σάλια…»
«Ας του τρέχουν. Σίγα μην κάνει τίποτα η Έρση με τον παππού. Έχει εμάς τα πιπίνια μες τα πόδια της και θα κοιτάξει αλλού;»
«Εσύ κοροϊδεύεις, αλλά εγώ δεν γελάω καθόλου», απαντάω ενοχλημένος.
«Δεν ξέρω τι λες, αλλά εγώ πάω να ρίξω δίχτυα στο επόμενο θύμα μου», ανακοινώνει αφήνοντάς με ξανά μόνο, την ίδια στιγμή που πιάνω το βλέμμα της Έρσης στραμμένο επάνω μου. Μα γρήγορα επιστρέφει στην κουβέντα της με τους δυο διευθυντές.
Φέρνω το ποτήρι στα χείλη και μόνο τότε θυμάμαι πως το έχω ήδη αδειάσει. Γαμώτο! Γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει τίποτα αρκετά ισχυρό να με αποσπάσει πλησιάζω τον Αλέξανδρο, την Ανέτα και τον Ρίτσαρντ. Είναι εντυπωσιακό το πως και οι τρεις αποτυγχάνουν να κρύψουν την έκπληξή τους μόλις με βλέπουν να στέκομαι δίπλα τους.
«Γεια», λέω ξερά.
«Γεια σας κύριε Παλαιολόγου», απαντούν με ένα στόμα και απόλυτα σαστισμένοι οι δυο φίλοι, ενώ ο Αλέξανδρος ξεκαρδίζεται στα γέλια.
Ευτυχώς για την αυτοεκτίμηση και τον εγωισμό μου φτάνει η ώρα να περάσουμε στην κυρίως αίθουσα, όπου μας υποδέχονται τα στρογγυλά και ντυμένα στα λευκά τραπέζια. Στολισμένα με λουλούδια και κεράκια ρεσώ, εντελώς άχρηστα στην ουσία, αφού το φως που σκορπίζει στην αίθουσα ο τεράστιος πολυέλαιος είναι τόσο έντονο, ώστε η λάμψη των κεριών χάνεται. Υποθέτω όμως πως εξυπηρετούν ως ντεκόρ και λογικά το γυναικείο φύλο θα το θεωρεί μια ρομαντική νότα στην άθλια βραδιά μας. Τέλος πάντων…
«Λοιπόν, είμαστε στο τραπέζι 23…» μουρμουρά ο Αλέξανδρος ερευνώντας τον χώρο.
«Το βρήκα». Τον καθοδηγώ ανάμεσα στον κόσμο που αναζητά εξίσου τις θέσεις του.
«Εγώ είμαι στην ένα και… όχι εκεί!» Με προλαβαίνει πριν καθίσω στην καρέκλα με το νούμερο δύο. «Εσύ είσαι στην θέση τέσσερα».
«Είσαι σοβαρός; Ποιος ηλίθιος μας έβαλε να καθίσουμε απέναντι και όχι δίπλα;»
Ο Αλέξανδρος ανασηκώνει τους ώμους με άγνοια και με τα νεύρα μου να τεντώνονται επικίνδυνα τραβάω την καρέκλα που προόρισαν για εμένα. Το καλό που τους θέλω να έχουν καλό κρασί! Γαμώτο, αλκοολικός θα γίνω εξαιτίας της…
 Η Μαρία και ο Άγγελος καταλαμβάνουν τις δυο καρέκλες ανάμεσα μας.
«Μα τι στο καλό συνέβη εδώ;» Απορεί η συνάδελφος. «Δημήτρη θέλεις μήπως να αλλάξουμε;» Προτείνει πριν καθίσει.
«Αυτό θα ήταν υπέροχο». Ή τουλάχιστον αυτό θα είχα απαντήσει και θα είχα πεταχτεί αμέσως όρθιος αν η μαγευτική φωνή της δεν είχε ακουστεί ακριβώς από πίσω μου.
«Χαίρετε. Τι κάνετε;»
Μια βροχή από «Καλά, εσύ», «Μια χαρά», «Τι κάνετε παιδιά;» κατακλύζει τα αυτιά μου, ενώ η Έρση, ο Ρίτσαρντ και η Ανέτα ολοκληρώνουν το κύκλο του τραπεζιού με την σειρά αναφοράς. Απέναντί μου ο Αλέξανδρος μου κλείνει με νόημα το μάτι και έπειτα χαμογελά στην Ανέτα. Να τος ο ηλίθιος!
«Εσύ Δημήτρη δεν χαιρετάς;» Απορεί χαμηλόφωνα η Έρση, για να ακούσω μονάχα εγώ.
«Μαρία η Ιωάννα δε θα έρθει;» Προσποιούμαι πως δεν την άκουσα.
«Κάποιος πρέπει να κάνει εφημερία», μου υπενθυμίζει η Μαρία.
«Σωστά». Τι χαζή ερώτηση.
Μα με την άκρη του ματιού μου πιάνω την Έρση να γυρνά εκνευρισμένη προς τον Ρίτσαρντ.
Οι σερβιτόροι αποφασίζουν να μας τιμήσουν με την παρουσία τους, οπότε χανόμαστε για λίγο στον συναρπαστικό κόσμο του μενού.
 «Μμμ… εγώ θέλω φιλέτο γαλοπούλας με σως από ξύδι μπαλσάμικο». Δίνει το έναυσμα ο Αλέξανδρος.
«Κάντε τα δύο», λέω παραδίδοντας τον κατάλογό μου.
«Μμμ… εγώ θα ήθελα ένα φιλέτο σολωμού με λαχανικά». Η Έρση χαμογελά με ευγένεια στον σερβιτόρο, ο οποίος της κλείνει το μάτι.
Τι αντιεπαγγελματικό! Σκέφτομαι απειλώντας τον με το βλέμμα μου. Ευτυχώς για εκείνον πιάνει το υπονοούμενο. Μαζεύει βιαστικά το μενού της και δεν της ρίχνει δεύτερη ματιά μέχρι που φεύγει. Το ενοχλημένο βλέμμα της με καίει, αλλά δεν της κάνω το χατίρι να στρέψω το πρόσωπο. Αναγκάζεται να καταφύγει και πάλι στον Ρίτσαρντ, αφού η Ανέτα δείχνει απασχολημένη με τα χείλη του Αλέξανδρου να μην ξεκολλούν από το αυτί της.
Το φαγητό κατεβαίνει με χαλαρή συζήτηση των συνδαιτυμόνων, στην οποία ελάχιστα συμμετέχω. Κυρίως παρακολουθώ. Εκείνην. Τα μάτια της λάμπουν κάθε φορά που ακούει κάποιον να μιλά για την δουλειά μας, καθώς οι συνάδελφοί αποκαλύπτουν τους τρόπους που χειρίστηκαν ιδιαίτερα περιστατικά. Τα μαγουλά της κοκκινίζουν και χαμηλώνει το βλέμμα με συστολή όποτε την επαινούν για τις ικανότητές της και ο λαιμός της τινάζεται μόλις το όνομά μου πέφτει στο τραπέζι.
Μετά από αρκετή ώρα και καθώς η ποσότητα αλκοόλ στο αίμα μας αυξάνεται η συζήτηση μπαίνει στην σφαίρα των αστείων περιστατικών, των πετυχημένων ανεκδότων και τα πειράγματα δίνουν και παίρνουν παρασέρνοντας ακόμη και εμένα.
«Εντάξει έχω ένα καλό». Ο Αλέξανδρος υψώνει τα χέρια μπροστά για να κερδίσει την προσοχή και τα γέλια καταπιέζονται στα χείλη μας.
«Που πήγε η μικρή Αννούλα μετά την έκρηξη;»
«Εδώ, εκεί, παραπέρα…» Λέμε όλοι με μια φωνή, αφού μέχρι και εγώ το γνωρίζω αυτό.
«Και τι της τραγουδάει ο μικρός Κωστάκης;» Μας επιτρέπει να ανταλλάξουμε απορημένα βλέμματα για μερικά δευτερόλεπτα. Ένα αόρατο μικρόφωνο βρίσκεται στο χέρι του και εκείνος κινείται στο ρυθμό: «Παντού θα σε ψάχνω… Παντού θα σε βρίσκω…»
Παρότι δεν το βρίσκω αστείο η Έρση και η Ανέτα τραντάζονται από τα γέλια που μεταδίδονται με ταχύτητα φωτός σε ολόκληρο το τραπέζι. Ώσπου η Έρση επαναλαμβάνοντας τους στοίχους ανάμεσα στα χαχανητά της ασυναίσθητα γέρνει πάνω μου και τα μεθυσμένα βλέμματά μας διασταυρώνονται.
«Ωχ, συγγνώμη». Το γέλιο της κόβεται μαχαίρι. Ανακτά την αυτοκυριαρχία της και ανακάθεται στην καρέκλα με ένα αμήχανο χαμόγελο.
Μέσα μου βράζω. Θέλω να την αρπάξω και να την σύρω με την βία αν χρειαστεί στο αμάξι μου. Να οδηγήσω μακριά από εδώ. Κάπου όπου κανείς δεν θα την γλιτώσει από τα χέρια μου και… Το αλκοόλ δεν μου κάνει καθόλου καλό, συλλογίζομαι παρατώντας το ποτήρι στο τραπέζι, ενώ οι γύρω μου γελούν στο τέμπο ενός αστείου που δεν παρακολούθησα.
«Ωραία φάγαμε, αλλά η μουσική εδώ είναι λίγο ψόφια. Πάμε να συνεχίσουμε σε κανένα κλαμπάκι;»
«Πολύ θα το ήθελα παιδιά, αλλά η ηλικία μου δεν το επιτρέπει πλέον. Και έχω ένα γιο που περιμένει αύριο να παρακολουθήσω τον αγώνα του, οπότε...» Απαντά η Μαρία.
«Εγώ είμαι πρωινός», λέει ο Άγγελος. «Ας συνεχίσει η τυχερή νεολαία που θα κοιμάται μέχρι αργά».
«Και εγώ είμαι πρωινός», λέει απολογητικά ο Ρίτσαρντ.
«Και εμείς ήρθαμε με το δικό του αμάξι, οπότε, όπου πάει ο οδηγός», συμπληρώνει η Έρση.
«Αυτό κανονίζετε. Θα σας πάμε εμείς. Ε, Δημήτρη;»
«Ε; Ναι», προφέρω αιφνιδιασμένος από την τροπή της συζήτησης.
«Δουλεύω και εγώ αύριο», επιμένει η Έρση.
«Το απόγευμα», επεμβαίνει η Ανέτα. «Δε θα μείνουμε και μέχρι το ξημέρωμα. Σωστά;»
«Σωστά. Για ένα ακόμη ποτό και να ξεδώσουμε λίγο. Εκτός και αν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος που δεν θέλεις να έρθεις…» Αν δεν τον ήξερα δεν θα αναγνώριζα το υπονοούμενο στον τόνο του Αλέξανδρου.
«Τι λόγος να υπάρχει; Απλώς εγώ…» Κάνει μια μικρή παύση αναζητώντας μια καλή δικαιολογία, αλλά το παρακλητικό βλέμμα της φίλης της και η επιμονή του Ρίτσαρντ πως θα της κάνει καλό να χαλαρώσει και να διασκεδάσει λίγο δεν της αφήνουν περιθώρια άρνησης.

«Τα είχες κανονίσει όλα από την αρχή, έτσι;» Τον κατηγορώ με συγκρατημένη οργή. Οργή τόσο για εκείνον όσο και για τον εαυτό μου, που από την μια, θέλει να  πλακώσει τον Αλέξανδρο στο ξύλο για την πλεκτάνη του και από την άλλη, πετά στα σύννεφα στην ιδέα πως θα περάσω το βράδυ κοντά στην Έρση.
«Ίσως…» Απαντά εκείνος παρακολουθώντας τα κορίτσια που δέκα αυτοκίνητα πιο πέρα αποχαιρετούν τον φίλο τους.
«Είναι και η Ανέτα στο κόλπο;»
«Και βέβαια όχι. Δεν σε χωνεύει και πολύ. Αλλά αν της ζητούσα να βγούμε οι δυο μας δεν θα δεχόταν».
«Δηλαδή εκμεταλλεύτηκες την κατάσταση μου για να ρίξεις την Ανέτα;» Απορώ σοκαρισμένος από την διαπίστωση.
«Πες μου τώρα ότι σε χάλασε…» Μου αντιγυρίζει ο Αλέξανδρος.
Αποστρέφω το βλέμμα ενοχλημένος, ενώ τα κορίτσια έρχονται προς το μέρος μας. Όχι δεν με χάλασε. Καθόλου. Αντιθέτως, με βοηθά περισσότερο από όσο περίμενα. Η Έρση δε θα δεχόταν να βγει μαζί μου ούτε καν αν μας πλαισίωναν οι φίλοι της. Αλλά είναι προφανές πως η Ανέτα τρέφει αισθήματα για τον Αλέξανδρο, μόνο που η φήμη του την κάνει διστακτική. Αν η Έρση συμφώνησε τελικά είναι για να συμπαρασταθεί στην φίλη της. Και η υπόθεση αφήνει να φανεί πως τον ίδιο σκοπό έχω και εγώ.
«Άσχημο πράγμα η φήμη του γυναικοκατακτητή τελικά», τον ειρωνεύομαι.
«Μιλά ο άνθρωπος των σπηλαίων».
«Νόμιζα πως τελειώσαμε με αυτό το αστείο». Δείχνω το γυμνό μου πρόσωπο.
«Χμμ… έχεις δίκιο. Δηλαδή να κρατήσω για εμένα την σπηλιά;»
«Θα χρειαστώ λεξικό για τις μαλακίες σου;»
«Το σπίτι βρε ηλίθιε. Ποιος από τους δυο θα πάρει το σπίτι;»
Αυτό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα…
«Έτοιμες;» Αναρωτιέται ο Αλέξανδρος, καθώς οι κοπέλες βρίσκονται υπερβολικά κοντά και μπορούν να ακούσουν.
Τα μάτια τους πετούν από το ένα όχημα στο άλλο, αφού ο Αλέξανδρος για λόγους που τότε δεν κατανόησα επέμεινε να φύγουμε από το διαμέρισμα ο καθένας με το δικό του αυτοκίνητο.
«Λοιπόν, η Ανέτα μαζί μου και η Έρση με τον Δημήτρη ή το αντίστροφο;»
Είναι γελοίο το πως κοιτάμε ο ένας τον άλλον προσποιούμενοι τους άνετους, σαν να έχουμε δικαίωμα επιλογής για ένα θέμα, που ολοφάνερα προκαλεί γενική αμηχανία. Ενώ όλοι καταβάθως γνωρίζουμε πως η απόφαση έχει ήδη παρθεί.
Η ατμόσφαιρα στο αμάξι είναι ηλεκτρισμένη ανάμεσα σε μένα και την Έρση, μα κανείς μας δεν τολμά να σπάσει την σιωπή. Φτάνοντας στο κλαμπ από καθαρή τύχη βρίσκουμε ένα τραπέζι στην γωνία με δυο καναπέδες, το οποίο μόλις τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Φυσικά ο Αλέξανδρος και η Ανέτα πιάνουν τον ένα και εγώ με την Έρση βολευόμαστε απέναντι.
«Τι θα πιεις;» Την ρωτώ.
«Μπα; Μιλάς εσύ; Νόμιζα πως η γάτα σου είχε φάει την γλώσσα», καγχάζει δείχνοντας τον εκνευρισμό της.
Την στραβοκοιτάζω ενοχλημένος από το σχόλιο και αμέσως μαζεύεται μετανιωμένη.
«Μια βότκα λεμόνι». Περισσότερο διαβάζω τα χείλη της παρά ακούω την φωνή της.
Νόμισα πως το να παριστάνουμε το φανάρι του Αλέξανδρου και της Ανέτας θα ελάφρυνε το κλίμα ανάμεσά μας. Μα προφανώς αυτό δεν συμβαίνει. Το ζευγαράκι μιλά και γελά χαμένο στην προστατευτική γυάλα που πλάθει το ρομάντζο γύρω του. Ενώ ανάμεσα σε εμένα και την Έρση ακόμη και ο αέρας μοιάζει να φλέγεται. Δεν μπορεί να ήρθε μόνο για συμπαράσταση στο ερωτικό δράμα των φίλων μας. Που στο κάτω κάτω δεν είναι καν δράμα…
Ο σερβιτόρος φεύγει με τη παραγγελία μας και η Ανέτα σηκώνεται απλώνοντας το χέρι της στην Έρση. «Πάμε να χορέψουμε;»
Εκείνη συμφωνεί με ένα νεύμα και χάνονται μαζί μέσα στο πλήθος. Ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες που χτυπιούνται στο ρυθμό του μπιτ. Και κυρίως… ανάμεσα σε αντροπαρέες που τις τρώνε με τα μάτια…
«Όλα καλά;» Σκύβει κοντά στο αυτί μου ο Αλέξανδρος.
Υποθέτω πως το φουρτουνιασμένο ύφος μου τον καλύπτει ως απάντηση, γιατί συμπληρώνει: «Για να επανορθώσω που σε εκμεταλλεύτηκα, αν καταφέρεις να την σύρεις μέχρι την σπηλιά σου, τότε είναι δική σου για απόψε».
«Ξέχασα να φέρω το ρόπαλο».
«Τότε βρες τρόπο να την κάνεις να περπατήσει μέχρι εκεί».
«Δεν νομίζω πως θέλει…»
«Έχουν και οι φακοί σου πρόβλημα τώρα; Η κοπέλα σε κοιτάζει και λιώνει. Πώς να αντισταθεί σε αυτό το μωρουδίστικο δερματάκι; Σαν πωπουδάκι μωρού…» Μου τσιμπά τα μάγουλα σαν να είμαι κάνα μωρό.
«Κόφτο ρε μαλάκα!» Αποτραβιέμαι χτυπώντας του τα χέρια, την στιγμή που φτάνει ο σερβιτόρος.
Μας κοιτάζει περίεργα, μα σίγουρα έχουν δει πολλά τα μάτια του, γιατί επιστρέφει γρήγορα στην δουλειά του και παραδίδει τις παραγγελίες δίχως να μας ρίξει δεύτερη ματιά. Ο Αλέξανδρος έχει ένα τεράστιο χαμόγελο διασκεδάζοντας με την σκηνή. Με το ζόρι κρατιέται να μην διαλυθεί σε χαχανητά και εγώ με το ζόρι κρατιέμαι να μην τον δείρω. Πληρώνουμε και για τα ποτά των κοριτσιών εκμεταλλευόμενοι την απουσία τους και έπειτα ο Αλέξανδρος στριμώχνεται στο τσούρμο για να χορέψει μαζί τους.
Αρνούμαι να ακολουθήσω. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που βρέθηκα σε κλαμπ με στόχο την διασκέδαση. Κάποτε το θεωρούσα λυτρωτικό. Μια δόση ελευθερίας. Τώρα παρατηρώντας όλους αυτούς που κινούνται στον ρυθμό μιας μουσικής που κάποιος άλλος ορίζει αισθάνομαι σαν το ψάρι έξω από το νερό.
Το να στοχεύεις στην τελειότητα απαιτεί θυσίες. Και μερικές φορές είναι πιο εύκολο να κλειστείς στο καβούκι σου από το να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα. Ώσπου μια μέρα η πραγματικότητα πέφτει με φόρα επάνω σου και σε ρίχνει κάτω γκρεμίζοντας τους τοίχους που έχεις υψώσει. Και τότε ξυπνάς για να ανακαλύψεις πως ο χρόνος δεν σε περιμένει… Η ζωή σε προσπερνά και εσύ έχεις δυο επιλογές. Είτε να συνεχίσεις το κρυφτό πίσω από το λαβωμένο πια καβούκι είτε να δώσεις στα πόδια σου φτερά, να τρέξεις και να την κυνηγήσεις, να την διεκδικήσεις! Διαφορετικά… θα το κάνει κάποιος άλλος…
Σώματα χτυπούν στους ώμους μου, μα είναι ανίκανα να ανακόψουν την ορμή μου. Τα μάτια μου έχουν κλειδώσει στον στόχο μου.
«Τι δεν καταλαβαίνεις ρε φίλε; Άφησέ με!»
Η απόσταση μοιάζει τεράστια, αλλά επιτέλους, οι παλάμες μου ακουμπούν προστατευτικά στους ώμους της και το σώμα της τσιτώνεται κάτω από το άγγιγμά μου.
«Λυπάμαι κύριε, αλλά η κυρία συνοδεύεται», προφέρω απειλητικά.
Ο άντρας σαστίζει μπροστά στην όψη μου, δίνοντας μου την ευκαιρία να αποσπάσω ανώδυνα την Έρση από την λαβή του. Ευτυχώς εκείνη δεν αντιδρά καθώς την οδηγώ προς το τραπέζι μας. Συνεχίζω να κεραυνοβολώ τον τύπο. Η μέθη υπέταξε τον εγκέφαλό του αρκετά, ώστε να την πέσει στην άτυχη κοπέλα που πέρασε από δίπλα του καθώς εγκατέλειπε το πλήθος, μα ευτυχώς διατηρεί κάποια κομμάτια λογικής ώστε να μην ζητήσει τα ρέστα από τον τσαντισμένο φίλο της.
«Σε ευχαριστώ… Τι κάνεις;» Απορεί μπερδεμένη βλέποντάς με να μαζεύω τα πράγματά μας.
«Φεύγουμε», απαντώ αρπάζοντάς την από το μπράτσο. Αυτήν την φορά δεν είναι το ίδιο δεκτική στο να με ακολουθήσει.
«Μα…»
«Φεύγουμε είπα!» Ανακοινώνω άγρια και την αναγκάζω να με ακολουθήσει με την βία μέχρι την έξοδο.
«Άφησέ με!» Επαναλαμβάνει για εκατοστή φορά. «Με πονάς!» Ουρλιάζει μόλις βγαίνουμε στο παρκινγκ και μόνο τότε την αφήνω να ξεγλιστρήσει. «Τι σε κάνει να νομίζεις πως θα φύγω μαζί σου!»
«Τι σε κάνει να νομίζεις πως θα συνεχίσω να ανέχομαι τον κάθε ξελιγωμένο μαλάκα να σου την πέφτει!» Βγαίνω εκτός εαυτού.
«Δεν μου την πέφ- και τι στο διάολο σε νοιάζει εσένα ποιος μου την πέφτει και ποιος όχι! Σε ευχαριστώ για την βοήθεια, αλλά τα καταφέρνω και μόνη μου!»
«Ναι! Το βλέπω!» Φωνάζω όλο ειρωνεία.
«Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να ανακατεύεσαι στην ζωή μου!» Ωρύεται εκείνη «Και αν θες να ξέρεις, δεν είχες καμία διαφορά από όλους αυτούς τους ξελιγωμένους μαλάκες όταν όρμησες μέσα στο σπίτι μου και με φίλησες!»
Η οργή μου συγκρούεται με τα χείλη της, καθώς της ορμώ σαν το αρπακτικό στην λεία του. Το θύμα μου δεν πέφτει αμαχητί. Μα όσο παλεύει για να ξεφύγει τόσο φουντώνει η μανία μου. Τα παλτά και το τσαντάκι της γλιστρούν στο τσιμέντο, ενώ τα χέρια της παγιδεύονται ανάμεσά μας.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις;»
«Αυτό που έπρεπε να έχω κάνει από την αρχή». Την κολλώ στο σώμα μου με τόση λαχτάρα που με συγκλονίζει. Παρατείνω όσο γίνεται τα απεγνωσμένα μου φιλιά. Τρέμω στην ιδέα πως εξακολουθεί να θέλει να τρέξει μακριά, ακόμη και όταν παραδίδεται και το στόμα της παρασύρεται στην δική μου θύελλα.
Τα χείλη μας χωρίζονται μέσα σε κοφτές ανάσες. Αναζητώ τα μάτια της για να διαβάσω την αλήθεια. Μα αυτή ξεχύνεται μέσα από δάκρυα…
«Τι θες από μένα γαμώτο;» Προφέρει εξασθενημένη. «Γιατί μου το κάνεις αυτό;»
«Εσένα θέλω γαμώτο».
Και όλη μου η ένταση ξεσπά σε δυο γλυκά χείλη, που με υποδέχονται με θέρμη… 


Εβελύνα & Μαρία