Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.2.15

Η Τελετή (Κεφάλαιο 5)



    Ξυπνάω στο κρεβάτι μου. Δίπλα μου κοιμάται η Κάσι. Κοιτάω στο κομοδίνο δίπλα μου για να δω την ώρα. Αλλά πουθενά το ρολόι. Τώρα θυμήθηκα. το κατέστρεψα λίγο πριν την τελετή. Σηκώνομαι πολύ ήσυχα ψάχνοντας το κινητό μου. Το εντοπίζω πάνω στο γραφείο μου. Προσπαθώ να το ανοίξω άλλα τίποτα. Τι στο.? Πριν γίνει η τελετή ήταν γεμάτη η μπαταρία!

  «Τάτι?» ακούω την αδερφή μου να ξυπνάει. «Τι κανείς όρθια? Πώς νιώθεις? Είσαι καλά?» δεν σταματήσει να κάνει ερωτήσεις σπασμωδικός.


   «Ει.. Ηρέμισε. Καλά είμαι. Τι έγινε?» Η Κάσια με παίρνει αγκαλιά και με σφίγγει.
«Φοβήθηκα τόσο πολύ. Φοβήθηκα ότι θα σε χάσω. Ήσουν 4 μέρες λιπόθυμη.»
«Τιιιιιι???!! Τι έγινε??!!» τινάζομαι ολόκληρη και μένω να την κοιτάζω με γουρλωμένα τα μάτια. Άραγε τα κατάφερα? Ή όλα πήγαν χαμένα?

«Πέρασες και από την 6η αστραπή. Τα κατάφερες. Αλλά λιποθύμησες.»

«Τα κατάφερα?» λέω τόσο σιγά που δεν ακουστικά καν.

«Τι?» Τεντώνει το κεφάλι της προς το μέρος μου για να με ακούσει.

«Τα κατάφερα!!!!» φωνάζω και αρχίζω να χοροπηδάω σαν κοριτσάκι σε όλο το δωμάτιο.


    Από τις τσιρίδες μου μπήκε μέσα ο Άντονι με ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο. Με κοιτάζει και αμέσως το πρόσωπό του παίρνει την ήρεμη επαγγελματική του έκφραση. Με πλησιάζει και φαίνεται ότι είναι έτοιμος, αν όχι να με κατσαδιάσει, σίγουρα τότε να με βάλει να ξεκινήσω τα βασιλικά μου καθήκοντα.


«Βλέπω ότι ξυπνήσατε επιτελούς βασίλισσα μου. Χαίρομαι για αυτό. Αν όμως νιώθετε τόσο καλά ώστε να χοροπηδάτε και να τρομάζετε τον κόσμο με τις φωνές σας τότε σίγουρα έχετε αρκετή δύναμη για κάποιες εκκρεμότητες που έχετε.» λέει με σοβαρό ύφος.


      Να τα μας. το είπε τόσο ήρεμα, λες και είναι φυσικό, που μου φάνηκε ότι με ειρωνευόταν. Η μήπως πράγματι το έκανε? Πήρα μια έκφραση στο πρόσωπο μου που έδειχνε φανερά ποσό πολύ με πείραξε ο τόνος του και ότι σίγουρα δεν έχω καμία διάθεση να κάνω το οτιδήποτε σήμερα. Παρόλο αυτά μου κάνει νόημα με το χέρι του και κάνει στην άκρη μπροστά από την ανοιχτή πόρτα για να περάσω.

    Κοκκινίζω ολόκληρη από τα νευρά μου και φουριόζα βγαίνω από το δωμάτιο. Ο Άντονι δεν με ακολούθησε. Γυρνάω πίσω να δω που είναι και τον έπιασα να ψιθυρίζει κάτι με την Κάσια. Με το που με είδαν σταμάτησαν να μιλούν και ο Άντονι ήρθε προς το μέρος μου για να με οδηγήσει στις «εκκρεμότητες» που είχα. Τα μάτια μου γίνονται μια γραμμή και κοιτάζω εξεταστικά την Κάσια, ενώ τα δικά της  έχουν καρφωθεί στο πάτωμα.


«Έρχεσαι βασίλισσά μου?» ακούω τον Άντονι να λέει από το τέλος του διαδρόμου. Δεν λέω τίποτα και τρέχω στο πλάι του ακολουθώντας τον.
  

   Άρχισε να μου μιλάει για κάτι βασιλικά καθήκοντα. Κάτι για την εμφάνιση μου. Για τον λόγο μου, τα μαλλιά μου, τα ρούχα μου, ακόμα και κάτι για το δωμάτιό μου, μου είπε αλλά δεν μπόρεσα να τον προσέξω. Το μυαλό μου τρέχει σε βασανιστικά ερωτήματα. Κι' άλλα μυστικά? Τι γίνεται πάλι? Δεν μπορώ να καταλάβω παντός αν νιώθω καμία διάφορα πάνω μου. Έχω αρκετά νευρά αλλά αυτά πρέπει να είναι εξαιτίας του μονολόγου του Άντονι. Κοιτάζω το πάτωμα σε όλη την διαδρομή. Δεν αργούμε πολύ να περάσουμε μερικούς διάδρομους, που με στοιχειώνουν, και σταματάμε μπροστά από μια τεραστία ξύλινη πόρτα. Στο κέντρο ήταν σκαλισμένο το σύμβολο μας και γύρο του είχε διάφορα λουλούδια. Τα μάτια μου έμειναν ανοιχτά  μπροστά στο θέαμα αυτό. Καυτά δάκρυα έρχονται προς τα έξω από τις αναμνήσεις. Ξαφνικά σκαλώνω και όλα τα δάκρυα γίνονται θύμος.

  
    «Τι δουλειά έχουμε εδώ?» μουγκρίζω με απειλητικό τόνο.

« Δεσποινίς μου, συγγνώμη, βασίλισσα μου. Σας το είπα μόλις τώρα. Πρέπει να έρθετε στην βασιλική καμπίνα τώρα πια. Το δωμάτιό σας δεν είναι κατάλληλο..» λέει με ασταθής φωνή.


   Όχι.. Όχι το δωμάτιο των γονιών μου. Πώς θα μπορέσω να μείνω εδώ μέσα με τόσες αναμνήσεις να με τρώνε? Δεν λέω λέξη και φεύγω φουριόζα. Πώς τολμάει αυτός ο τιποτένιος να μου ζητάει κάτι τέτοιο? Λες και  δεν ξέρει! Λες και δεν γνωρίζει τίποτα! Το κεφάλι μου πάει να σπάσει από τα συναισθήματα.

    Τρέχω κατεβαίνοντας τα σκαλιά δυο-δυο ώσπου φτάνω στην είσοδο του κτιρίου. Ανοίγω την τεράστια πόρτα της εισόδου και πετάγομαι έξω. Σαν να περνώ ξανά ανάσα. Τρέχω προς μια κατεύθυνση και νιώθω ότι τα πόδια μου έχουν πάρει φωτιά. Τρέχω μέχρι που βλέπω μπροστά μου το κτίριο του γυμναστηρίου. Σταματάω έξω από την πόρτα και περνώ μια βαθιά ανάσα για να ξελαχανιάσω και μπαίνω μέσα. Ο χορός είναι σχεδόν άδειος. Δυο νέοι φύλακες κάνουν εξάσκηση. Είναι Κυριακή και όλοι οι εκπαιδευτές έχουν ρεπό σήμερα. Συνεπώς και οι μαθητευόμενοι έχουν μια μέρα μακριά από τρέξιμο, βαρύ και πάλη.

    Θυμάμαι που πιο μικρή ανυπομονούσα να έρθει η Κυριακή για να μην αναγκαστώ να ξυπνήσω όπως κάθε μέρα στις 5:00 πμ. Μέχρι που μια μέρα σταμάτησα να έχω «ρεπό» γενικός. Πρέπει να ήμουν γύρο στα 12-13 όταν έγινε αυτό. Είπαν ότι έχω αποκτήσει πολύ σωματική δύναμη για την ηλικία μου αλλά δεν ξέρω να κάνω τίποτα παραπάνω από το να δίνω καλές κλοτσιές και μπουνιές. Στην αρχή παραπονιόμουν αλλά μετά το συνήθισα. Σταμάτησαν να με φέρνουν εδώ για να με προπονήσουν όπως συνήθιζαν και άρχισαν να με πηγαίνουν σε μέρει που δεν μου άρεσαν. Με έκλειναν μέσα σε δωμάτια σκοτεινά, με μερικές φορές μόνο ένα ποτήρι νερό ή 3 μικρές πέτρες, και περίμεναν μέχρι και μέρες μέχρι να βρω έναν τρόπο να βγω από εκεί μέσα. Σταδιακά όταν μάθαινα όλο και περισσότερους τρόπους για να το σκάω έξω από τα δωμάτια υπήρχαν λαβύρινθοι ή ακόμα και φύλακες που μου επιτίθονταν προκειμένου να με κρατήσουν «αιχμάλωτη». Σπάνια έβγαινα από εκεί μέσα με σοβαρά τραύματα ή έτοιμη να λιποθυμήσω από την κούραση. Όταν όμως συνέβαινε αυτό ήταν πολύ επώδυνο.

    Τώρα βρίσκομαι μπροστά από έναν σάκο του μποξ. Όταν ένιωθα πιεσμένη (σχεδόν πάντα δηλαδή) ή ήθελα να κρυφτώ ερχόμουν εδώ. Δεν θυμάμαι ποτέ να τρέχω στους κήπους και στους διαδρόμους για να παίξω. Θυμάμαι να κάθομαι στο δωμάτιο μου όταν δεν είχα προπόνηση και να μελετάω διάφορες κινήσεις άμυνας, επίθεσης  και στρατηγικής, ακούγοντας έξω από την πόρτα μου τα χαχανητά και τα ποδοβολητά της Κάσιας. Πάντα την ζήλευα. Ήταν ελεύθερη να κάνει ότι θέλει.

   Ένα βραδύ άκουσα την πόρτα μου να χτυπά απαλά. Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και την άνοιξα επιφυλακτικά. Ήταν η Κάσια με ένα τζιν παντελόνι που δεν το συνήθιζε μέχρι ακόμα και σήμερα , και κρατούσε από το χέρι την κόρη της μαγείρισσας. Μου νεύει να κάνω ησυχία και με ένα χαμόγελο μου κάνει νόημα να την ακολουθήσω. Το έκανα και βγήκαμε έξω από το κτίριο φτάνοντας σε μια λιμνούλα. Τότε η Κάσια με καταβρέχει με νερό και βούτηξε μέσα. Εγώ βάζω τα γέλια και την ακολουθώ. Η Χέιδεν καθόταν έξω και γελούσε ασταμάτητα βλέποντας μας να πνίγουμε η μία την άλλη.

    Μετά όμως από λίγο σιωπή πέφτει και η σκιά της μητέρα μου βρίσκεται από πάνω μου. Με μια κίνηση με αρπάζει από τα μαλλιά και με βγάζει έξω από το νερό. Εγώ φώναζα από τον πόνο αλλά δεν έκλαψα. Επιτόπου μου σκάει δύο χαστούκια τόσο δυνατά που νόμιζα ότι το σαγόνι μου είχε φύγει. Αλλά δεν την κατηγόρησα. Ποτέ δεν το έκανα. Ήμουν η τελευταία ελπίδα και όσο άσχημο και αν ήταν δεν υπήρχε χρόνος για παιδιαρίσματα ακόμα και για ένα παιδί.


«Αυτό για να μάθεις να φέρεσαι σαν σχολιαρόπαιδο και όχι σαν μια βασίλισσα. Σε 5 χρονιά δηλαδή τι θα κανείς? Πρέπει να καταλάβεις πια ότι δεν είσαι παιδί. Σταματά να φέρεσαι σαν ένα λοιπόν. Θα έπρεπε να ντρέπεσαι. Τσακίσου στο δωμάτιο σου. Αύριο έχεις προπόνηση.»  μου είπε επιβλητικά και χωρίς να πω τίποτα αποχώρισα με τα μάτια μου βουρκωμένα. Πίσω μου το μόνο που άκουσα ήταν: « Όσο για εσένα δεν το περίμενα να παρασύρεις έτσι την αδερφή σου. Ξέρεις πολύ καλά την κατάσταση. Στεγνώσου γρήγορα και πήγαινε για ύπνο.» Τόσο απλά..

   
    Δάκρυα θυμού γεμίζουν για μια ακόμα φορά τα μάτια μου και κοιτάζω όλο μισός τον σάκο μπροστά μου. Κάνω γροθιά το χέρι μου και του δίνω τέτοιο χτύπημα που η αλυσίδα σπάει.  Θα ορκιζόμουν ότι ένιωσα κάτι να σπάει και στο χέρι μου επίσης. Τα δάχτυλά μου ουρλιάζουν από τον πόνο αλλά μετά από μερικά βασανιστικά δευτερόλεπτα τίποτα. Λες και δεν συνέβη τίποτα.
   Έχω πέσει στα γόνατα και κοιτάζω το χέρι που μόλις τώρα έσπασε την αλυσίδα του σάκου. Σηκώνω το βλέμμα μου και βλέπω τους δύο νεαρούς που ήταν στο γυμναστήριο να με κοιτάνε με γουρλωμένα τα μάτια. Ο ένας έρχεται προς το μέρος μου. Ψιλός γυμνασμένος με κάστανα μαλλιά και μελί μάτια. Σταματάει δίπλα μου και σκύβει για να έρθει στο ύψος μου.

«Πώς μπορούν αυτά τα χέρια να κρύβουν τόση δύναμη και οργή μέσα τους?» μου λέει και παίρνει το χέρι μου στα δικά του ψάχνοντας το για τυχόν σπασίματα. Δεν το έπιασα το υπονοούμενο.. Τι εννοεί? Ότι δείχνω αδύναμη? Του ρίχνω ένα ιρανικό χαμόγελο αλλά αυτός ανταποδίδει γλύκα.

«Δεν νομίζω να έσπασες τίποτα. Αν όμως πονάς βάλε λίγο πάγο» μου λέει με έναν γοητευτικό τόνο καθώς σηκωνόταν όρθιος.

«Ευχαριστώ» λέω λίγο πιο ήρεμα.

«Χάρολντ» μου λέει και μου δίνει το χέρι του για να με σηκώσει. Έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα μου. Δεν δέχομαι την ευγενική του χειρονομία και σηκώνομαι μόνη μου.

«Τατιάνα» αποκρίνομαι και νιώθω ντροπή στο άκουσμα του ονόματος μου. Δεν θέλω να είμαι αυτή που είμαι.. Αυτός ο τύπος όμως είναι γλυκός παρόλο την άσχημη συμπεριφορά μου και δείχνει να μην έχει καταλάβει ποια είμαι και κάπως με ανακουφίζει αυτό.

«Ωραίο όνομα.» μου λέει. «Έχεις  ίδιο όνομα με την βασ...» κοιτάζω το πάτωμα καθώς κόβει τα λόγια του. Ωραία.. Το κατάλαβε.. Γουρλώνει τα μάτια και σκύβει σε μια υπόκλιση. «Συγγνώμη μεγαλειοτάτη» λέει με σκυμμένο το κεφάλι και φεύγει σχεδόν τρέχοντας.


    Έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό να χάσκει. Προς τι αυτή η συμπεριφορά? Ετοιμάζομαι να πάω να ζητήσω εξηγήσεις όταν μπαίνουν μέσα επτά άτομα. Τέσσερεις φρουροί και τρεις νέοι που δεν έχω ξαναδεί εδώ τριγύρω. Όχι ότι άμα έμεναν εδώ θα τους ήξερα κιόλας.. Ο αρχηγός της ομάδας  κάνει κίνηση να μου μιλήσει.


«Μεγαλειοτάτη, δεν περίμενα να σας βρω εδώ. Εννοώ. ψάχνω τον στρατηγό για μια επείγουσα δουλειά που προέκυψε. Γνωρίζεται μήπως που βρίσκεται?» μου λείε με ήρεμο τόνο.

«Ναι.» αποκρίνομαι. «Είναι σπίτι του με την οικογένεια του και αν υπολογίσω από την ώρα τώρα πρέπει να παίρνει το γεύμα του. Κάτι που ήσουν υπόχρεος να ξέρεις.» του λέω επικριτικά σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος μου.

«Έχετε δίκιο υψηλοτάτη, συγγνώμη» κάνει υπόκλιση και πάει να φύγει.

«Όμως μιας και είμαι εγώ εδώ, μπορώ να βοηθήσω.» συνεχίζω και προσπερνάω το γεγονός ότι πήγε να φύγει χωρίς την άδειά μου. Φαίνεται ότι οι τυπικότητες έχουν ξεχαστεί εδώ πέρα.

«Μάλιστα» λέει και εκείνη την στιγμή έρχονται οι τρεις νέοι μπροστά μου. «Βρήκαμε αυτούς τους τρεις να προσπαθούν να μπουν στην βασιλική άυλη χωρίς άδεια». Ήταν δυο αγόρια  στην ηλικία μου και μια κοπέλα κοντά στα 25 κοντή με σγουρά μαλλιά και άγριο πρόσωπο.

«Αφήστε μας» προστάζω και οι φρουροί μαζί με τους άλλους δυο, που ήταν έτσι και αλλιώς έτοιμοι να φύγουν, βγαίνουν από το κτήριο.


     Έχω μείνει μόνη μου με τους καταπατητές του σπιτιού μου. Βάζω τα χέρια πίσω από την πλάτη μου και με αργά βήματα κάνω κύκλους γύρο τους εξετάζοντάς τους σπιθαμή προς σπιθαμή. Τα δυο αγόρια έχουν κατεβασμένα τα κεφάλια τους ενώ η κοπέλα το έχει ψηλά. Καμία ένδειξη σεβασμού. Τα αγόρια είναι δίδυμα αν κρίνω από την ομοιότητα που έχουν μετάξι τους. Η στάση τους αποδεικνύει ότι έχουν μετανιώσει για όποιον λόγο και αν ήρθαν εδώ και ότι φοβούνται. Κάλο αυτό. Η κοπέλα όμως πρέπει να είναι ο «εγκέφαλος» της υπόθεσης. Μίσος κυριαρχεί στο πρόσωπο της και οι γροθιές της είναι σφιγμένες. Στα μανίκια της υπάρχουν μαύροι λεκέδες, σημάδια ότι χρησιμοποίησε φωτιά. Το πρόσωπο μου σκληραίνει. Απαγορεύεται να χρησιμοποιούν τις δύναμης τους. όποιος και αν είναι ο λόγος που χρησιμοποίησε φωτιά, δεν είναι κάλος.

«Λοιπόν. Για ποιο λόγο προσπαθούν, δύο σχολιαρόπαιδα και μια.. Μια. δεν ξέρω και εγώ τι, να μπουν σε έναν χώρο υψίστης ασφαλείας χωρίς άδεια?» λέω ιρανικά. Τα μάτια της κοπέλας πετάνε σπίθες και θύμος φουντώνει όλο και περισσότερο μέσα της.

«Για να πάρεις εσύ και ότι έχει απομείνει από την αποτυχημένη οικογένεια σου ότι σας αξίζει.» λέει με μισός σχεδόν φτύνοντας αυτές τις λέξεις. Τα δύο αγόρια μπαίνουν ανάμεσα μας.

«Σας παρακαλώ μεγαλειοτάτη, μην της κάνετε κακό, δεν ξέρει τι λέει, τα έχει χαμένα» λέει ικετευτικά ο ένας. Τώρα όμως δεν είναι η μόνη που έχει κυριευτεί από θυμό. Κάνω νεύμα στους δυο άντρες να απομακρυνθούν και μετά από λίγο με δυσπιστία πισοπατούν.

«Και τι ακριβός είναι αυτό?» λέω όσο πιο απειλητικά μπορώ.

«ΑΥΤΟ!» φωνάζει και κάνει μια αποτυχημένη προσπάθεια να με χτυπήσει με την φλεγόμενη γροθιά της.


      Κάνω μια γρήγορη κίνηση στο πλάι και αστοχεί. Αυτό είναι! Αυτή η μικρή χωριάτισσα  το παράκανε! Της ρίχνω μια μικρή πετρά στο κεφάλι με μεγάλη δύναμη και αυτή πέφτει στο πάτωμα. Το  κούτελό της αιμορραγεί. Φαίνεται να ζαλίζεται αλλά δεν μια νοιάζει τίποτα. Το μυαλό μου θολώνει. Την σηκώνω και την κοπανάω στον τοίχο με δυο δυνατές κινήσεις αέρα. Δεν βλέπω τίποτα πάρα μόνο μίσος. Της παγώνω τα άκρα πάνω στον τοίχο και την αφήνω να χτυπιέται για να απελευθερωθεί. Ακούω φωνές γύρο μου και ποδοβολητά. Το χέρι μου παίρνει φωτιά και πάω να την πιάσω από τον λαιμό, αλλά κάποιος το παγώνει και με ρίχνει κάτω.  Δεν βλέπω. κοπανιέμαι ανελέητα για να απελευθερωθώ. Τα καταφέρνω μετά από μερικές στιγμές και βάζω αυτόν που ήταν από πάνω μου τώρα στο πάτωμα σφίγγοντας τον στο λαιμό.

«Τατιάνα τι κανείς? Με πονάς!» Άμεσος η λαβή μου απελευθερώνεται και ανοίγω διάπλατα τα μάτια μου και μαζεύομαι στην γωνία. Σαν να φοβάμαι κάτι. Μόνο που αυτό που φοβάμαι δεν είναι κάτι, αλλά ο ίδιος μου ο εαυτός.

«Ο Θεοί. Τι έκανα? Κάσι... Συγγνώμη... Εγώ..»
    

      Προσπαθώ να απολογηθώ αλλά λόγια δεν βγαίνουν από το στόμα μου. Πήγα να πνίξω την αδερφή μου. η φωνή μου έχει γίνει ψίθυρος. Μου έρχεται να κλάψω. Θέλω να κλάψω αλλά δάκρυα δεν έρχονται στην επιφάνεια. Κοιτάζω  το πρόσωπο της που ήρθε μπροστά από το δικό μου. Και σαν να ξυπνώ από ένα τρομερό εφιάλτη μπορώ να δω τα τρομαγμένα μάτια της να με κοιτάζουν. Την παίρνω αγκαλιά και την σφίγγω. Δεν την αφήνω να φύγει. Την ακούω να λέει στους πάντες να βγουν έξω και να ενημερώσουν επειγόντως τον στρατηγό για την υπόθεση των τριών ατόμων που εισέβαλαν στην άυλη και που παραλίγο να σκοτώσω. Κάθεται για μερικά λεπτά δίπλα μου χαϊδεύοντάς μου το χέρι. Μετά από λίγο σηκώνεται και με τραβάει για να σηκωθώ και εγώ


«Έλα. Πάμε μια βόλτα» μου λέει χαμογελώντας με την γλυκιά φωνή της και αποκρίνομαι.

 Που πάμε?
 Πώς μπορεί να είναι τόσο ήρεμη?

 Τι μου συμβαίνει.?....


Voula GK