Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

31.3.15

Η Τελετή (Kεφάλαιο 7)


 Ξημερώνει και ο δυνατός ήλιος περνάει μέσα από μερικά κλαδιά και φτάνει στα μάτια μου, αναγκάζοντάς με να ξυπνήσω. Ησυχία. Όλα είναι τόσο γαλήνια και ήρεμα. Ένα χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη μου. Μετά από τόσο καιρό δεν έχω κανέναν και τίποτα να με κρατάει. Σηκώνομαι όρθια και τεντώνω το σώμα μου. Πάω στο ποτάμι και βγάζω τα ρούχα μου και κάνω μια βουτιά για να ξεπλύνω το ξεραμένο αίμα από πάνω μου. Βγαίνω έξω και παρατηρώ τα ρούχα μου. Είναι κουρελιασμένα, καμένα και βρόμικα. Παρόλο αυτά τα βάζω καθώς είναι τα μόνα που έχω στην κατοχή μου αυτήν την στιγμή. Ψάχνω τις τσέπες του λιωμένου τζιν μου και βρίσκω μερικά χρήματα που μου είχε δώσει η Κάσια για να δώσω στον Άντονι για να της πάρει κάτι φορέματα. Δεν είναι όμως αρκετά. Δεν ξέρω αν θα φτάσουν και για ρούχα και για στέγη. Γιατί σίγουρα δεν έχω καμία πρόθεση να γυρίσω πίσω. Όχι ακόμα τουλάχιστον.
     
     Κατευθύνομαι προς το χωριό εφόσον πάλη καλά γνωρίζω ακριβός που βρίσκεται. Βγαίνοντας από το μικρό δάσος που περικυκλώνει το ποτάμι αντικρίζω μικρές μονοκατοικίες. Κανείς στον δρόμο. Προχωρώντας όλο και πιο βαθιά στο χωριό τα σπίτια γύρο μου όλο και μαυρίζουν περισσότερο. Το ένα πιο άθλιο από το άλλο. Στενοχώρια περικλείνει την καρδιά μου και θύμος το μυαλό μου. Εγώ γιατί δεν τα ξέρω όλα αυτά? Ένα δυνατό γουργουρητό μου καρφώνει το στομάχι. Πεινάω. Πεινάω τόσο πολύ που μπορώ να φάω μέχρι και σκύλο. που λέει ο λόγος βέβαια.
   
       Φτάνω στην αγορά. Οι πωλητές μόλις έχουν αρχίσει και φτιάχνουν τους πάγκους τους. Πηγαίνω κοντά σε έναν κύριο με γυαλιά και όσο πιο γλύκα μπορώ τον ρωτώ: «Συγγνώμη μήπως ξέρετε τι ώρα είναι?» γέρνει να με κοιτάξει και μένει να κοιτάζει τα ρούχα μου με γουρλωμένα μάτια. «7:00 πμ» μου λέει . Τον ευχαριστώ και με ένα γλυκό χαμόγελο πάω να φύγω.


«Περίμενε κορίτσι μου!» ακούω τον κύριο να φωνάζει και γυρνάω. Μου πιάνει το χέρι και κάτι έβαλε μέσα στην χούφτα μου. Κοιτάζω και βλέπω χρήματα. Αρκετά για να μου συμπληρώσουν τα λεφτά της στέγης. Μένω να κοιτώ το χέρι μου με τα χρήματα. Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει, παρόλο αυτά δίνει. Τον κοιτάζω και μου χαμογελάει. Μου κλίνει την χούντα μου και μου κάνει νόημα να φύγω.


«Ευχαριστώ πολύ» λέω και άθελά  μου τον αγκαλιάζω. Ανταποκρίνεται αλλά άμεσος με απομακρύνει.
«Φύγε τώρα.» μου λέει χαμηλόφωνα και αποχωρώ.


    Προχωράω σκεπτόμενη αυτό που μόλις συνέβη. Τα μάτια μου είναι καρφωμένα στο έδαφος το όποιο αρχίζει σιγά να γεμίζει ζωή από τον κόσμο. Μια έντονη μοιράδια με κτυπάει και βλέπω έναν φούρνο μπροστά μου. Μπαίνω μέσα και οι μυρωδιές με τρελαίνουν. Γλύκα, αλμύρα, καυτερά. Τα πάντα! Βλέπω τα λεφτά μου και με δυσπιστία πλησιάζω την ταμία, η όποια ήταν μια γυναικά με γκρι μαλλιά και τα καταγάλανα μάτια της ήταν θαμμένα μέσα στις βαθιές ρυτίδες του προσώπου της.


«Ένα κουλούρι παρακαλώ.» λέω και ακουμπώ τα λεφτά που χρειάζονται πάνω στον πάγκο. Η κυρία μου φέρνει ένα κουλούρι και μέσα στην ίδια σακούλα έβαλε και μια φρατζόλα ψωμί. Την κοιτώ και της λέω ευγενικά. «Μονό ένα κουλούρι ζήτησα»
«Το ξέρω. Πήγαινε τώρα κορίτσι μου.» μου απαντάει και μου δίνει στην σακούλα. Βγαίνω από το μαγαζί λέγοντας της χίλια ευχαριστώ. Τι κάλοι άνθρωποι. Και τι φιλεύσπλαχνοι! Αλλά ότι πηρά, πήρα. Δεν μπορώ να συνεχίσω να περνώ χωρίς να δίνω, εφόσον πίσω στην άυλη έχω τόσα πολλά.


       Απέναντι μου βρίσκεται ένας μεγάλος πάγκος με ρούχα. Πηγαίνω και αγοράζω το πιο φτηνό φόρεμα που είδα. Το όποιο όμως είναι πανέμορφο. Είναι αέρινο κοράλλι ανοικτό με τιράντες και λάστιχο κάτω από το στήθος. Μπαίνω στο πρώτο καφενείο που είδα μπροστά μου και πηγαίνω κατευθείαν στην τουαλέτα και άλλαξα βιαστικά. Τα άστατα μαλλιά μου δεν ταιριάζουν καθόλου με αυτό το φόρεμα. Δίπλα μου στον καθρέφτη είναι ένα πλαστικό φυτό. Κόβω ένα φίλο του. Το λιώνω σιγά-σιγά με φωτιά πάνω στον πάγκο ενώ με λίγο αέρα του δίνω σχήμα. Το σταθεροποιώ με νερό και βγήκε μια μακριά εύκαμπτη στέκα. Την τύλιξα σε ένα κότσο γύρο από τα μαλλιά μου και την θέρμανα λίγο ίσα-ίσα για να πάρει ένα σταθερό σχήμα. Φεύγοντας περνώ ένα μπουκάλι δροσερό νερό και έφυγα.
  
     Περιπλανιέμαι σε όλο το χωριό σκεπτόμενη ότι κάπου πρέπει να μηνώ αφού άρχισε είδη να σκοτεινιάζει. Φαίνεται μια ήρεμη  μέρα τελειώνει πολύ γρήγορα. Σταμάτησα μπροστά από ένα μικρό και πολύ άχαρο μοτέλ. Μου θυμίζει ταινία τρόμου εφόσον όλα είναι σκονισμένα και παλιά. Φαίνεται κανείς δεν πατάει το πόδι του εδώ μέσα. Κοιτάζω στον πινάκα ανακοινώσεων τις τιμές. Είναι τόσο χαμηλές που με τα λεφτά που έχω άνετα μένω για μια εβδομάδα! Ποιος να το περίμενε ότι ένα φόρεμα της Κάσιας κοστίζει δυο διανυκτερεύσεις εδώ περά?!
   
      Μπαίνω μέσα, μες στην τρελή χαρά. Ένας βαριεστημένος κύριος με κοιτάζει να μπαίνω.
«Καλησπέρα σας. Ένα δωμάτιο για έναν παρακαλώ» λέω χαμογελαστά. Με εξετάζει επίμονα από πάνω έως κάτω. Τα μάτια του γυαλίζουν.
«Πόσο καιρό θα μείνεις κουκλίτσα μου?» Με ρωτάει ενώ ανοίγει ένα μεγάλο βιβλίο.
«Μάλλον μια εβδομάδα.» του αποκρίνομαι κοιτάζοντας και υπολογίζοντας τα λεφτά στο χέρι μου.
«Μπορείς να μείνεις και παραπάνω αν θες» μου λέει και μου κλείνει το μάτι. Σφίγγω τα φρύδια μου και η κεφάτη διάθεση μου έκανε φτερά.
«Θα αρκεστώ στις δυο βραδιές προς το παρόν.» λέω φανερά εξοργισμένη.
«Καλά βρε κούκλα μου ότι πεις. Όνομα επίθετο και μια προκαταβολή.» Οχ... δεν το σκέφτηκα πότε αυτό..
«Σίση....Σίση.. Ντε..βρού..ης» λέω σπαστά και του δίνω τα σημερινά λεφτά. Μου δίνει το κλειδί και πριν προλάβω να το πάρω το τραβάει.
«Αν θες να μείνει κι' άλλο θα το κανονίσω εγώ δωρεάν» μου λέει και δαγκώνει λαφρώς τα χείλη του, κοιτάζοντας με από πάνω έως κάτω προκλητικά. Κάνω δυο βήματα πίσω και με ένα ρεύμα αέρα φεύγουν τα κλειδιά από τα χέρια του και έρχονται στα δικά μου.
«Δεν θα χρειαστεί» λέω ρίχνοντας του ένα ιρανικό χαμόγελο και ανεβαίνω τις σκάλες οπού βρίσκεται το δωμάτιό μου, αφήνοντας πίσω μου τον άντρα να με κοιτάζει με γουρλωμένα τα μάτια και το στόμα ορθάνοικτο. Έχω  την εντύπωση ότι έτρεμε. Μήπως έκανα χαζομάρα επειδή εδώ δεν ξέρουν να χειρίζονται τις δύναμης τους? Και αν μου επιτίθονταν? Τι? Θα εμένα άπραγη?  Όχι.. δεν μετανιώνω καθόλου. Αλώστε δεν τον πείραξα. Πλήρωσα και θέλω τα κλειδιά μου. Δεν έκανα κάτι παράνομο.


      Ανοίγω την πόρτα με το νούμερο 7 στον πρώτο όροφο. Ένα μονό κρεβάτι βρίσκεται στην μέση του δωματίου. Δεξιά του ένα κομοδίνο με ρολόι και πορτατίφ. Αριστερά του μια πολυθρόνα που κοιτάζει απέναντι οπού και βρίσκεται μια αρχαία τηλεόραση. Δίπλα από την τηλεόραση ένας μικρός διάδρομος με μια ντουλάπα, ένα κουζινάκι και ένα ψυγείο. Στο τέλος του διαδρόμου μια πόρτα που οδηγεί σε ένα μικρό μπάνιο. Τελεία! Το πεισμένα ΠΟΛΥ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ!


    Βάζω το νερό στο ψυγείο και ακουμπώ τα ρούχα και το ψωμί πάνω στον πάγκο. Ξαπλώνω με φόρα πάνω στο απαλό κρεβάτι και μένω να κοιτώ το ταβάνι και να σκέφτομαι. Άραγε με ψάχνουν? Τι κάνει η Κάσι? Τι κάνω εδώ? Μήπως πρέπει να γυρίσω πίσω? Όλα αυτά τα ερωτήματα και αλλά πολλά τριγυρνούν στο μυαλό μου ώσπου με παίρνει ένας ήρεμος ύπνος μετά από τόσα χρονιά.


   Ξυπνώ με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Αφού κοιμήθηκα ήρεμη μετά από τόσο καιρό. Κοιτώ το ρολόι 11:00 πμ. Μα καλά πώς πέρασε έτσι η ώρα? Σηκώνομαι πάνω και ανοίγω τις κουρτίνες. Φως μπαίνει μέσα και φωτίζει όλο το δωμάτιο.
«Καλημέρα Τάτι» λέω στον εαυτό μου και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Πάω στο μπάνιο και ρίχνω λίγο νερό στο πρόσωπό  μου. Κοιτάζω το είδωλό μου στον καθρέφτη και παρατηρώ ότι το πλαστικό κοτσιδάκι που είχα φταίξει χτες έχει σπάσει. Αρχίζω και ψάχνω τα σιτάρια του μπάνιου αλλά βρίσκω μονό σαπούνια και πετσέτες. Πάω στο κύριος δωμάτιο και ανοίγω το συρτάρι του κομοδίνου. Μέσα του βλέπω ένα βιβλίο με τους κανόνες του μοτέλ τυλιγμένο με ένα λαστιχάκι εφόσον από την πολυκαιρία σχεδόν έχει διαλάθει. Η τυχερή μου μέρα! Βγάζω το λαστιχάκι, το βρέχω λίγο για να το καθαρίσω και πιάνω με αυτό ψήλο κότσο τα μαλλιά μου. Έχω χάσει ειδή πολύ χρόνο από την ημέρα μου.


    Βγαίνω από το δωμάτιο σχεδόν πετώντας από την ενεργεία που με περιβάλει. Κατεβαίνω δυο-δυο τα σκαλιά.
«Καλημέρα» λέω στον άντρα στην ρεσεψιόν και γίνομαι καπνός. Νομίζω ότι κάτι πήγε να μου πει αλλά εγώ είχα είδη στρίψει και εξαφανιστεί!


   Προχωράω στους δρόμους που είναι τώρα γεμάτοι από νέους και παιδιά καθώς είναι η ώρα να σχολάσουν από τα σχολειά τους. Πολλοί άνθρωποι. Άλλοι στην ηλικία μου. Άλλοι μικρότεροι και άλλοι μεγαλύτεροι. Κοντοί, ψιλοί, αδύνατοι, εύσωμοι. Τα πάντα. Στην άυλη οι περισσότεροι είναι ψιλοί και γυμνασμένοι. Οι περισσότεροι όταν βρίσκονται εν ώρα δουλείας  δεν φαίνονται καν κάτω από τις στολές τους. Όσοι είναι κοντά μου και δεν με φυλάνε από κινδύνους είναι συνήθως γερασμένοι.


   Περνάω μπροστά από έναν πολύ όμορφο νέο που πουλάει λουλούδια. Σταματώ για λίγο και περνώ μια μυρωδιά. Ο νέος βγάζει ένα κατακόκκινο λουλούδι και μου το προσφέρει κοιτάζοντας με γοητεύτηκα. Του χαμογελάω ευγενικά και πάνω που πάω να του μιλήσω, λίγο πιο περά σταματάνε δυο αμάξια της βασιλικής αυλής.
«Ο, όχι» λέω ενώ το σώμα μου έχει κοκαλώσει. Ο νεαρός με κοιτάζει εξετάστηκα. Όταν συνειδητοποιώ ότι δεν με έχουν εντοπίσει ακόμα κάνω μεταβολή να φύγω. Με σταματάει και χωρίς να μου πει τίποτα ανοίγει μια πορτούλα που είχε το καρότσι με τα λουλούδια και μου κάνει νόημα να μπω μέσα. Χωρίς δεύτερη σκέψη μπαίνω μέσα. Η πόρτα κλίνει και σκοτάδι γεμίζει το ντουλάπι. Κλίνω τα μάτια μου και προσπαθώ να ακούσω.


   Δυο άτομα ήταν σίγουρα, σταματούν μπροστά από το καρότσι.
«Έχετε δει αυτήν την κοπέλα?» λέει εξετάστηκα μια βαριά αντρική φωνή. Την είχα σίγουρα ξανά ακούσει. Κάποιος από τους φύλακες μου θα ήταν. Αργεί να απαντήσει και σκέφτομαι ότι θα με καρφώσει. Μετά από λίγο ακούω την φωνή του να λέει ψύχραιμα.
«Όχι. Πρώτη φορά την βλέπω.» βγαίνει η αναπνοή μου ξαλαφρωμένη από την αγωνία. Τα δυο άτομα απομακρύνονται. Τα βήματα τους με την ώρα ασθενούν μέχρι που δεν ακούγονται καθόλου. Η πόρτα ανοίγει και ένα χέρι τείνει προς βοήθειά μου για να σηκωθώ. Βγαίνω από εκεί μέσα και χωρίς να το καταλάβω έχω φτάσει στο πρόσωπο του και του δίνω ένα φίλη στο μάγουλο. Καλά μπορεί να μην το έκανα και τόσο ασυναίσθητα.. Απομακρύνομαι και μόλις είδα το βλέμμα του τα μαγούλα μου κοκκινίζουν. Είχε μείνει κόκαλο. Δεν κουνιέται ούτε τρίχα.
«Ευχαριστώ» του λέω γλύκα. Παίρνω απόκριση ένα ΤΕΛΕΙΟ χαμόγελο και πριν προλάβει να μιλήσει αποχωρώ.


    Μπαίνω μέσα στο δάσος κατευθυνόμενη προς το ποτάμι. Φτιάχνω μια μικρή γέφυρα από πετρά και περνάω απέναντι, φτάνοντας στο σημείο που είδα προχθές εκείνο το αγόρι. Όταν ακουμπώ το πόδι μου στο γρασίδι η γέφυρα πίσω μου γκρεμίζεται αφήνοντας πια ελεύθερες τις πέτρες να πέσουν στο νερό. Ένιωσα περίεργα. Ένιωθα λες και κάθε φορά που χρησιμοποιώ τις δύναμης μου αυτές φουντώνουν μέσα μου και θέλουν να χρησιμοποιηθούν περισσότερο και πιο άγρια. Σηκώνω το βλέμμα μου και βλέπω μπροστά μου δύο γουρλωμένα μάτια να με κοιτούν χωρίς να κουνιούνται καθόλου. Ήταν τόσο όμορφα. Ήταν εκείνο το αγόρι. Όπως φαίνεται μόλις είχε φτάσει και με είχε δει να χρησιμοποιώ τις δυνάμεις μου....

Voula GK