Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30.7.15

Η Τελετή (Κεφάλαιο 8)


Κατσαδιάζω τον εαυτό μου που δεν μπόρεσα να καταλάβω την παρουσία κάποιου. Τον κοιτάω  και του χαμογελάω αμήχανα καθώς μέσα μου θυμώνω όλο και περισσότερο μαζί μου.


«Γεια..» του λέω με το ζόρι ,μέσα από τα δόντια μου. Πισωπατώ.

«Γεια.» μου λέει μετά από λίγο με ανασφάλεια. Μένω να τον κοιτάζω χωρίς να ξέρω τι να πω. έχω μπλοκάρει τελείως. Και τώρα τι?

«Θα κάτσεις εκεί και θα με κοιτάς για πολύ ώρα?» λέω και πάω να κλείσω το στόμα μου από αυτό που μόλις πέταξα. Τα μάτια του γίνονται μια γραμμή και με κοιτάζει εξονυχιστικά. Λες να με αναγνώρισε από καμία φωτογραφεία που του έδειξαν οι φύλακες?

«Τι κάνεις εδώ?» λέει κάπως διστακτικά.

«Ερχόμουν πριν πολλά χρόνια με την οικογένεια μου εδώ.» του λέω ασυναίσθητα. Βασικά γιατί να δώσω αναφορά κιόλας?

«Πώς το έκανες αυτό?» λέει απότομα.

«Ποιο?» τον ρώτα και καλά μπερδεμένη.

«Αυτό με τη γη! Σε είδα!» απαντάει και δείχνει μέσα στο νερό εκεί που έχουν βυθιστεί τώρα πια οι πέτρες.

«Για ηρέμησε.. Σάμπως πολλές ερωτήσεις δεν κανείς?» λέω σηκώνοντας τις παλάμες μου ανάμεσα μας, πισωπατώντας.

«Λέγε ποια είσαι και τι κανείς εδώ!» ορμάει πάνω μου και με μια λεπίδα από φωτιά με πετάει στο πάτωμα βάζοντάς την στον λαιμό μου. Μπορούσα άνετα να την αποφύγω εφόσον ήταν τελείως ερασιτεχνικές και άστατες οι κινήσεις του. Παρόλο αυτά αποφάσισα να μην θυμώσω και του επιτεθώ, για να μην κινήσω περισσότερες υποψίες.

«Είναι φανερό ότι δεν είσαι δικιά μας!» συνεχίζει να φωνάζει ενώ φέρνει την φλόγα πιο κοντά στον λαιμό μου. Αρχίζω και την νιώθω να με καίει. Οκ.. Το παράκανε...


    Ένα κομμάτι γης δίπλα από το κεφάλι μου πετάγεται ,με το χτύπημα της γροθιάς μου, και τον κτυπάει κοντά στο μάτι. Σηκώνεται από πάνω μου και πισωπατάει. Δεν βλέπω να αλλάζει κίνηση και αυτό μου δείχνει ότι δεν ξέρει να  κάνει τίποτα παραπάνω, γιατί αν ήξερε, σίγουρα θα είχε αλλάξει στάση. Ρίχνω δυο μπουνιές στον αέρα και νερό από το ποτάμι εξφεντονιζεται εκεί οπού σημαδεύω. Κτυπάει πάνω στο δέντρο και τα χεριά του παγώνουν.

«Ηρέμησε Τατιάνα. Ειδή πολλά του έκανες» λέω από μέσα μου.
Πάω κοντά του με αγριεμένο βλέμμα.

«Δεν έχω χρόνο για τα παιχνιδάκια σου.» του λέω απειλητικά τεντώνοντας  το δάχτυλο μου προς το μέρος του. Κάνω αναστροφή και πάω να φύγω, αφήνοντας τον πόσο μου παγωμένο στον κορμό του δέντρου.

«Περίμενε!» φωνάζει ήρεμα. Σταματώ άλλα δεν γυρνώ να τον κοιτάξω.

«Συγγνώμη...» μου λέει μετανιωμένα.

      Ηρέμησε Τατιάνα. Η-ΡΕ-ΜΙ-ΣΕ...! παίρνω βαθιά ανάσα και ξεσφίγγω τις γροθιές μου. Ο πάγος λιώνει από τα χεριά του και τον ακούω να προσγειώνεται στο έδαφος. Γυρνάω και τον κοιτάζω σταυρώνοντας τα χεριά μου κάτω από το στήθος μου. Έχει καρφωμένο το βλήμα του κάτω. Δεν λέει τίποτα. Αναστενάζω φανερά εκνευρισμένη και πάω όσο πιο μακριά του μπορώ και κάθομαι στο γρασίδι κοιτάζοντας τα κρυστάλλινα νερά. Τον ακούω να έρχεται προς το μέρος μου. Τον νιώθω να παίρνει θέση δίπλα μου σε απόσταση ασφαλείας. Εγώ συνεχίζω να κοιτάζω το νερό να κυλάει.


«Δεν το περίμενα να ήσουν τόσο καλή» λέει μάλλον την πρώτη βλακεία που του ήρθε στο μυαλό. Σοβαρά τώρα? Αυτό έχεις να πεις?

«Και αν δεν ήμουν? Θα με σκότωνες δηλαδή?» λέω και ο θύμος μέσα μου φουντώνει όλο και περισσότερο.

«Όχι βεβ....»

«Και τότε αυτό τι είναι εφόσον δεν είχες σκοπό να με αποκεφαλίσεις?» τον διακόπτω απότομα δείχνοντας τον καμένο λαιμό μου. Πλησιάζει ελάχιστα για να δει καλύτερα.

«Δεν βλέπω τίποτα.» μου λέει απορημένα. Πιάνω τον λαιμό μου και συνειδητοποιώ ότι έχει δίκιο. Άντε πάλι... δεν μπορώ να ελέγξω πότε θέλω να θεραπευτώ και πότε όχι?

«Ξεχνά το!» λέω απότομα και στρέφω την προσοχή μου αλλού.

«Κοιτά συγγνώμη. Σίγουρα δεν ήθελα να σου κάνω κακό άλλα νόμιζα ότι ήσουν μια από αυτούς..» λέει κάπως πιο άνετα από ότι πριν.

«Μια από αυτούς?» λέω σηκώνοντας το ένα μου φρύδι.

«Έλα μωρέ τους στρατιώτες της αυλής.» Τα μάτια μου συσπούνται για λίγο άλλα είπα να το παίξω αδιάφορη.

«Τι να θέλουν αυτοί από εσένα ακριβός?» λέω ιρανικά.

«Μπορώ να ελέγχω και τα τέσσερα στοιχειά. Βέβαια δεν ξέρω πως, άλλα μπορώ.» απαντάει τώρα τελείως άνετα σαν να μην είχε γίνει τίποτα.
   

      Έχουμε ειδή πολλούς στρατιώτες. Υπερβολικά πολλούς για την αυλή. Δεν καταλαβαίνω το νόημα να παίρνουμε παιδιά από τις οικογένειές τους κάνοντας τους έτσι να κρύβονται από εμάς. Επίσης δεν καταλαβαίνω γιατί τους αφήνουμε στο σκοτάδι και δεν τους επιτρέπουμε να μάθουν κάτι που είναι στο αίμα τους. Όταν γυρίσω πίσω θα τα διορθώσω όλα αυτά! Δεν πάει άλλο. Σηκώνομαι πάνω αποφασίστηκα. Σμίγω τα φρύδια μου καθώς δεν είμαι καθόλου σίγουρη για αυτό που πάω να κάνω.


«Συγχαρητήρια. Μόλις βρήκες δάσκαλο.» το αγόρι τινάζεται όρθιος με μάτια ορθάνοιχτα να με κοιτούν.

«Πλακά κανείς! Σοβαρά τώρα?» φωνάζει γεμάτος ενθουσιασμό. Μου δίνει το χέρι του.

«Ντάνιελ!» λέει με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Μετά από λίγο ανταποκρίνομαι  με δισταγμό στην χειραψία του.

«Έεεεε.. Σίσσυ.» λέω ευγενικά.

«Λοιπόν Σίσσυ, μπορεί να μην ήταν και η καλύτερη αρχή άλλα πιστεύω ότι θα έχουμε ένα ωραίο τέλος!»

«Ναι ότι πεις..» αποκρίνομαι με ανασφάλεια. Χαμογελάει.

«Λοιπόν δεσποινίς Σίσσυ .. Ποτέ ξεκινάμε?» μου λέει τρίβοντας τα χεριά του, φανερά ενθουσιασμένος.

«Σίσσυ σκέτο παρακαλώ. Έχουμε είδει ξεκινήσει.» του λέω ήρεμη με ένα σαρδόνιο χαμόγελο να με καταβάλει. Τα χεριά του πέφτουν στο πλάι.

«Περίμενε.. Τι εννοείς?»  μου λέει  σηκώνοντας το ένα του φρύδι.

«Μάθημα πρώτο. Όποιος βιάζεται σκοντάφτει.» απομακρύνομαι βάζοντας τα χεριά μου πόσο από την πλάτη.

«Αυτό δεν είναι μάθημα! Είναι παροιμία! Και δεν βιάζομαι! Είκοσι χρόνια περίμενα αυτήν την στιγμή.» λέει σαστισμένα.

«Τότε να σου γίνει μάθημα. Και αν το θέτεις έτσι μπορούμε να ξεκινήσουμε σήμερα.» σταματάω μπροστά του και κάθομαι κάτω.

«YES.!» πάει να πει άλλα τον διακόπτω.

«Αφού μάθω πρώτα κάποια πράγματα για εσένα.» του λέω και είμαι έτοιμη να βάλω τα γέλια βλέποντας το χαμόγελό του να γίνεται απογοήτευση.

«Ακούω.» λέει και κάθεται δίπλα μου. «Άλλα δεν δέχομαι καμία ερώτηση του τύπου με πόσες έχω πάει αν έχω κοπέλα και άλλες τέτοιες προσωπικές λεπτομέρειες.» συνεχίζει δίνοντάς μου ένα και καλά γοητευτικό χαμόγελο. Οκ αυτό δεν το περίμενα. Μήπως πήρε πολύ φόρα ο φιλαράκος μας από εδώ? Χτυπώ το έδαφος με το πόδι μου και μια πετρά από κάτω του τον κτυπάει δυνατά στο κεφάλι, αναγκάζοντάς τον να σηκωθεί.

«Άου?! Γιατί το έκανες αυτό?» λέει τρίβοντας το κεφάλι του.

«Ξέρεις τελικά προτιμώ το δεσποινίς Σίσσυ. Και άσε τις πλακίτσες γιατί θα με θεωρείς μόνο εκπαιδευτή σου και όχι φίλη σου. Κατάλαβες?» του απαντάω ψύχραιμα ενώ τον παρατηρώ να με κοιτάζει με μισό μάτι.


«Μάλιστα. δεσποινίς...» μου λέει ιρανικά.

«Ωραία. Λοιπόν. Εκτός από την φωτιά... έχεις καταφέρει ποτέ σου να ελέγξεις έστω και λίγο κανένα από τα άλλα στοιχειά?» τον ρωτάω.

«Όχι. Ποτέ. Ούτε λίγο.» έχουμε δουλειά να κάνουμε.

«Ποιος σου έμαθε να κανείς αυτό με την λεπίδα φωτιάς?»

«Κανείς» αποκρίνεται και στρέφει το βλέμμα του αλλού.

«Αν δεν με βοηθήσεις να καταλάβω  τι ξέρεις και πώς, δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω ούτε εγώ.» λέω με σχεδόν παρηγορητικό ύφος.

«Κανείς! Τον εννοώ!» ξαναλέει.

«Οκ! Και τότε πως έμαθες να το κανείς αυτό?» τον κοιτάζω επίμονα νιώθοντας σαν να του κάνω ανάκριση.

«Δεν ξέρω. απλός βγήκε μόνο του.»

«Ντάνιελ.. Την αλήθεια!»

«Την αλήθεια σου λέω.» φωνάζει τόσο πολύ που τα πουλιά στα κοντινά δέντρα φτερουγίζουν μακριά. Η ανάσα μου βαραίνει από τον θύμο. Επιτέλους! Πρέπει να μάθω να το ελέγχω αυτό το πράγμα! Παίρνω βαθιά ανάσα για να ηρεμήσω και πάω κοντά του.

«Ντάνιελ. Να βοηθήσω θέλω μόνο.» λέω ήρεμη.

«Α ναι? Πώς ακριβός θα βοηθήσεις? Έτσι δεν βοηθάς! Μου φαίνεται ότι δεν ξέρεις τίποτα τελικά! Άσε που πολύ γη χρησιμοποιείς και δεν είμαι και τόσο σίγουρος αν ξέρεις να χειρίζεσαι την φωτιά! Ερασιτέχνες σαν εσένα πεθαίνουν στον αγώνα!» οκ δεν αντέχω άλλο! Το παράκανε!

«Φωτιά θέλεις? Φωτιά θα έχεις.» λέω και νιώθω φωτιά να με περιβάλει.

    Ανοίγω τις παλάμες μου και φλόγες βγαίνουν από μέσα τους. Φαίνεται δεν είμαι η μονή που δεν μπορεί να ελέγξει τον θύμο της. Τον βλέπω να τρέμει ολόκληρος. Μα καλά τόσο φοβητσιάρης είναι που τρέμει με δυο φλογίτσες?


«Σίσσυ τι κανείς?» φωνάζει κοιτώντας πίσω μου.

    Στρέφω  το βλέμμα μου για να δω που κοιτάζει. Βλέπω μια λωρίδα νερού στην ευθέα πίσω μου να έχει μετατραπεί σε κόλαση από φλόγες. Το ποτάμι! Το νερό πόσο μου έχει πάρει φωτιά! Μα πώς? «Τι κάνω?» λέω στον εαυτό μου και γονατίζω σκύβοντας το κεφάλι. Οι φλόγες μπροστά μου χάνονται και νεκρά ψάρια  έρχονται στην επιφάνεια. «Τι έκανα?» λέω σχεδόν ψιθυριστά κοιτώντας τα χεριά μου που τρέμουν. Τον νιώθω να με ακουμπάει απαλά στον ώμο. Έρχεται κοντά μου.


«Όλα θα πάνε καλά. Δεν πειράζει. Το ξέρω ότι δεν το ήθελες.» μου λέει γλυκά.

«Εσύ φταις! Αν μπορούσες να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό δεν θα γινόταν αυτό!» φωνάζω δείχνοντας πόσο μου το νερό.

«Ει! Δεν φταίω εγώ που εσύ δεν μπορεί να ελέγξεις τα νεύρα σου!» φωνάζει επίσης. πως τολμάει?

«Άκου αγοράκι μου δεν πέρασα τόσα χρόνια εκπαίδευσης για να έρθεις τώρα εσύ να μου πεις τι ξέρω και τι όχι!» λέω με σιγανή αλλά επιθετική φωνή πλησιάζοντάς τον απολιτικά.


«Ουόου! Ηρέμισε.. Έχεις δίκιο..» είπε άλλα δεν το εννοούσε. «Κοιτά πριγκίπισσα. έχω τους λογούς μου. Είμαι απελπισμένος! Δεν θα καταλάβεις.» συνεχίζει αφήνοντας κάτω τα χέρια που είχε υπερυψώσει πριν από λίγο στον αέρα.


«Μην με ξαναπείς έτσι.» καταφέρνω να πω μέσα από τα δόντια μου μετά από το μικρό σοκ που έπαθα.

«ΟΚ! συγγνώμη! έχεις για μια ακόμη φορά δίκιο!» λέει απολογητικά.  Χαλαρώνω κάπως και οι σφιχτές μπουνιές μου βρίσκονται τώρα κάτω από το στήθος μου.


«Ακούω.» του λέω.

«Ακούς τι? Για ποιο πράγμα?» απαντάει μπερδεμένος.

«Τα πάντα.. Πώς έκανες για πρώτη φορά αυτή την κίνηση,»

«Άντε πά..»

«Γιατί είσαι τόσο απελπισμένος και ότι άλλο προκύψει στην συνέχεια» τον διακόπτω αγνοώντας την ενοχλητική στάση του.

«ΟΚ.» λέει και κάθεται στο έδαφος.


«Πριν από μια εβδομάδα περίπου τα αδέρφια μου αποφάσισαν να μπουν στην αυλή για να πάρουν εκδίκηση για τον χαμό του πατέρα μας. Εγώ δεν ήθελα να πάω καθώς δεν ήξερα να ελέγχω κανένα στοιχειό. Η αδερφή μου, με είπε δειλό και ότι προδίδω την οικογένεια. Πήγε να μου επιτεθεί άλλα αμύνθηκα φτιάχνοντας ασυναίσθητα αυτό» Λέει σφίγγοντας την παλάμη του, φανερώνοντας έτσι την λεπίδα φωτιάς. «κατά λάθος της έκαψα λίγες τούφες από τα μαλλιά περνώντας  ξυστά από τον λαιμό της. Έκανε πίσω και έφυγε φουριόζα παίρνοντας  μαζί της τους δυο μικρότερους αδελφούς μου. Αυτός  είναι ο τρόπος που έμαθα να κάνω αυτό, και ο λόγος που θέλω να μάθω κι' άλλα σύντομα είναι γιατί  έπιασαν τα αδέρφια μου και τα αιχμαλώτισαν ,γιατί λένε  ότι επιτέθηκαν στην βασίλισσα.»


    Οχ.. Όχι ... τα αδέρφια του, ήταν αυτή η κοντή που μου το έπαιζε κάποια και τα δίδυμα που ήταν μαζί της...γιουπιιι.. τι τύχη και αυτή!!!

«Λυπάμαι» λέω και αποφεύγω το βλέμμα του. Βασικά δεν λυπάμαι καθόλου. Τα ήθελε και τα έπαθε.

«Τι έπαθε ο πατέρας σου?» συνεχίζω και ρωτάω καθώς δεν μπορώ να καταλάβω γιατί είναι τόσο εξαγριωμένοι.

«Είναι και αυτό αναγκαίο για την εκπαίδευση μου?» λέει.

«Όχι.. Συγγνώμη δεν ήθελα να.»

«Δεν πειράζει.» με διακόπτει και μου χαρίζει ένα χαμόγελο.

«Λοιπόν. είσαι ακόμα πρόθυμη να μου μάθεις κάτι ή όχι?» ρωτάει ενώ σηκώνεται όρθιος. Τι να κάνω τώρα? Πρέπει να του μάθω? Και αν γίνει επικίνδυνος? Μπα.. Αυτός ούτε τα πόδια του δεν μπορεί να πάρει.

«Φυσικά. Αύριο στις δώδεκα να είσαι εδώ.» λέω ενώ σηκώνομαι.

«Μάλιστα κυρία.» λέει  και κτυπάει προσοχή βάζοντας  απότομα το χέρι  στο μέτωπο του.

«Ανάπαυση στρατιώτη!» λέω γελώντας και αρχίζω να χάνομαι μέσα στο δασός..


Voula GK