Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4.9.15

Η Τελετή (Κεφάλαιο 9)


 

Είναι περίπου μεσάνυχτα. Σηκώνομαι από το κρεβάτι μου και βγαίνω από την εξώπορτα. Κατεβαίνω ένα τα σκαλιά και ρωτάω συνέχεια τον εαυτό μου τι ακριβώς κάνω. Μπορεί να είναι επικίνδυνα εκεί έξω. Δεν με νοιάζει όμως. Κάτι με τραβάει. Περνάω από την ρεσεψιόν και ο άντρας εκεί δεν φαίνεται να με παρατηρεί. Βγαίνω έξω και αρχίζω να περπατάω στα σκοτεινά σοκάκια της περιοχής. Ακούω έναν ήχο σε μια μαύρη  γωνία κοντά στα σκουπίδια.

"Ποιος είναι εκεί?" λέω απειλητικά. Καμία απάντηση.
"Είπα! Ποιος είναι εκεί?!" συνεχίζω και κάνω μια κίνηση για να ανάψω στο χέρι μου φωτιά να φωτίσω γύρο. Δεν μπορώ όμως. Τι μου συμβαίνει? Κάτι πετάγεται μέσα από τα σκουπίδια.
"ΑΑΑΑΑ!" βγαίνει μια κραυγή από μέσα μου σφραγίζοντας τα ματιά μου πίσω από τα χέρια μου που έβαλα μπροστά στο πρόσωπο μου νομίζοντας ότι κάποιος μου επιτίθεται. Όμως τίποτα. Ανοίγω τα ματιά και βλέπω μια γάτα να με κοιτάξει.
"Ουφ! Με κατατρόμαξες!" λέω και πάω να την χαϊδέψω. Αμέσως οι τρίχες της γάτας γίνονται κάγκελο και μου δείχνει απολιτικά τα δόντια και τα νύχια της.
"Τι στο....?" λέω τραβώντας το χέρι μου απότομα. Την κοιτάζω θυμωμένη μέσα στα ματιά και άμεσος αποχωρώ.

   Οι δρόμοι είναι σκοτεινοί. Και κανένας δεν φαίνεται να άκουσε τις τσιρίδες μου πριν από λίγο. Και αν τις άκουσε, κανένας δεν νοιάστηκε. Συνεχίζω στο μονοπάτι που περπατούσα μην ξέροντας ακόμα που πηγαίνω. Πίσω από έναν φράχτη ένας σκύλος μου γαυγίζει μανιωδώς και το έξαλλο αφεντικό του, του φωνάζει για ησυχία. Τι πάθανε όλα τα ζώα σήμερα? Πανσέληνο έχει?

    Πρέπει να έχει περάσει τουλάχιστον μια ώρα που περπατάω  και αρχίζω και βλέπω δυο τεράστιες σιδερένιες πόρτες να υψώνονται μπροστά μου. Είμαι στην βασιλική αυλή. Γιατί ήρθα άδω? Μήπως το ένστικτο μου, μου λέει να γυρίσω πίσω? Μήπως έπαθε κάτι η Κάσι? Στο δεύτερο ερώτημα μου βάζω τα πόδια μου μπρος για το κτήριο όπου μένουμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Πέρασα απαρατήρητη από τους δυο φρουρούς. Με αναγνώρισαν και έτσι άπλα με άφησαν να περάσω? Ή δεν με είδαν καν? Θα τους κανονίσω αργότερα αυτούς τους δύο.

    Φτάνω μπροστά από την μεγάλη πόρτα της εισόδου του κτιρίου όπου αποκαλώ σπίτι. Μπουκάρω μέσα. Ησυχία. Κανείς δεν είναι εκεί. Μάλλον όλοι θα κοιμούνται. Μα τι σκεπτόμουν? Αν καταφέρω να βγω από εδώ μέσα χωρίς να με πάρουν είδηση θα είμαι πραγματικά τυχερή! Ανεβαίνω αθόρυβα τις σκάλες που οδηγούν στον πάνω όροφο όπου βρίσκονται τα δωμάτιά μας. Πλησιάζω στον διάδρομο για το δωμάτιο της Κάσιας και ακούω φωνές. Είναι οι φωνές την Κάσιας. Είναι έξαλλη! Γιατί? Πηγαίνω προσεκτικά πιο κοντά για να ακούσω καλύτερα.

"Τι εννοείς δεν την βρήκατε ακόμα?" την άκου να ωρύεται.
"Ψάξαμε κάθε γωνιά του βασιλείου, παρόλο αυτά δεν καταφέραμε να την εντοπίσουμε πουθενά." ακούω τον Άντονι να λέει απολογητικά.
"Είστε όλοι άχρηστοι! έχουν περάσει 3 ολόκληρες μέρες! αν δε την βρεις αύριο θα βάλω να σου κόψουν το κεφάλι!"
Έχει βγει έκτος ορίων. πρώτη φορά την ακούω τόσο απελπισμένη και θυμωμένη ταυτόχρονα.
"Μα βασίλισσά μου.....σας παρακαλώ....!" βασίλισσα? τι στο....?
"Μην τολμήσεις να με ξαναπείς έτσι! Η βασίλισσά σου δεν είμαι εγώ! Η βασίλισσά σου βρίσκεται εκεί έξω και χρειάζεται την βοήθεια μας!" Οκ.... τώρα μπερδεύτηκα! Δεν λείπω ούτε 3 μέρες από εδώ μέσα και με αντικατέστησαν? Αλλά για αυτό λατρεύω την αδερφή μου! Πάνω του Κάσι! Με τσαμπουκά!
"Συγχωρέστε με πριγκίπισσά μου αν σας προσέβαλα αλλά δεν έχουμε κανένα σημάδι ζωής. Το είδατε και μονή σας. Εξαφανίστηκε μπροστά στα ματιά μας! Το πιο πιθανό είναι να την κατάπιε η ίδια της η δύναμη. Και πολύ άντεξε με τόση δύναμη μέσα της!" Πώς τολμάει? Τουλάχιστον τώρα είμαι σίγουρη ότι τηλεμεταφερθηκα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων!
"Πώς τολμάς παλιό...." οι φωνές του Άντονι ακούγονται σε όλο το κτήριο. μπουκάρω στο δωμάτιο.
"Κάσια σταμάτα! θα τον σκοτώσεις!" φωνάζω ενώ μπαίνω μέσα. Βλέπω την Κάσια να έχει κολλημένο στον τοίχο τον Άντονι και να τον πνιγεί με αέρα. Με το που άνοιξα την πόρτα τον άφησε ελεύθερο να βήχει στο πάτωμα. Τώρα μένει να με κοιτάζει. Αλλά και δεν με κοιτάζει. Τα μάτια της γίνονται μια γραμμή.

"Ποιος είναι εκεί?" φωνάζει. Μα καλά εδώ είμαι μπροστά της. Δεν με βλέπει?
"Κάσι εγώ είμαι η Τατιάνα. Τι γίνεται?" Την κοιτάζω τρομαγμένη.
"Είπα ποιος είναι εκεί!" συνεχίζει να φωνάζει ενώ με κοιτάζει. Τι κάνει? Φυλακές έρχονται προς το δωμάτιο. Μα καλά δεν με βλέπουν? Γιατί δεν σταματάνε? "ΑΑΑΑ!!" βάζω τις φωνές ενώ 5 φυλακές περνάνε από μέσα μου μπουκάροντας στο δωμάτιο. ΟΚ..... αυτό παραήταν περίεργο. Μπροστά μου ο Έκτορας μου γαυγίζει μανιασμένα. Δεν με αναγνωρίζει? Οι φυλακές σηκώνουν τον Άντονι από το πάτωμα.

"Ότι και να κάνεις δεν μπορείς να αποφύγεις τον νόμο! Αν η βασίλισσα δεν επιστρέψει σε πέντε μέρες εσύ είσαι η επομένη διάδοχος του θρόνου και αν αρνηθείς θα γίνει βασιλιάς ο συνταγματάρχης Μιγκέλ!" λέει όλο θύμο ο Άντονι. Τι δηλαδή, σε πέντε μέρες ο μπαμπάς του Μπράντον θα γίνει βασιλιάς? Η Κάσια σίγουρα θα αρνηθεί.

    Αποχωρούν όλοι από το δωμάτιο και μένω μονή μου με την Κάσια. Προσπαθώ να της μιλήσω αλλά δεν με ακούει. Να την ακουμπήσω αλλά δεν με νιώθει. Έχει μείνει μονή και κλαίει. Η καρδιά μου σπαράζει που την βλέπω έτσι.

"Που είσαι Τάτι? Γιατί με άφησες μόνη μου? μου το υποσχέθηκες...." ένα δάκρυ κυλάει από το μάτι μου. Σηκώνομαι πάνω και πηγαίνω στο γραφείο της. Βρίσκω χαρτί και μολυβί και της γράφω.

"Δεν είσαι μονή σου. Ποτέ δεν ήσουν και δεν θα είσαι. Είμαι καλά. Θα γυρίσω σύντομα . Μην ανησυχείς." Πηγαίνω  προς το παράθυρο και το ανοίγω απότομα αφήνοντας το χαρτί να πέσει μπροστά στα πόδια της σαν να το παρέσυρε ο άνεμος που μόλις μπήκε μέσα.

"Τατιάνα...." την ακούω να λέει αλλά χάνεται.... χάνομαι.... ανοίγω τα ματιά μου και βρίσκομαι στο κρεβάτι μου στο μοτέλ. Τι έγινε μόλις τώρα? Ήμουν εκεί! Θα το ορκιζόμουν ότι ήμουν εκεί! Ήταν τελικά όνειρο? Δεν έχει σημασία .Για σιγουριά σε πέντε μέρες πρέπει να είμαι πίσω.

   Προσπαθώ να ηρεμήσω. Ανάβω μια μικρή φωτίτσα στα δάχτυλα μου για να βεβαιωθώ ότι μπορώ να ελέγξω τα στοιχειά πάλι. Ευτυχώς τα καταφέρνω με επιτυχία. Σηκώνομαι και βρέχω το πρόσωπο μου με λίγο νερό. Κοιτάζω το ρόλοι. 3¨00 πμ. Ξαπλώνω πάλι στο κρεβάτι μου και αφού με έπιασε ένας οξύς πονοκέφαλος μετά από την πολύ σκέψη με πίρε ο ύπνος.

     Μια ακτίνα ήλιου μπαίνει μέσα στο δωμάτιο ανάμεσα από τις κουρτίνες και με κτυπάει κατευθείαν στα μα ματιά μου αναγκάζοντας με να ξυπνήσω. Τι πονοκέφαλος είναι αυτός? Δεν θέλω να σηκωθώ από το κρεβάτι. Γυρνάω πλευρό αντικρίζοντας το ρόλοι. 11¨45 πμ. Τι? Πετάγομαι από το κρεβάτι ζαλισμένη ακόμα από τον ύπνο. Πάω στο μπάνιο, ρίχνω λίγο νερό πάνω μου και βάζω το φόρεμα μου που είχα πλύνει και είχα κρεμάσει χτες το βραδύ. Να πάρει! Είναι ακόμα βρεγμένο. Το τρίβω στις παλάμες μου, που έχω θερμάνει με την δύναμη της φωτιάς. Προσπαθώ να μην βγάλω καμιά σπίθα και βάλω φωτιά στο εύφλεκτο αυτό υλικό. Μετά από μερικά λεπτά είναι στεγνό. Τσαλακωμένο αλλά τουλάχιστον στεγνό. Βάζω τα πέδιλά μου και βγαίνω φορτσάτη έξω από το διαμέρισμα. Ίδη έχω αργήσει. Ως εκπαιδεύτρια πρέπει να είμαι εκεί πάντα στην ώρα μου. Κατεβαίνω στην ρεσεψιόν και με σταματάει ο κύριος που ήταν εκεί.

 "Ε! Δεσποινίς για που το βάλατε?" μου λέει κάνοντας μου νόημα να πάω προς τα εκεί.
"Δεν έχω χρόνο πρέπει να φύγω!" λέω και πάω να φύγω.
"Πρέπει να με πληρώσεις για χτες και αν δεν πληρώσεις και για σήμερα θα αναγκαστώ να σε διώξω."
"Βιάζομαι! όταν γυρίσω!" του λέω γρήγορα.
"Πολύ καλά τότε!" λέει και σηκώνετε παίρνοντας ένα κλειδί που έχει πάνω τον αριθμό του δωματίου μου. Κάνω μια κίνηση και του στέλνω μια μικρή πύρινη μπάλα ξηστά από το κεφάλι του. Γέρνει τρέμοντας και με κοιτάξει.
"Ούτε που να το σκέπτεσαι" του λέω απολιτικά.
"Μα ,μα, μα, μάλιστα!" λέει τραυλίζοντας. Του χαμογελάω και φεύγω τρέχοντας.


      Μετά από λίγο φτάνω στο ποτάμι στο σημείο συνάντησης. Εκεί βλέπω τον Ντάνιελ ξαπλωμένο στο γρασίδι να κοιτάζει τον ουρανό. Κάνω μια κίνηση και τον λούζω με μπόλικο νερό. Μέσα από τον βήχα που τον πνιγεί τον ακούω να μου λέει.
"Είσαι τρελή? Τι κανείς?" τον πλησιάζω και χωρίς να τον κοιτάξω βρίσκομαι όρθια διπλά του.
"Μάθημα δεύτερο. Να είσαι πάντα σε εγρήγορση!" του λέω με σκληρό επαγγελματικό τόνο όπως ήξερα τόσα χρόνια.
"Μα πήγες να με...." προσπαθεί να πει.
"Μάθημα τρίτο. Δεν αντιμιλάμε ποτέ στον προπονητή μας!" του λέω διακόπτοντας τον.
"Α μπα? γιατί τι θα μου κάνει?" μου λέει ιρανικά χαρίζοντας μου ένα γοητευτικό χαμόγελο.
"Κάποιος άλλος? δεν ξέρω..... μπορεί τίποτα. εγώ?" λέω και του βάζω τρικλοποδιά ρίχνοντας τον κάτω. "Πολλά." συμπληρώνω. Του χαμογελάω και του δίνω το χέρι μου, για να σηκωθεί. Το πιάνει και τον τραβώ. Την κατάλληλη στιγμή αφήνω το χέρι του και σκάει κάτω σαν καρπούζι. Μέσα από το πνιχτό γέλιο που με έπιασε λέω, "Μάθημα τέταρτο. Μην εμπιστεύεσαι κανέναν." ενώ τρίβει τα οπίσθια του.

"Είσαι κακιά!" μου λέει ιρανικά ενώ σηκώνεται πάνω τινάζοντας τα ρούχα του.
"Σκληρή ναι. Κακιά όχι. Βασικά ούτε σκληρή θα με έλεγα αλλά τέλος πάντων." λέω με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Με κοιτάζει στα ματιά ενώ σταυρώνει τα χέρια στο στήθος του και σηκώνει το ένα φρύδι. Ξαφνικά το χαμόγελο μου κόβεται ενώ ένας τρομερός πονοκέφαλος μου τρυπάει το κρανίο. Πισωπατώ και είμαι έτοιμη να πέσω κάτω. Αλλά τα χέρια του Ντάνιελ με κρατάνε.

"Ουόου! τι έπαθες πριγκίπισσα? είσαι καλά?" μου λέει ενώ προσπαθεί να με ισιώσει. Δεν περνάνε μερικές στιγμές και ο πόνος και η ζαλάδα χάνονται. Ξαναστηρίζομαι στα πόδια μου.

"Καλά είμαι. Ευχαριστώ." του δίνω ένα χαμόγελο για ευχαριστώ.
"Τίποτα." μου λέει γλυκά.
"Σίσσυ." του απαντάω μετά από λίγο.
"Τι?" μένει να με κοιτάζει με απορία.
"Με λένε Σίσσυ." επαναλαμβάνω.
"Το ξέρω....μήπως θες να μην συνεχίσουμε? Σίγουρα είσαι καλά?" μου λέει δύσπιστα. Μάλλον αυτά τα "πριγκίπισσα" τα πετάει ασυναίσθητα σε στιγμές "αδυναμίας". Χμ! Ποιος ξέρει?

"Όχι καλά είμαι απλός.... τίποτα. Ξέχνα το. Όλα καλά." του λέω ήρεμη.
"Οκ. Λοιπόν. Έκτος από το να με ρίχνεις κάτω συνεχεία χωρίς καν να έχουμε πει ένα καλημέρα....τι άλλο έχει το μενού?" μου λέει τρίβοντας τα χέρια του μπαίνοντας σε θέση ετοιμότητας. Χαχανίζω και του λέω "Σκύψε!" στέλνοντας του μια πετρά προς το κεφάλι του. Αμέσως σκύβει αποφεύγοντας την πετρά. Πάλι καλά, δηλαδή, γιατί θα τον χτυπούσε σίγουρα στο δόξα πάρτι.

"Μα τι....?" πάει να πει.
"Α, α, α!" του λέω σπαστά κουνώντας του το δάχτυλο μου αριστερά δεξιά. "Μάθημα δεύτερο?"ρωτώ.
"Είμαστε πάντα σε εγρήγορση!" λέει κατευθείαν.
"Τέλεια! Και καλή μνήμη και καλά αντανακλάστηκα. Λοιπόν. Μάθημα...."
"Πέμπτο" με συμπληρώνει.
"Ακριβός..... η καλύτερη επίθεση είναι η άμυνα."
"Τι? Μα είπαμε ότι θα με μάθεις να μάχομαι! Πώς θα το κάνεις αυτό αν πρώτα με μάθεις να τρέχω?"
"Ντανιέλ ξεχνάς το 3ο μάθημα και επίσης δεν αρκεί να ξέρεις μονό να ελέγχεις τα στοιχειά. Αν βρεθείς ποτέ σου σε δύσκολη θέση πρέπει να κερδίσεις έδαφος και να περιμένεις την κατάλληλη στιγμή." του λέω τώρα πιο ήρεμα από ότι θα έπρεπε.

"ΟΚ. Το έπεσα." μου λέει σκληρά.
"Χαίρομαι. Οπότε ξεκινάμε ασκήσεις άμυνας. Σήμερα θα επικεντρωθούμε μονό σε αυτό. Αν είσαι αρκετά κάλος θα σου δήξω κάποιες κινήσεις για επίθεση." του λέει και του χαμογέλα. "Ένταξη?" νεύει θετικά. Πάω και καλά να του ρίξω μπούνια αλλά την αποφεύγει. Ενώ σκύβει για να με αποφύγει τον πιάνω απαλά από την μπλούζα και με μια μικρή σπρωξιά πέφτει κάτω.

"Το σώμα σου δεν είναι σωστά τοποθετημένο. Στάσου απέναντι από τον εχθρό πλάγια ώστε να έχεις την ευχέρεια να κουνηθείς από όλες τις κατευθύνσεις. Βεβαιώσου ότι το έδαφος που πατάς είναι σταθερό και ότι στέκεσαι καλά πάνω του." παίρνει σοβαρό ύφος και την στάση που του εξήγησα. "Έλα προσπάθησε να με χτυπήσεις" του λέω και παίρνω θέση ετοιμότητας.

"Δεν χτυπάω κορίτσια." λέει περιπαικτικά.
"Μην ξεχνάς ότι αυτό το κορίτσι μπορεί να σε κάνει σκόνη. Άλλωστε αν με πετύχεις που δεν νομίζω......δεν θα πάθω και τίποτα. Έχω αντέξει και χειρότερα." του λέω και του κλίνω το μάτι. Κάνει γροθιά και πάει να με χτυπήσει. Σκύβω. Πάει να κάνει την ίδια κίνηση που του έκανα και εγώ αλλά εμποδίζω το χέρι του με το μπράτσο μου και με το άλλο τον χτυπώ στο στήθος και πέφτει κάτω.

"Πρέπει να είσαι έτοιμος για όλα. Α ναι! Και αν πέσεις? Είσαι νεκρός!!" του λέω ενώ τον βοηθάω να σηκωθεί. Μου χαρίζει ένα πονεμένο χαμόγελο σαν να μου λέει "είμαι καλά." και έτσι συνεχίζουμε.

     Αρχίζει να νυχτώνει. Έχουμε εξαντληθεί και οι δυο αλλά δεν το βάζει κάτω. Είναι αποφασισμένος για τα καλά. Ήταν πολύ γρήγορος και κάλος μαθητής σήμερα. Έτσι αποφάσισα να του μάθω και μερικές κινήσεις επίθεσης νωρίτερα.

"Έλα μια τελευταία επίθεση και τέλος για σήμερα." του λέω κάνοντας του νόημα να τελειώνει μιας και εκείνη την στιγμή έπινε νερό.
"Ένταξη." λέει καταπίνοντας μια γουλιά και παίρνει θέση μάχης. Είμαι πτώμα. Αλλά θα ζήσω....δεν πειράζει. Τον βλέπω να έρχεται κατά πάνω μου σημαδεύοντας στο στομάχι μου. Κάνω στα δεξιά ενώ γυρνάω να του δώσω μια ψιλή κλοτσιά. Σκύβει και μου βάζει τρικλοποδιά. Πέφτω, εφόσον δεν είχα ακόμα προλάβει να σταθώ καλά και με τα δυο μου πόδια. Πέφτει πάνω μου και πριν προλάβει να με ακινητοποιήσει κάνω μια κίνηση και τώρα βρίσκεται αυτός από κάτω μου. Πάω να του ρίξω μπούνια αλλά κάνει στην άκρη το κεφάλι του με αποτέλεσμα να χτυπήσω δυνατά το χέρι μου σε μια πέτρα. Ήταν αρκετός ο χρόνος που μου αποσπάστηκε η προσοχή για να βρεθεί εκείνος από πάνω ακινητοποιώντας τα χέρια και τα πόδια μου με το κορμί του.
     Βαριανασαίνω και αφού καταλαβαίνω ότι δεν μπορώ να ελευθερωθώ σταματώ τις προσπάθειες μου και παραδίνομαι. Αλλά δεν κουνιέται από πάνω μου. Η ανάσα του είναι καυτή καθώς έχουμε έρθει πολύ κοντά και μπορώ να την νιώσω. Δεν κάνει τίποτα. Απλός έχει μείνει να με κοιτάζει στα ματιά και έχω μείνει και εγώ να κοιτάζω αυτούς τους δυο πανέμορφους ωκεανούς που κρύβουν τα ματιά του. Έτσι περνάνε μερικές ατελείωτες στιγμές.
     Βλεφαρίζω σαν να ξυπνώ από ένα όνειρο. Συνέρχομαι. Ξεροβήχω γυρνώντας το πρόσωπο μου από την άλλη μεριά. Μου χαμογελάσει τόσο τέλεια! Σηκώνεται από πάνω μου και μου δίνει το χέρι του για να με βοηθήσει να σηκωθώ. Το πιάνω και μετά με αφήνει να πέσω. Δεν φτάνω όμως στο έδαφος. Με έχει άμεσος ξαναπιάσει, αυτή την φορά από την μέση, για να μην πέσω. Χαμογελάει έτσι ώστε καταφέρνω να δω την κατάλευκη οδοντοστοιχία του.

"Ποτέ μην εμπιστεύεσαι κανέναν." μου λέει συνεχίζοντας να χαμογελάει. "Έμενα όμως μπορείς." συμπληρώνει κλίνοντας μου το μάτι. Έχω μείνει να τον κοίτα άφωνη αλλά γρήγορα συνέρχομαι. Με σηκώνει και κοιτάει χαμηλά. Ξαφνικά σοβαρεύει.
«Σίσσυ. Το χέρι σου. Χτύπησες?» λέει προσπαθώντας να δει το χέρι μου που το παίρνω γρήγορα μακριά του. Το κοιτάω και είναι μέσα στα αίματα. Πρέπει αν το χτύπησα πολύ άσχημα. Αλλά δεν μπορώ να τον αφήσω να το δει. Σε λίγο θα είναι σαν καινούριο.
"Δεν είναι τίποτα. Είναι μια γρατζουνιά. Είμαι σίγουρη ότι αύριο ούτε που θα φαίνεται. Λοιπόν. Αύριο στις 12¨00" του λέω. Χαμογελάει και φεύγω. Με το που στριβώ σε μια γωνία αρχίζω και τρέχω. Εφόσον βρίσκομαι πολύ μακριά του, τώρα πια, ακουμπώ την πλάτη μου σε ένα δέντρο και κάθομαι κάτω. Κοιτάω τα χέρια μου και τρέμουν και έχουν ιδρώσει.
"Ηρέμησε Τατιάνα. Από την κούραση είναι." περνώ βαθιά ανάσα και μετά από μερικά λεπτά αποχωρώ.

Voula GK