Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9.9.15

Game of Shadows (Κεφάλαιο 2) "Η Αρχή"


Μία Βδομάδα πριν

  Μόλις που είχα πατήσει το πόδι μου σ’ αυτή τη πόλη, το ΚρίμελΜπρουκ .   Από την αρχή της άφιξης μου εδώ κάτι με τρόμαζε… Συνεχώς είχα αυτό το προαίσθημα ότι κάτι κακό θα συμβεί και το ένστιχτο μου ποτέ δε με γελούσε.  Είχα έρθει για ένα  και μόνο σκοπό, να βρω ποιος σκότωσε τον κολλητό μου και να πάρω εκδίκηση για το θάνατο του, αν και πάλι έκρυβα μέσα μου μια μικρή ελπίδα πως όλο αυτό είναι ένα ψέμα, ένα κακόγουστο αστείο…  Έπρεπε  όμως με κάποιο τρόπο να μάθω και κάπως έτσι ξεκίνησα για τη μεγάλη οικία των Κρίμπελ. 
    Η μέρα ήταν βροχερή και στο ταξί επικρατούσε μια επίμονη σιωπή , ενώ στο μυαλό μου ξεγλιστρούσε η ανάμνηση από το τηλεφώνημα εκείνης της  καταραμένης βραδιάς…   Εκείνη η νύχτα ήταν και η τελευταία φορά που άκουσα τον Μάξ να μου μιλάει και ακόμα θυμάμαι τα λόγια του «Θα με βρουν… Θα με σκοτώσουν, Φίλε φοβάμαι» αποκρίθηκε τρομαγμένος.  Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που τον άκουσα να λείε αυτή τη λέξη «Φοβάμαι», μου είχε κάνει εντύπωση αν και γνώριζα πως η δουλεία που έκανε ήταν αρκετά επικίνδυνη, δε περίμενα ποτέ να ξεστομίσει αυτή τη λέξη.  Αυτός σε αντίθεση με εμένα ήταν αρκετά  θαρραλέος και δυνατός όχι μόνο σωματικά αλλά και στο χαρακτήρα.  Άπυρες σκέψεις και ερωτήσεις άρχισαν να ζώνουν το μυαλό μου και ενώ εγώ σκεφτόμουν, το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα.  Είχε πάει 5:15, εκεί πρόσεξα ότι παρκάραμε  έξω από ένα παλιό  κάτασπρο σπίτι. Εξωτερικά φαινόταν αρκετά μεγάλο με δύο μικρά πεύκα κοντά στην πόρτα και λίγο πριν ένα διακριτικό  μικρό σιντριβάνι.  Αν και ευχαρίστησα τον ταξιτζή για την ήρεμη διαδρομή, αυτός μουτρωμένος άρπαξε τα χρήματα από τα χέρια μου βιαστικά και μου έγνεψε να ανοίξω τη πόρτα.  Μόλις που ξεπρόβαλα  έξω από το μαύρο ταξί μια χοντρή γριά με περίμενε εκεί με ανυπομονησία.  Το κόκκινο φόρεμα της έβγαζε μάτι.  Μου είχε κάνει εντύπωση η αντίδραση της μα δε πρόλαβα να μιλήσω.
«Κύριε Μίλερ» ξεστόμισε δυνατά και προσπάθησε να με αγκαλιάσει
«Γεια σας.» αποκρίθηκε με μια γκριμάτσα  ξαφνιασμένος
«Χαιρόμαστε ιδιαιτέρα που προτιμήσατε την οικία μας για τη διαμονή σας!» πρόσθεσε γεμάτη ευτυχία και συνέχιζε να με σφίγγει με τα χοντρά της χέρια. Το κεφάλι της έφτανε μέχρι το στήθος δεν ήταν κοντή απλά εγώ είμαι λιγάκι ψηλός.
«Σα.. σας ευχα..  ευχαριστώ.» προσπάθησα να απαντήσω , μα δε μπορούσα να πάρω ανάσα.
Ξάφνου με άφησε  και πρόσταξε τον ηλικιωμένο μουτρωμένο οδηγό να βγάλει τις βαλίτσες μου από το αμάξι.  Αυτός βαριαναστέναξε και τα ταλεποριμένα καφέ μάτια του κοίταξαν προς το αυτοκίνητο ακολουθώντας  τις διαταγές της.
«Νεαρέ μου πάμε μέσα ! Πρέπει να γνωρίσεις και τους υπόλοιπους»  είπε βιαστικά και προχώρησε στην είσοδο.  Επιτέλους με είχε αφήσει να ανασάνω, μα προτού προχωρήσω ο ταξιτζής με άρπαξε από το μπράτσο.  «Πρόσεχε… Παίζεις με τη φωτιά» είπε και άφησε τη βαλίτσα μου κάτω στο χαλικόστρωμα.  Δεν απάντησα, απλά του έριξα μια διαπεραστική ματιά και προχώρησα μαζί με τα πράγματα μου στην είσοδο.  Γνώριζα καλά πως αυτό που θα έκανα είναι αρκετά επικίνδυνο, μα έχω ένα σκοπό και πρέπει να τον πετύχω.    Ναι, έχω μυστικά και μάλιστα περισσότερα από ένα, μα ακόμα δεν είναι η ώρα για να αποκαλύψω την πραγματική μου ταυτότητα…. Αυτό θα το κάνω όταν έρθει η ώρα. 
«Νεαρέ!» φώναξε  δυνατά  σπάζοντας τις σκέψης μουκαι πλησίασα προς το μέρος της «Ακλούθησε με έχω να σου πω πολλά για την  οικία μας…» συνέχυσε να μιλάει ενώ περνούσαμε ένα μακρόστενο  διάδρομο γεμάτο από ακριβούς πίνακες.  Εγώ δε την άκουγα , είχα προσηλωθεί στο χώρο, έπρεπε να δω αν υπήρχε κάτι ύποπτο ή όχι…. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανα κάτι τέτοιο, άλλωστε εγώ κι ο Μάξ ήμασταν συνεργάτες.  Κι ενώ περπατούσαμε στο αστραφτερό παρκέ το μάτι έπεσε σε μια μικρή κάμερα στο τέλος του διαδρόμου.  Τότε δεν άργησα να τη ρωτήσω
«Συγγνώμη , μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;» αποκρίθηκα ήρεμος  χωρίς να σταματήσω
«Μα ναι φυσικά» αποκρίθηκε γεμάτη ενθουσιασμό  και συνήχησε ν περπατάει με τα ψηλά μαύρα γοβάκια της να κάνουν αυτό τον σπαστικό ήχο καθώς κτυπούσαν στο παρκέ
«Έχω ακούσει πως στη πόλη σας , τώρα τελευταία γίνονται συνεχώς εξαφανίσεις κυρίως σε εφήβους, αληθεύει;»
Αυτή βαριαναστέναξε σταμάτησε απότομα και με κοίταξε με σοβαρό ύφος
«Δυστυχώς ναι…  Δε ξέρουμε γιατί, μα μην ανησυχήστε από εδώ μέσα κανείς δεν έχει εξαφανιστεί και ούτε πρόκειται! Η οικία μας είναι υπέρ ασφαλισμένη» ξεστόμισε μα τα μάτια της δε μπορούσαν να πουν ψέματα.
Εγώ γνώριζα καλά πως αυτή δεν έλεγε την αλήθεια, εδώ άλλωστε έμενε ο Μάξ και μου είχε πει αρκετά πράγματα για τον καθένα τους αν και δεν έπρεπε.   Εγώ πάλι τώρα είμαι αναγκασμένος  να παίξω ένα  έξυπνο παιχνίδι ώστε να μάθω να την αλήθεια και να κερδίσω όσα περισσότερα στοιχεία μπορώ για να ανακαλύψω τη πραγματικά συμβένει.
«Δηλαδή , είμαστε ασφαλής εδώ έτσι;»  έκανα πως αναρωτήθηκα …
 «Μα ναι! Μην ανησυχείτε κύριε Μίλερ.»
«Να με λέτε Ντέρεκ» πρόσθεσα με ένα ψεύτικο χαμόγελο … Στα ψέματα είμαι άσος!
«Εδώ είναι το σαλόνι » είπε μόλις φτάσαμε σε ένα τεράστιο δωμάτιο με μεγάλα παράθυρα. «και… Αυτός εκεί είναι ο Τζίμ» πρόσθεσε και   μου έδηξε έναν άντρα γύρω στα πενήντα κοντά στο τζάκι του μεγάλου σαλονιού «Δε μιλάει καθόλου.  Πριν λίγα χρόνια υπέστη κάποιο σοβαρό σοκ  που τον ανάγκασε να χάσε τη μιλιά του σύμφωνα με ότι μας είπε ο γιός  του»
« Άρα δε ζούσε κοντά σας όταν το έπαθε έτσι;» τη διέκοψα
«Όχι… Ας προχωρήσουμε τώρα…» αποκρίθηκε βιαστικά χωρίς να επεκταθεί «Στα δεξιά του σαλονιού όπως βλέπεις υπάρχουν δύο ξύλινες πόρτες …. Αυτή που βρίσκεται κοντά στο μεγάλο πίνακα με τα δύο άλογα που τρέχουν είναι αυτή της κουζίνας και η άλλη είναι το μπάνιο για τους ξένους και γενικός ….» πρόσθεσε και προχώρησε προς τη κουζίνα.
Το σπίτι ήταν αρκετά ζεστό  έτσι  αναγκαστικά να βγάλω τη γκρίζα ζακέτα μου.   Όσο οικείο και αν φαινόταν αυτό το μέρος  ταυτόχρονα μια ανατριχίλα κυρίευε το κορμί μου μα δε μπορούσα να το εξηγήσω. 
«Ορίστε, να και η κουζίνα μας!» ξεστόμισε με χαρά και μου έδηξε αυτό το υπέροχο μέρος. Ήταν αρκετά εκθαμβωτική για μια απλή κουζίνα.   Οι ξύλινη πάγκοι  έδιναν μια ακόμα πιο ζεστή νότα  στον αρκετά μεγάλο χώρο.   Στη μέση ένα τεράστιο τραπέζι που εκεί οι θέσεις ίσως να ήταν περισσότερες και από είκοσι .  Στο τέρμα ένα τεράστιο παράθυρο με γκρι κουρτίνες δεμένες δεξιά κι αριστερά.
«Εδώ θα έρχεστε για το πρωινό , μεσημεριανό και βραδινό σας! Ένα πάλι θέλετε να πιείτε κάτι είστε ευπρόσδεκτος αν και ο μπάτλερ του σπιτιού  θα είναι στη διάθεση σας.»
«Χαχα! Ωραίο αυτό..» ξεστόμισα γεμάτος ενθουσιασμό
«Κύριε Μίλερ..» δεν την άφησα να ολοκληρώσει  αμέσως την αγριοκοίταξα και αυτό την ανάγκασε να πει το όνομα μου. «Οχ , με συγχωρείτε … Ντέρεκ ήθελα να πω….  Σε μία ώρα θα πρέπει να έρθετε για βραδινό μαζί με τους υπόλοιπους, σιγά σιγά θα τους γνωρίσετε ένα ένα , κάποιο είναι καλοί και κάποιο λίγο… »
«Ψυχροί;»
«ΕΜ , ναι πες το κι έτσι…. Τέλος πάντων ας  προχωρήσουμε στο υπόλοιπο σπίτι»
«Με συγχωρείτε αλλά… Θα ήθελα  να είναι εφικτό να με πάτε στο δωμάτιο μου γιατί είμαι αρκετά κουρασμένος…» πρόσθεσα με μια κουρασμένη φωνή
«Μα ναι ναι! Φυσικά!»  απάντησε και προχωρήσαμε προς ένα άλλο διάδρομο
   Μετά από πολλά σκαλιά φτάσαμε στο δεύτερο όροφο του σπιτιού και καθώς  περπατούσαμε στο μακρόστενο διάδρομο  μια πόρτα με τον αριθμό “10”  άνοιξε απολιτικά.
«Έρρικα!» αποκρίθηκε γεμάτη ενθουσιασμό η γριά στο κορίτσι με το στενό τζιν και τη μπλε φανέλα που ξεπρόβαλε έξω.   Καστανόξανθα μαλλιά και σκούρα πράσινα μεγάλα μάτια, είχε μια παράξενη ομορφιά μα αυτό που τράβηξε τη προσοχή ήταν  το μυστήριο που έκρυβαν αυτά τα πράσινα μάτια.  Το βλέμμα της απέναντι στη γριά ήταν αρκετά κοφτό και βιαστικό , ούτε καν που της απάντησε.
«Αχ!... Αυτή είναι η Έρρικα, γλυκό κορίτσι μα λιγάκι τρελό…. Αλλά αυτά θα στα πω ποιο μετά μη σε ζαλίζω τώρα!... « έλεγε και έδινε έμφαση στα λόγια της με τις κινήσεις των χεριών της.  «Α να και Τζάκσον! Αυτός είναι πολύ καλό παιδί μάλιστα μένει κοντά στο δωμάτιο σου…»  πρόσθεσε και μου έδειξε το νεαρό αγόρι με τα σκούρα καφέ μαλλιά και γαλάζια μάτια που προσπαθούσε να μπει στο δωμάτιο του.
  Καθώς προχωρούσαμε λίγο πριν το τέλος μου έδωσε ένα κλειδί με το νούμερο 25
«Θα σε δω σε λίγο λοιπόν! Καλή ξεκούραση..» πρόσθεσε με ένα χαμόγελο
«Ευχαριστώ» αποκρίθηκα και άνοιξα βιαστικός τη πόρτα του δωματίου μου
    Ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι με γαλάζια σεντόνια σαν το χρώμα του ουρανού και σκούρες  μπλε κουρτίνες στο παράθυρο μου.  Πάνω από το κρεβάτι υπήρχε ένας πίνακας με μια φουρτουνιασμένη θάλασσα   και δίπλα από τα  λευκά κομοδίνα δεξιά κι αριστερά του κρεβατιού δύο γκρι μικρά φωτιστικά.   Κοντά στο παράθυρο δίπλα από το κρεβάτι μια γκρι πολυθρόνα  ενώ απέναντι από το κρεβάτι δυο ντουλάπες με μια βιβλιοθήκη στη μέση.   Πήρα μια ανάσα και  προτού αρχίσω να ξεπακετάρω κοίταξα γρήγορα με κλεφτές ματιές το χώρο… Ευτυχώς δεν είχα εντοπίσει κάποια κάμερα  κι έτσι  όταν βεβαιώθηκα  έβγαλα το όπλο μου διακριτικά από  τη βαλίτσα όταν ξαφνικά κτύπησε η πόρτα…. Τότε το έκρυψα αμέσως και πάλι μέσα στα πράγματα μου και πλησίασα για να ανοίξω.
  Η Πόρτα άνοιξε και από αυτή ο νεαρός με τα γαλάζια μάτια μπούκαρε βιαστικός μέσα αρπάζοντας τη φανέλα μου.  Με έσπρωξε στο τοίχο και έκλεισε τη πόρτα , εγώ πάλι χαμογέλασα ειρωνικά.

« Έχεις τρελαθεί; Τι διάολο κάνεις εσύ εδώ;» ξεστόμισε οργισμένος  και η γροθιά του ακούμπησε το λευκό τοίχο.

Chara Christ.